ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ




Το λαϊκό κίνημα στο απόσπασμα

Σαν σήμερα στις 18/06/1946 το αστικό μοναρχοφασιστικό καθεστώς έρχεται να θωρακίσει ακόμα περισσότερο το νομικό του οπλοστάσιο θέτοντας σε εφαρμογή το περιβόητο Γ’ Ψήφισμα «Περί εκτάκτων μέτρων αφορώντων την Δημοσίαν τάξιν και ασφάλειαν».
Είχε προηγηθεί η λευκή τρομοκρατία της μεταβαρκιζιανής περιόδου, το πογκρόμ σε βάρος χιλιάδων κομμουνιστών και αριστερών και το Γ’ Ψήφισμα το οποίο μεταξύ άλλων όριζε πως «Όστις θέλων αποσπάση εν μέρος εκ του όλου της Επικρατείας ή να ευκολύνη τα προς τούτο το τέλος τείνοντα σχέδια, συνώμοσεν ή διήγειρε στάσιν ή συνεννοήθη με ξένους ή κατήρτισεν ενόπλους ομάδας ή έλαβεν μετοχήν εις τοιαύτας προδοτικάς ενώσεις τιμωρείται με θάνατον», έδωσε το νομικό έναυσμα να στηθούν έκτακτα στρατοδικεία και δεκάδες κομμουνιστές και άλλοι αγωνιστές να οδηγηθούν στα εκτελεστικά αποσπάσματα. 

Ακολούθησε ο ΑΝ 509 για να επεκτείνει και να ολοκληρώσει ένα καθεστώς στυγνής ταξικής δικτατορίας, που όμοιά της δύσκολα συναντά κανείς στη σύγχρονη ευρωπαϊκή, τουλάχιστον, ιστορία.

Αντιγράφουμε από το βιβλίο του Σόλων Ν. Γρηγοριάδη, "Τα φοβερά ντοκουμέντα. Ο εμφύλιος 1946=1949"  

.... κυριότερος φορέας του θανάτου ήταν το τρομερό Γ' Ψήφισμα.

Αυτό το ψήφισμα όριζε τη σύσταση έκτακτων στρατοδικείων που οι αποφάσεις τους θα ήταν τελεσίδικες. Κανένα ένδικο μέσο δεν υπήρχε και σε περίπτωση θανατικής καταδίκης η εκτέλεση της έπρεπε να γίνει μέσα σε τρεις μέρες. Μόνο βασιλική χάρη μπορούσε να αποσπάσει το μελλοθάνατο από τις κάννες του εκτελεστικού αποσπάσματος. Και τα έκτακτα στρατοδικεία, συγκροτούμενα από αμείλικτους στρατοδίκες, λειτουργούσαν με πρωτοφανή δραστηριότητα.

ΜΕ ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΣΙΔΕΡΟ

Τρεις μόλις μέρες μετά την ψήφιση του φοβερού νομοθετήματος είχαν συγκροτηθεί τα πρώτα έντεκα στρατοδικεία στις εξής πόλεις: Θεσσαλονίκη Γιαννιτσά, Κιλκίς, Σέρρες, Δράμα, Ξάνθη, Αλεξανδρούπολη, Ιωάννινα, Κοζάνη, Λάρισα, Φλώρινα. Και στις 16 Ιουλίου έγιναν στο Επταπύργιο της Θεσσαλονίκης οι δύο πρώτες εκτελέσεις καταδίκων.

Στις 26 Ιουλίου τουφεκίστηκε στα Γιαννιτσά ολόκληρη ομάδα έξι καταδίκων, ανάμεσα στους οποίους μια νεαρή δασκάλα, η Ειρήνη Γκίνη. Ήταν η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε, όχι μόνο στον Εμφύλιο Πόλεμο, αλλά γενικότερα από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, εκτός από την περίοδο της Κατοχής 1941 -1944. Και θα φτάσουν τις πολλές δεκάδες οι γυναίκες που θα πέσουν από τα εκτελεστικά αποσπάσματα το 1946-1949.

Tο Γ` Ψήφισμα και οι πρώτες εκτελέσεις

«Αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες χωρίς πείνα και πόλεμο. Για το σκοπό αυτό αγωνιζόμαστεκαι όταν χρειαστεί θυσιάζουμε και τη ζωή μας»
ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ


Με την κατηγορία του «συμμορίτη», του «αυτονομιστή», του «πράκτορα του σλαβισμού», δώδεκα ήρωες του ελληνοϊταλικού πολέμου και της Εθνικής Αντίστασης δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε τέσσερις διαφορετικές δίκες και εκτελέστηκαν μέσα σε μια εβδομάδα, από τις 20 έως τις 27 Ιούλη του 1946.
Ηταν οι Θ. ΣΑΠΡΑΝΙΔΗΣ και Γ. ΚΑΛΕΜΗΣ από το Περιστέρι Θεσσαλονίκης, οι ΠΑΝΤΑΖΗΣ και ΛΟΛΗΣ από το Μπισδούνι Ιωαννίνων, ο Π. ΛΥΜΠΕΡΙΔΗΣ από την Ειδομένη Κιλκίς, ο Γ. ΜΟΥΣΤΑΚΗΣ από την Πλαγιά Παιωνίας, οι Π. ΠΕΡΤΣΕΜΛΗΣ, ΧΡ. ΣΤΟΓΙΑΝΝΗΣ και Γ. ΠΡΩΙΟΣ από την Εδεσσα, ο Θ. ΜΙΧΑΗΛ από τα Βρεττά Εδεσσας, ο Δ. ΛΙΜΠΑΣ από την Αγρα Μυτιλήνης και η 24χρονη δασκάλα ΕΙΡΗΝΗ ΓΚΙΝΗ από τα Ξανθόγια Εδεσσας.

«Δολοφονήθηκαν – έγραψε, τότε, στην πρώτη του σελίδα ο «Ριζοσπάστης» – αποκλειστικά και μόνο για την αντιφασιστική τους δράση και τους αγώνες τους υπέρ της Ελλάδας από την κυβέρνηση του ελληνικού νεοφασισμού, που εγκαθίδρυσε και στηρίζει η αγγλική κατοχή για την εξυπηρέτηση των βρετανικών ιμπεριαλιστικών συμφερόντων».1

Ηταν τα πρώτα θύματα του μεταβαρκιζιανού καθεστώτος που δολοφονήθηκαν από τα εκτελεστικά αποσπάσματα των έκτακτων στρατοδικείων, τα οποία είχαν δημιουργηθεί κατ’ εφαρμογήν του περιβόητου Γ` Ψηφίσματος.

Από άποψη πολιτικής πρακτικής σημασίας όμως, οι εκτελέσεις αυτές ήταν μια σαφής, σαφέστατη προειδοποίηση, την οποία το δολοφονικό αστικό καθεστώς απηύθυνε προς το λαϊκό κίνημα, προς το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, ξεκαθαρίζοντας ότι δε θα ανεχόταν καμιά άλλη στάση απέναντί του, παρά μόνο αυτή της πλήρους υποταγής και πως γι’ αυτό το σκοπό δε θα δίσταζε να σκορπίσει αδιακρίτως το θάνατο, παραμερίζοντας κάθε εμπόδιο που θα του παρουσιαζόταν. «Ούτε τα περίφημα στρατοδικεία εκστρατείας – έγραφε σε άρθρο του ο Μ. Πορφυρογένης2 σχολιάζοντας τις προαναφερόμενες εκτελέσεις των 12 – δεν κακοποιούν τόσο το δίκαιο, όσο τα σημερινά έκτακτα στρατοδικεία των «λαοπρόβλητων».

Γιατί και σε κείνα, παρ’ όλη την ατμόσφαιρα του πολέμου που δεν επιτρέπει ψύχραιμη κρίση, υπάρχει κάποια διάθεση να αποφευχθούν αδικίες. Ενώ σε τούτα υπάρχει το αντίθετο, η θέληση να συντριβεί ένας πολιτικός εχθρός… Ακόμα, ούτε τα χιτλερικά στρατοδικεία δεν μπορούν να συγκριθούν με τα σημερινά. Γιατί σε κείνα γινόταν μια προσπάθεια να αποδειχθεί η ενοχή και πολλές φορές υπήρχαν και αθωωτικές αποφάσεις. Στα σημερινά δεν υπάρχει ως τα σήμερα ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΑΘΩΩΣΗ.

Αυτό και μόνο το γεγονός δείχνει πως δεν πρόκειται για δικαστήρια, παρά για συνεργεία δίωξης και εξόντωσης».
Πώς, όμως, φτάσαμε σ’ αυτό το σημείο;

Η τυπική νομιμότητα της αντεπαναστατικής τρομοκρατίας

Στις 31 Μάρτη του 1946, ύστερα από απαίτηση των Εγγλέζων και συγκεκριμένα της κυβέρνησης του, προοδευτικού δήθεν, Εργατικού Κόμματος, η ελληνική κυβέρνηση του λεγόμενου Δημοκρατικού Κέντρου, με πρωθυπουργό τον Θ. Σοφούλη, πραγματοποίησε «εκλογές». Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για ένα εκλογικό πραξικόπημα, μέσω του οποίου ήρθε στην κυβερνητική εξουσία η «επάρατος» – όπως αποκλήθηκε αργότερα – δεξιά. Η ουσία, βεβαίως, δε βρισκόταν στο κόμμα που αναλάμβανε τα κυβερνητικά ηνία – άλλωστε, πολύ σύντομα το Κέντρο και η Δεξιά δημιούργησαν κυβερνητικό συνασπισμό – αλλά στο γεγονός ότι, μέσω των ψευτοεκλογών, ο βρετανικός ιμπεριαλισμός και η ντόπια μπουρζουαζία αναζητούσαν την τυπική νομιμότητα του μεταβαρκιζιανού καθεστώτος:
Της πιο στυγνής, δηλαδή, αστικής δικτατορίας, που με τη στήριξη – πολιτική, οικονομική και στρατιωτική – του βρετανικού και γενικότερα του διεθνούς ιμπεριαλισμού, είχε ως στόχο να πνίξει το επαναστατικό κίνημα στη χώρα, στήνοντας, παράλληλα, γερά στα πόδια του το καπιταλιστικό σύστημα. Ετσι, μετά τις εκλογές, η λευκή τρομοκρατία πέρασε πια ολοκληρωτικά στα χέρια του κράτους και ντύθηκε με το «κύρος» της εφαρμογής των νόμων που θεσμοθετήθηκαν, χωρίς καμία καθυστέρηση, γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό. Ενας τέτοιος νόμος ήταν και το περιβόητο Γ` Ψήφισμα, που ψηφίστηκε από την ψευτοβουλή στις 18 Ιούνη του 1946.

Για το ψήφισμα αυτό, που η πλήρης ονομασία του ήταν «Περί εκτάκτων μέτρων κατά των επιβουλευομένων την δημοσίαν τάξιν και την ακεραιότητα του κράτους», ο Ν. Αλιβιζάτος γράφει3 ότι «εγκαινίασε, πράγματι, μία νόθο περίοδο, η οποία χαρακτηριζόταν από την τυπική ανοχή του Κομμουνιστικού Κόμματος και μιας σειράς άλλων μαζικών οργανώσεων, που ακολουθούσαν παραπλήσια με αυτό πολιτική και ταυτόχρονα από την αδυσώπητη δίωξη της δράσης των οπαδών του και όλων εκείνων που διακήρυσσαν την προσήλωσή τους στις αρχές που εξέφραζε το ΕΑΜικό κίνημα». Ετσι ακριβώς είχαν τα πράγματα, γι’ αυτό και δεν είχαν καθόλου άδικο το ΚΚΕ, το ΕΑΜ, άλλα αριστερά κόμματα, κορυφαίες δημοκρατικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις, όπως η ΓΣΕΕ, που χαρακτήρισαν αυτό το ψήφισμα φασιστικό, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια με κινητοποιήσεις σε εθνικό και διεθνές επίπεδο (παραστάσεις στην κυβέρνηση, στις πρεσβείες των μεγάλων δυνάμεων, απεργιακές κινητοποιήσεις κ.ο.κ.)4 για να αποτρέψουν την ψήφισή του και, κατ’ επέκταση, την εφαρμογή του.

«Δε χρειάζονται έκτακτα μέτρα για την αποκατάσταση της τάξης», τόνισε στον πρωθυπουργό Κ. Τσαλδάρη αντιπροσωπεία του ΚΚΕ, που τον επισκέφθηκε στις 11/6/19465, προσθέτοντας ότι «φτάνει να εφαρμοστούν οι νόμοι του κράτους ενάντια στους τρομοκράτες, που οργιάζουν μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας κατά των δημοκρατικών πολιτών και τότε αυτόματα θα επέλθει η γαλήνη». Φυσικά, τα έκτακτα μέτρα τα χρειάζονταν – όπως σημειώσαμε ήδη – η κυρίαρχη τάξη και ο ξένος παράγοντας, για να επιβάλουν, όχι μια οποιαδήποτε τάξη, αλλά τη δική τους τάξη πραγμάτων.

Στο πρώτο άρθρο του, το Γ` Ψήφισμα απειλούσε με την ποινή του θανάτου οποιονδήποτε είχε σκοπό «να αποσπάση εν μέρος εκ του όλου της Επικρατείας ή να ευκολύνη τα προς τούτο το τέλος τείνοντα σχέδια, συνόμωσεν ή διήγειρε εις στάσιν ή συνεννοήθη με ξένους ή κατήρτισεν ενόπλους ομάδας ή έλαβε μετοχήν εις τοιαύτας προδοτικάς ενώσεις». Η αοριστία της διάταξης είναι χαρακτηριστική, αλλά και αναγκαία για το καθεστώς, ώστε να μπορεί να διώκει κατά το δοκούν τους αντιπάλους του. Ομως, τα πράγματα δεν έμεναν σ’ αυτό το σημείο, αφού ο νομοθέτης φρόντιζε να θέτει υπό διωγμό κι εκείνους, των οποίων οι ιδέες θεωρούνταν ότι τείνουν εις την απόσπαση ή αυτονόμηση μέρους της επικράτειας. Ακόμη, υπό διωγμό τίθονταν οι λαϊκές συγκεντρώσεις, οι απεργίες και κάθε λαϊκή εκδήλωση που μπορούσε να θεωρηθεί ότι φέρει «το σπέρμα της στάσεως», ενώ καθιερωνόταν κάθε λογής αστυνομική αυθαιρεσία σε βάρος των πολιτών6.

Η ασάφεια των διατάξεων του ψηφίσματος ως προς το χαρακτηρισμό των αδικημάτων και, ταυτόχρονα, η σαφής, σαφέστατη πολιτική – ταξική τους στόχευση, είχαν κάνει την εφημερίδα «ΜΑΧΗ» να αναρωτηθεί αν «πέθανε πραγματικά ο Χίτλερ»7. Πολύ σύντομα, οι ΕΑΜίτες και οι κομμουνιστές θα έλυναν την απορία της εφημερίδας, αποδεικνύοντας με το αίμα τους πως το πνεύμα του Χίτλερ ήταν ακόμα ζωντανό κι ίσως υπήρξε κατώτερο αυτού των επιγόνων του.

Τρεις μόλις μέρες μετά την ψήφιση από τη Βουλή του Γ` Ψηφίσματος, συγκροτήθηκαν τα πρώτα έντεκα έκτακτα στρατοδικεία, στη Θεσσαλονίκη, στα Γιαννιτσά, στο Κιλκίς, στις Σέρρες, στη Δράμα, στην Ξάνθη, στην Αλεξανδρούπολη, στα Γιάννενα, στην Κοζάνη, στη Φλώρινα και στη Λάρισα, των οποίων οι αποφάσεις ήσαν τελεσίδικες8. Σε λίγο άρχισαν και οι εκτελέσεις.

Η Ειρήνη Γκίνη, ο Γ. Μουστάκης και οι άλλοι δέκα εκτελεσμένοι

Ανακοινώνοντας την εκτέλεση των πρώτων δώδεκα θυμάτων των έκτακτων στρατοδικείων του Γ` Ψηφίσματος, ο «Ριζοσπάστης» παρατηρούσε σε σχόλιο, στην πρώτη σελίδα του, πως «είναι η πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία που εκτελείται γυναίκα και η τακτική εγκαινιάζεται με τη θανάτωση της ηρωίδας δασκάλας Ειρήνης Γκίνη». Πρόσθετε, μάλιστα, πως «ούτε ο απαίσιος δήμιος του ισπανικού λαού Φράνκο τόλμησε να εκτελέσει αντιφασίστριες», ενώ προηγούμενο εκτέλεσης γυναίκας «υπάρχει μόνο στη χιτλερική Γερμανία και στις κατεχόμενες κατά τον παγκόσμιο πόλεμο από τις ναζιστικές δυνάμεις ευρωπαϊκές χώρες, που συνεχίζει σήμερα στην Ελλάδα η αγγλική κατοχή»9 .

Οι επισημάνσεις αυτές είναι άκρως ενδεικτικές της κατάστασης που επικρατούσε τότε στην Ελλάδα, αλλά και των προθέσεων του καθεστώτος της ντόπιας ολιγαρχίας και των Βρετανών συμμάχων της απέναντι στο ΕΑΜικό κίνημα. Και μόνο το στοιχείο ότι οι εκτελεσμένοι υπήρξαν αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης αν ληφθεί υπόψην, είναι αρκετό για να αποκαλύψει τους σκοπούς, τους στόχους και την ποιότητα των δημίων τους. Η Ειρήνη Γκίνη, για παράδειγμα, που καταδικάστηκε σε θάνατο, κυρίως με την κατηγορία ότι ήταν αυτονομίστρια επειδή ήταν Σλαβομακεδόνισσα στην καταγωγή, στην Κατοχή είχε πολεμήσει τους οχρανίτες του Κάλτσεφ και συνέχισε αυτόν τον αγώνα και μετά την απελευθέρωση, αφού το αυτονομιστικό αυτό κίνημα οργάνωναν και υποκινούσαν πλέον οι Εγγλέζοι.

Επίσης, ο Γ. Μουστάκης, που καταδικάστηκε κι αυτός σε θάνατο ως εχθρός της πατρίδας, οργάνωσε κατά την Κατοχή τον εφεδρικό ΕΛΑΣ της Εδεσσας και επικεφαλής τμήματος του ΕΛΑΣ πραγματοποίησε με απόλυτη επιτυχία τη δυσχερέστατη επιχείρηση της ανατίναξης δύο γερμανικών αμαξοστοιχιών στο Μουχαρέμ Χάνι, που μετέφεραν πολεμικό υλικό. Επρόκειτο για επιχείρηση που εκτελέσθηκε από τον ΕΛΑΣ έπειτα από εντολή του Συμμαχικού Στρατηγείου10.

Σύμφωνα με όσα έγραψε ο Τύπος μετά τις εκτελέσεις, και οι δώδεκα αγωνιστές αντίκρισαν το απόσπασμα σαν πραγματικοί ήρωες. Δε δείλιασαν, δεν έσκυψαν το κεφάλι, δεν παρακάλεσαν για τη ζωή τους. Ησαν αγωνιστές που είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στην πατρίδα και στον αγώνα για τη λευτεριά, την εθνική ανεξαρτησία, τη λαϊκή δημοκρατία. Επίσης, πολλοί απ’ αυτούς ήσαν μέλη του ΚΚΕ, διαπαιδαγωγημένοι και συνηθισμένοι να ζουν με το θάνατο. Γι’ αυτό, όταν στάθηκαν απέναντί του, τον χαιρέτησαν, προφέροντας το όνομα του κόμματος που συμβόλιζε το πάθος τους για μια καλύτερη ζωή, για μια δικαιότερη κοινωνία.
«Η Ειρήνη Γκίνη – αναφέρει το ρεπορτάζ του «Ρ»11 για τις εκτελέσεις – όταν της ανακοινώθηκε ότι θα εκτελεσθεί, πλύθηκε και χτενίσθηκε, έτοιμη να αντιμετωπίσει το απόσπασμα». Ηταν τέτοια η δύναμη αυτής της γυναίκας, που υποχρέωσε ακόμη κι αυτούς τους δολοφόνους της να υποκλιθούν μπροστά της. Χαρακτηριστικό είναι το δελτίο Τύπου, που εξέδωσε το τότε υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα «περισσότερον ψυχραιμίαν επέδειξεν η νηπιαγωγός Ειρήνη Γκίνη, η οποία έψαλλε τον ύμνον της Τρίτης Διεθνούς και εζητωκραύγαζεν υπέρ του ΚΚΕ»12.


Picture
Η Λευκή Τρομοκρατία

Η πρώτη πράξη της προσπάθειας περιθωριοποίησης του λαϊκού κινήματος συνέβη το Δεκέμβρη του '44. Η νίκη των Βρετανών και των Ελλήνων συνεργατών τους θα επισφραγιστεί με τη Συμφωνία της Βάρκιζας (Φεβρουάριος του '45) και τις υπογραφές της κυβέρνησης Πλαστήρα και του ΕΑΜ. Στη συμφωνία αυτή δεν συμπεριελήφθη η ρήτρα της πλήρους αμνηστίας για όσα είχαν συμβεί έως εκείνη την εποχή.

Αυτή η παράλειψη  θα επιτρέψει τους νικητές να εξαπολύσουν εκστρατεία αντεκδικήσεων και τρομοκρατίας εις βάρος των παλιών αγωνιστών. Οι πλέον σκληροί εκφραστές της Λευκής Τρομοκρατίας, όπως ονομάστηκε η πολιτική των μεταδεκεμβριανών κυβερνήσεων, θα είναι οι παλιοί δωσίλογοι συνεργάτες των κατακτητών, οι οποίοι θα ενσωματωθούν στις δομές του νέου κράτους με πρόσχημα την «καταπολέμηση του κομμουνισμού».

Η πολιτική αυτή θα οδηγήσει και πάλι στο Βουνό χιλιάδες αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης. Οι συνθήκες που θα δημιουργήσουν η τρομοκρατία, η ξενοκρατία και η υποταγή των διεφθαρμένων κυρίαρχων ελίτ στους βρετανικούς σχεδιασμούς, θα υπονομεύσουν τις προσπάθειες συμφιλίωσης.  Ετσι θα ξεκινήσει ο Εμφύλιος Πόλεμος, θα συγκροτηθεί ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας και θα δημιουργηθεί τον Δεκέμβριο του '47 η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Μάρκο Βαφειάδη.

Τα Στρατοδικεία θερίζουν

Εργαλείο νομιμοποίησης της ανελέητης κρατικής καταστολής υπήρξαν τα έκτακτα Στρατοδικεία. Υπολογίζεται ότι τον πρώτο χρόνο λειτουργίας τους (1946) καταδικάστηκαν σε θάνατο 116 πολίτες, το 1947 καταδικάστηκαν σε θάνατο 688, ενώ μόνο το πρώτο εξάμηνο του 1948 οι καταδικασμένοι ήταν 1.547. Καταδικαστικές αποφάσεις έβγαζαν επίσης και τα κακουργιοδικεία, τα οποία εκδίκαζαν υπαρκτά ή ανύπαρκτα «εγκλήματα» που έγιναν την περίοδο της κατοχής και των Δεκεμβριανών. Την ίδια χρονική περίοδο που καλύπτουν τα παραπάνω στοιχεία, τα κακουργιοδικεία εξέδωσαν 310 θανατικές καταδίκες. Κατά το χρονικό διάστημα 1946-1951 εκδόθηκαν 4.851 θανατικές καταδίκες, ενώ 198 καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη και 916 σε ποινές άνω των 10 ετών.

«Αυτή τη στιγμή φεύγω για εκτέλεση...»

Ωρα 3 τα μεσάνυχτα. Στη Β' αχτίνα οι φύλακες απόψε έχουν πολλή «δουλειά». Ανοίγουν πρώτα το κελί του Μήτσου Γεωργαντά του Αχιλλέα. Ενα τριαντάχρονο παλικάρι από το Σχηματάρι Θηβών. Τελειόφοιτος Γυμνασίου, γραμματέας της αχτίνας του.

«Αγαπημένα μου αδέλφια σας φιλώ. Αυτή τη στιγμή φεύγω για εκτέλεση...». Η τελευταία επιστολή του Γεωργαντά προς τους γονείς του γραμμένη λίγο πριν από την εκτέλεση * Ποιον θέλετε; ρωτάει ένας κρατούμενος. Δείχνουν τον Μήτσο.

 Ετοιμος είμαι... σας περίμενα.

Πράγματι, τους περίμενε. Γιατί το 'ξερε ο ίδιος από πριν. Ο Μήτσος γνώρισε και την ιδιαίτερη δοκιμασία της επικείμενης εκτέλεσης. Αυτή η δοκιμασία έδειξε και το χαρακτήρα του, τη γενναιότητά του. Στην ίδια αχτίνα μέναν και οι δύο συγκατηγορούμενοι και χωριανοί του, ο Ταξιάρχης Κουρουτός και ο Λεωνίδας Λάμπρου...

Πριν από μερικές μέρες ο ισοβίτης Παντελής Κουρτίδης είχε καταφέρει να πάρει κρυφά από την υπηρεσία σημείωμα με τα ονόματα της νέας εκτέλεσης. Μέσα σ' αυτούς ήταν και το όνομα του γραμματέα της αχτίνας Μ. Γεωργαντά. Το σημείωμα έπρεπε να δοθεί στον Μήτσο. Ο συναγωνιστής Κουρτίδης βρέθηκε σ' ένα τρομερό δίλημμα. Να το δώσει το χαρτί στον ίδιο που αναφέρει και το όνομά του ή να κάνει άλλο, δικό του, που να αφαιρέσει τον Μήτσο; Αλλά τότε πώς θα ξέρει το κεντρικό γραφείο ότι είναι και ο Μήτσος; Υστερα ο Μήτσος θα το καταλάβει αφού στο νέο χαρτί-σημείωμα θα είναι τα ονόματα των συγκατηγορουμένων του, πώς θα λείπει το δικό του; Επειτα θα δημιουργηθεί και ηθικό θέμα για τον Μήτσο. Θα του γεννηθεί ίσως η εντύπωση πως δεν εκτιμάμε σωστά τη γενναία του ψυχή. Οχι, δεν θα του το κρύψει. Μόνο που προτού του το δώσει θα του πει τι λέει. Εσφιξε την καρδιά του και τράβηξε.

Οπως έβγαλε το μοιραίο χαρτάκι, τον ρωτάει ο Μήτσος.

Ποιους είναι για να πάρουν;

Τότε, ένας κόμπος τού στάθηκε στο λαιμό. Εσκυψε το κεφάλι, προσπαθώντας να συγκρατήσει τον εσωτερικό κλονισμό του. Ετσι, δεν έδωσε απάντηση.

Ο Μήτσος διάβασε το σημείωμα. Μια σκληράδα πέτρωσε το πρόσωπό του. Απευθυνόμενος στον Κουρτίδη, του λέει:
- Συναγωνιστή, εμείς είμαστε οι άνθρωποι της αχτίδας -ήταν και εκείνος μέλος του γραφείου- σ' αυτές τις στιγμές της υπέρτατης δοκιμασίας, μας έχουν εμπιστευθεί ένα ιερό καθήκον. Επομένως, συναισθηματισμοί δεν χωράνε.

Κανένας από τους άλλους δεν κατάλαβε ούτε ήταν δυνατόν να καταλάβει ότι ο Μήτσος περνάει τις τελευταίες του μέρες, γιατί στάθηκε ο ίδιος πηγή θάρρους και εμψυχωτικών προτροπών και εκδηλώσεων... (Από το βιβλίο του Λ. Β. Κασσελούρη, «Της Λευτεριάς οι αθάνατοι», εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1982)


1 «Ριζοσπάστης» 27/7/1946
2 Μ. Πορφυρογένη: «Εξετελέσθησαν χθες…», «Ρ», 27/6/1946.
3 Ν. Αλιβιζάτος: «Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922 – 1974, όψεις της ελληνικής εμπειρίας», εκδόσεις «Θεμέλιο», σελ. 496
4 «Ριζοσπάστης» 11 – 18/6/1946
5 «Ριζοσπάστης» 12/6/1946
6 «Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος 1943 – 1950 – μελέτες για την πόλωση», εκδόσεις «Φιλίστωρ», σελ. 212, Ν. Αλιβιζάτος, στο ίδιο, σελ. 502 – 504 και αλλού.
7 Τ. Βουρνά: «Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας – ο εμφύλιος», εκδόσεις «Τολίδη», σελ. 46 – 47
8 «Δοκίμιο ιστορίας του ΚΚΕ», εκδόσεις ΣΕ, σελ. 555 και «Η Τρίχρονη Εποποιία του ΔΣΕ 1946 – 1949», εκδόσεις «Ρ» – ΣΕ, σελ. 184
9 «Ριζοσπάστης» 27/7/1946
10 «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», τεύχος 8 1/8/1946, σελ. 453 και «Ρ» 27/7/1946
11 «Ριζοσπάστης» 27/7/1946
12 «Ηρωες και μάρτυρες», εκδοτικό «ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ», 1954, σελ. 51 – 52 και «Ρ» 27/7/1946.

Μοιραστείτε το