Απεικόνιση της μάχης


Αφιέρωμα στην ιστορική «Μάχη της Μερίτσας (Οξύνειας)»


Περιληπτικά


Ο διοικητής ενός Τάγματος Ιταλών, που ήταν στην Καλαμπάκα, ζήτησε από τους κατοίκους των χωριών της περιοχής να πάνε τρόφιμα στους Ιταλούς. Ομως οι κάτοικοι, έχοντας ανεβασμένο το ηθικό από την παρουσία του ΕΛΑΣ, αδιαφορούν και αρνούνται. Το υπαρχηγείο του ΕΛΑΣ στα Χάσια έχει ειδοποιηθεί από τις οργανώσεις του ΕΑΜ πως οι Ιταλοί σχεδιάζουν επιδρομή στα γύρω χωριά και καταστρώνει σχέδια αντιμετώπισής του. Ο καπετάν Ζαραλής διαθέτει 150 ένοπλους εφεδροελασίτες, από τα χωριά των Χασίων.

Στις 11 Φλεβάρη 350 Ιταλοί, με βαρύ οπλισμό ξεκινούν για την Οξύνεια , πλαισιωμένοι από λεγεωνάριους με διερμηνέα τον Παπαφιλίππου, ντυμένο με ιταλική στολή. Η φάλαγγα φτάνει στη Μερίτσα σχεδόν ξημερώματα και επιδίδεται σε λεηλασίες. Αρπάζει ό,τι βρει από το βιος των κατοίκων. Το μεσημέρι της άλλης μέρας βάζουν φωτιά σε μερικά σπίτια και ξεκινούν για Καλαμπάκα, με τα μουλάρια όπου είχαν φορτώσει αυτά που άρπαξαν. Οι ΕΛΑΣίτες με τους ένοπλους Χασιώτες τρέχουν και πιάνουν θέσεις ενέδρας. Οι Ιταλοί κατηφόριζαν αργά αργά με τραγούδια και χαρές, αφού έχουν εκτιμήσει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος. Σε λίγο, όμως, η κεφαλή της φάλαγγας δέχεται καταιγιστικά πυρά και τότε άρχισε η ιστορική μάχη στην οποία σκοτώθηκαν 161 Ιταλοί. Από τους μαχητές του ΕΛΑΣ έχασαν τη ζωή τους 7 ήρωες. Μετά την ηρωική αυτή μάχη οι Ιταλοί εγκατέλειψαν την Καλαμπάκα.



Τι προηγήθηκε
12/1/1943 - Μια μεγάλη δοκιμασία
Είχε προηγηθεί η είσοδος στην Καλαμπάκα του αντάρτικου σώματος του ταγματάρχη Κωστόπουλου το Δεκέμβριο του 1942, ο οποίος χτύπησε μικρό τμήμα στρατού Ιταλών με επικεφαλής γέρο ταγματάρχη στην έδρα τους σε κτήριο στη συμβολή των οδών Κονδύλη και Χατζηπέτρου που τους ανάγκασε... να εγκαταλείψουν την Καλαμπάκα και να πάνε στα Τρίκαλα στην έδρα της μονάδας τους.
Τη νύχτα της 30/12/1942, όμως, οι Ιταλοί με μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη επέστρεψαν στην Καλαμπάκα και συνέλαβαν αρκετούς Καλαμπακιώτες τους οποίους οδήγησαν στα Τρίκαλα, αλλά σύντομα τους απελευθέρωσαν ενώ τον Γραμματέα της εθνικής επαρχιακής αλληλεγγύης, Τάσο Μάη, τον οδήγησαν σε στρατόπεδο στη Λάρισα στην αρμοδιότητα των Γερμανών και από εκεί, μαζί με άλλους 108 πατριώτες, τους οδήγησαν στο Κούρνοβο Λαμίας όπου στις 7 Ιουνίου τους εκτέλεσε Ιταλικό απόσπασμα.


Στις 12 Ιανουαρίου του 1943, λίγες δηλαδή ημέρες μετά, οι Ιταλοί, που στο μεταξύ ενίσχυσαν τη φρουρά τους στην Καλαμπάκα, συγκέντρωσαν το σύνολο του άρρενος πληθυσμού της Καλαμπάκας και μεταξύ τους και αρκετά γυναικόπαιδα, στην κεντρική πλατεία της Καλαμπάκας, όπου σήμερα βρίσκεται ο ναός του Αγίου Βησσαρίωνος με απειλή ομαδικής εκτέλεσης, όπως έδειχναν τα μυδραλιοβόλα που ήταν στημένα στις τέσσερις γωνίες και οι ακροβολισμένοι στα γύρω κτήρια Ιταλοί στρατιώτες.

Όμως τοπικοί παράγοντες, όπως ο Γραμματέας της Κοινότητας Θανάσης Λιάπης και ο νομάρχης Τρικάλων κατόρθωσαν να πείσουν τους Ιταλούς πως σε τίποτε δεν έφταιγε ο άμαχος πληθυσμός.


12/2/1943 - Και μια μεγάλη νίκη "Η μάχη στη Μερίτσα"

Οι Ιταλοί, που είχαν διαπιστώσει αδυναμία ελέγχου της Καλαμπάκας και από το γεγονός πως στην περιφέρεια Καλαμπάκας άρχισαν να οργανώνονται αξιόλογες αντιστασιακές ομάδες, εγκατέστησαν στην Καλαμπάκα μεγάλο αριθμό στρατιωτών.
Στο μεταξύ, ο βαρύς χειμώνας και η έλλειψη τροφίμων και την πείνα που μάστιζε τον υπόδουλο ελληνικό λαό, δυσκόλευε και τους Ιταλούς οι οποίοι άρχισαν να πλιατσικολογούν τα σπίτια και να αρπάζουν τρόφιμα καθώς και οικόσιτα ζώα. Και σαν στέρεψαν και αυτά της πόλης, άρχισαν να εξορμούν, οργανωμένα πλέον, και στα γύρω χωριά όπου δεν περιορίζονταν στην αρπαγή μόνον τροφίμων αλλά με το θράσος του κατακτητή προέβαιναν σε δολοφονίες και εμπρησμούς σπιτιών.


Μια τέτοια, όμως, οργανωμένη από ολόκληρο τάγμα πλιατσικολόγηση σε χωριά των Χασίων δεν είχε αίσιο αποτέλεσμα.
Οι ΕΛΑΣίτικες αντιστασιακές ομάδες της περιοχής υπό τον Νέστορα Τζαβέλα (Βόκα) έφεδρο αξιωματικό του στρατού από τις Σπαθάδες, τον Θανάση Ολύμπιο (Μπούγλα) από τη Βασιλική και τον Νίκο Χασιώτη (Ζαραλή) από το Αγιόφυλλο, αξιοποιώντας πληροφορίες για τις κινήσεις των Ιταλών (1), με οργανωμένο σχέδιο μάχης σε θέση πλησίον του σιδηροδρομικού σταθμού Οξύνειας (Μερίτσας), πέτυχαν αξιοθαύμαστη νίκη με πενιχρό οπλισμό απέναντι ολοκλήρου τάγματος Ιταλών που επέστρεφαν «θριαμβευτές» από πλιατσικολόγημα των γύρω χωριών.
Στη μάχη αυτή οι Ιταλοί έπαθαν συντριπτική ήττα καθώς σκοτώθηκαν 161 και αιχμαλωτίστηκαν 150, που απελευθερώθηκαν αργότερα, γλυτώνοντας δυο τρεις που έφεραν το μήνυμα της ήττας τους στη διοίκησή τους.


Όμως η νίκη των Ελλήνων δεν είχε μόνον ηθικό αποτέλεσμα καθώς ήταν από τις πρώτες νίκες του σκλαβωμένου ελληνικού λαού κατά του κατακτητή. Με τον οπλισμό που κυρίευσαν οι Έλληνες τόσο σε τυφέκια και σφαίρες (270 ατομικά όπλα και 6 φορτία σφαίρες) όσο και σε οπλοπολυβόλα και ολμίσκους περιλαμβάνονταν ιματισμός και φαρμακευτικό υλικό.
Από τη μάχη όμως αυτή οι ΕΛΑΣίτικες αντιστασιακές οργανώσεις απέκτησαν και πολεμική εμπειρία για τη σημασία οργανωμένης μάχης με υψηλό αγωνιστικό ηθικό.
Στο πεδίο της μάχης, όπου στήθηκε αργότερα μεγαλοπρεπές μνημείο όπου σε ισάριθμες μαρμάρινες πλάκες αναγράφονται τα ονόματα των 7 Ελλήνων πεσόντων, κάθε χρόνο την ημερομηνία της μάχης, 12 Φεβρουάριου:
ΝΙΚ. ΣΩΤ. ΜΟΥΛΑΡΑΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΒΛΑΧΟΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡ. ΛΑΜΠΡΟΥ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΑΣ
ΖΗΣΗΣ ΝΙΚ. ΔΗΜΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΗΜ. ΚΑΡΑΖΗΣΗΣ
ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΥΤΣΙΑΛΗΣ



Το μνημείο των πεσόντων


Μια μαρτυρία, του Δημητρίου Ράπτη.


Η μάχη της Μερίτσας είναι σχεδόν άγνωστη στον πολύ κόσμο και επιδιώκοντας την κάνουμε πιο γνωστή στο ευρύ κοινό, τιμώντας του ήρωες που θυσιάστηκαν για την ελευθερία, παραθέτουμε σημαντικές πληροφορίες με τα παρακάτω εκπληκτικά κείμενα του Δημητρίου Ράπτη.

«Στις 10 του Φλεβάρη 1943 εφόσον πληροφορήθηκαν οι Ιταλοί ότι στα χωριά μας παρουσιάσθηκαν αντάρτες απαγόρευσαν τους πολίτες να πηγαίνουν στην Καλαμπάκα. Με τους Έλληνες πράκτορές τους έστειλαν μήνυμα να τους παραδώσουν τρόφιμα και ζώα. Οι αντιστασιακές οργανώσεις απήντησαν με το «μολών λαβέ». Ξεκίνησε τότε ένα τάγμα προς το χωριό Οξύνεια οι κάτοικοι φύγανε από το χωριό ουδείς έμεινε.
Μαθαίνουμε τη διαταγή από τον Αδαμάντιο προς όλους τους υπευθύνους των χωριών. Άπαντες οι κάτοικοι των χωριών εφεδρικός κ.τ.λ. θα είστε εν επιφυλακή μέχρι νεωτέρας μας διαταγής, υπογραφή Καπετάν Αδαμάντιος.
Στις 10 του μηνός την επομένη ημέρα το πρωί. Διαταγή. Άπαντες έτοιμοι. Οι Ιταλοί έκαμαν εκβιασμό εάν δεν επιστρέψουν οι κάτοικοι στο χωριό θα το κάψουμε. Έκαψαν το πρώτο σπίτι πολλοί φοβήθηκαν και ένας ένας επέστρεψαν. Τα μεσημέρι λαβαίνουμε διαταγή όλα τα γύρω χωριά να κινηθούν προς Οξύνεια, φυσικά όχι οι γέροντες όλοι οι νέοι. Θα χτυπήσουμε τους Ιταλούς. Τις ενέδρες τις είχαν στήσει. Σε δύο ώρες όλοι βρισκόμασταν στις θέσεις στα γύρω υψώματα με τσεκούρια, μαχαίρια και καραμπίνες. Εμπροσθοφυλακή οι αντάρτες και πλαγίως ήταν από τα χωριά η οπισθοφυλακή. Ο Αδαμάντιος, Ζαραλής, Παπαθανάσης ή Πούλιος τη δεξιά πλαγιά. Κόνισμα βρύση Κανάρη, διότι στη θέση αυτή έγινε η μεγαλύτερη μάχη κράτησε πάνω από τρεις ώρες. Τα πάντα έτοιμα.
Οι Ιταλοί ξεκίνησαν περί τις τρεις το απόγευμα αφού πρώτα έκαψαν 6-7 σπίτια, προς Καλαμπάκα. Το σύνθημα ήταν μόλις ακουστεί η πρώτη τουφεκιά να βάλουμε από όλες τις πλευρές να τους αιφνιδιάσουμε και να τα χάσουν.
Προχωρούσε η εμπροσθοφυλακή των Ιταλών. Μπροστά είχαν τους αγωγιάτες χωριάτες με τα ζώα που τα είχαν λάφυρα φορτωμένα. Στο χωριό δεν άφησαν τίποτε. Ζώα σκότωσαν τα βαρέλια με τα κρασιά τ’ άνοιξαν. Ήταν δε και μεθυσμένοι από τσίπουρο και κρασί. Έλεγε ο υπαξιωματικός Ιταλός Φερεντίνο όπως μας τα είπαν οι αγωγιάτες. Ο Φερεντίνο ήταν γαμπρός του Βασίλη Παπαφιλίππου από Καλαμπάκα. Πoυ Παρτιζιάνο, Παρτιζιάνο ε Παρτιζιάνο, έλεγαν στους αγωγιάτες. Εκεί που έλεγαν παρτιζιάνο ειρωνικά δίνετε η διαταγή πυρ, με την πρώτη ομοβροντία σκοτώθηκε ο Φερεντίνος, δεν τελείωσε τη λέξη «παρτιζιάνο» οι αγωγιάτες εγκατέλειψαν τα ζώα και κρύφτηκαν όπου ο καθένας να φυλαχτεί από τα πυρά, ουδείς αγωγιάτης έπαθε τίποτε.
Η εμπροσθοφυλακή των Ιταλών δεν κράτησε ούτε ένα τέταρτο. Ρίχτηκαν οι αντάρτες πιάσανε αιχμαλώτους, εκεί πιάστηκε ο Βασ. Παπαφιλίππου ζωντανός κουνιάδος του Φερεντίνο, ήταν με στολή ιταλική και δύο άλλοι της αυτής ράτσας.
Η οπισθοφυλακή των Ιταλών περίπου 300 μέτρα, εκεί βρίσκονταν ο ταγματάρχης Ιταλός ο οποίος έστησε τους όλμους και πολυβόλα και θέριζαν προς όλες τις κατευθύνσεις, επειδή ήμουν οπισθοφυλακή και γνωρίζω τα πυρά των Ιταλών πήγαιναν βροχή εκεί πάθαμε ζημιά σκοτωθήκανε επτά δικοί μας και η βροχή άρχισε να δυναμώνει. Μας πήρε η νύχτα, το πολυβόλο των Ιταλών και οι όλμοι βάλανε συνέχεια, τα πυρά τα δικά μας άρχισαν να αραιώνουν διότι δεν είχαμε σφαίρες, από τα αριστερά η οπισθοφυλακή η δική μας νεκρώθηκε. Η δεξιά με τον Αρχηγό Αρισ. Μπλούτσο προχωρούσε προς κατάληψη του τελευταίου πολυβόλου, φωνάζουν «τους φάγαμε αέρα απάνω τους, μην φοβάστε».
Τότε βλέπω, διότι πέταξαν και φωτοβολίδες, τον Ευάγγελο Αγγέλη από το χωριό μου Σταγιάδες ορμητικός και με φωνές πέφτει απάνω στο πολυβόλο με μια χειροβομβίδα. Σταμάτησαν τα πυρά, νύχτα βροχή δεν βλέπαμε τίποτε ο δε ταγματάρχης Ιταλός σκοτώθηκε εκεί στην ομάδα του Αρισ. Μπλούτσου τον σκότωσε ο Βαγγγέλης Αγγέλης, σκοτώθηκε και ο χωριανός μου ο Δήμος Ζήσης.

Αιχμάλωτοι Ιταλοί 150 νεκροί 161, περί τους 15 Ιταλούς έφυγαν και γλίτωσαν. Ακριβώς έτσι έγινε η μάχη. Πήραν μέρος σ’ αυτή τη μάχη τα χωριά Γαύρογο με επικεφαλή το Μάνδρα Βουρλοχώρι νυν Αχλαδαία, Κερασιά Θεοτόκος, Αγιόφυλλο επικεφαλής Αθαν. Πούλιος ιερεύς. Αγναντιά Σταγιάδες, Κακοπλεύρι (Πριόνια, Καταφύγι Γρεβενών περιφερείας) (Οξύνεια).
Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε και ο Ιωάννης Λάμπρου από Οξύνεια. Τους αιχμαλώτους Ιταλούς τους πήγαν το βράδυ στο Ξηροπόταμο. Την επομένη 12 του μηνός συγκεντρωθήκαμε στο χωριό Αγναντιά, εκεί φέρανε και τους αιχμαλώτους. Τους δώσανε φάγανε τους έβγαλαν τα ρούχα τους έδωσαν παλιά χωριάτικα και τους άφησαν ελεύθερους πήγαν στην Καλαμπάκα. Γράφει ο Αρσενίου στο βιβλίο του για τη μάχη Οξύνειας και φέρει τον Ζαραλή ως ενέργεια δική του. Ναι, ο Ζαραλής δε γνώριζε πολλά πράγματα ακολουθούσε πιστά τον Αδαμάντιο ως προς τη μάχη έδειξε ανδρισμό. Αλλά ως προς τα σχέδια και την απόφαση είναι του Αδαμαντίου αυτή είναι η αλήθεια. Δεν γνωρίζω αν στα αρχικά σχέδια στρατηγικής συμμετείχε και ο Ανθυπολοχαγός Αριστείδης Μπλούτσος».

Σημειώσεις

(1) Θα αναφερθούμε σε μια – για το πλατύ κοινό – άγνωστη πτυχή αυτής της σύγκρουσης ελληνικών χασιώτικων πατριωτικών δυνάμεων με τους κατακτητές και θα αναφέρουμε μερικά συγκεκριμένα άτομα της Οξύνειας που συνέβαλαν σημαντικά στη νικηφόρο έκβαση αυτής της μάχης και μάλιστα χωρίς όπλα.
Αυτές οι Οξυνειώτισσες και ο Οξυνειώτης δυστυχώς μέχρι τώρα δεν έτυχαν της απαιτούμενης προσοχής, της μνείας κατά την παρουσίαση του ιστορικού γεγονότος και ιδιαίτερα της προσήκουσας τιμής.
Επρόκειτο για τρία ανήλικα παιδιά, δυο κορίτσια κι ένα αγόρι, εκ των οποίων δυο είναι εν ζωή στην Οξύνεια. Ανήλικα μεν, αλλά χωρίς την αυτοθυσία τους, χωρίς τη διακινδύνευση της ζωής τους, είναι άγνωστο αν θα πετύχαινε τόσο γρήγορα και με ασφάλεια η επικοινωνία, η συνεννόηση των αγωνιστών έξω από το χωριό και των έγκλειστων συγχωριανών μέσα στο χωριό.
Δυο σχεδόν ταυτόχρονα γεγονότα καταγράφονται: ένα στο δυτικό μαχαλά του χωριού, στην Κούλια, κι άλλο ένα στο βόρειο μαχαλά, στη Βρύση Τρανή. Ας αρχίσω με το δεύτερο.

Το ιταλικό τάγμα, σαν σήμερα ακριβώς πριν 75 χρόνια (11.02.43), βρισκόταν ήδη τη δεύτερη μέρα στην Οξύνεια, με σκοπούς σε αρκετά φυλάκια στις κατάλληλες θέσεις, πολλοί κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει το χωριό και οι Ιταλοί απειλούσαν κι απαιτούσαν να επιστρέψουν οι Οξυνειώτες στα σπίτια τους. Κάποιοι στο χωριό θεώρησαν ορθό να ειδοποιήσουν τους συγχωριανούς τους ή οι απ΄ έξω ζήτησαν να πληροφορηθούν για τις προθέσεις των κατακτητών. Πριν το μεσημέρι έγραψαν πρόχειρα ένα σημείωμα με σχετικές οδηγίες κι έπρεπε να το περάσουν απαρατήρητα από κάθε σκοπό. Επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν ένα ανήλικο παιδί ως αγγελιαφόρο με την πεποίθηση ότι ο κάθε Ιταλός σκοπός δε θα αντλήσει καμια υποψία. Αυτός ο βαρύς κλήρος έπεσε στο τότε επτάχρονο αγόρι, το Σοφοκλή Πέτρου. Ο πρόεδρος Ηλίας Δωρούσης και ο ιερέας Χρήστος Μπαντζογιάννης έκρυψαν το σημείωμα στο τσιρέπι του δεξιού ποδιού του με την εντολή να το πάει ο Σοφοκλής στα μαντριά ανατολικά του χωριού στη θέση Γκαλντάρα. Βγαίνοντας από το χωριό, ο Ιταλός σκοπός, στη ραχούλα δίπλα απ΄ το σημερινί κτίριο του Δασαρχείου, σταμάτησε το μικρό Σοφοκλή και νοσταλγώντας ίσως κάποιο μικρό παιδί του στην Ιταλία, λέει στο φοβισμένο Σοφοκλή: «Picolo mio, picolo mio! (Μικρό μου!)». Ο Σοφοκλής διηγείται: «Με χαρά με αγκαλιάζει, με χαϊδεύει και με φιλάει στοργικά σα νάμουνα δικό του παιδί. Ενώ εγώ έβαλα στα κλάματα, φοβούμενος μην τυχόν ανακαλύψει το σημείωμα στο τσιρέπι μου, αυτός με καθησύχαζε με το ΄No, picolo, no!΄ Τελικά με άφησε να συνεχίσω το δρόμο μου ανενόχλητος». Ο κρυφός στόχος του Σοφοκλή ήταν να πει στον Χρήστο Δωρούση απέναντι απ΄ το ποτάμι Ρεντιμπέρος, να διαβάσει το σημείωμα που έγραφε περίπου τα εξής: «Μην έρθετε στο χωριό, πάρτε τα ζώα και κρυφτείτε από τους Ιταλούς. Ειδοποιείστε τους ανθρώπους στη Ζήγρια. Συμπτυχθείτε με άλλες δυνάμεις». Έτσι κι έγινε. Ο Χρήστος Δωρούσης ειδοποίησε όλα τα μαντριά στην περιοχή Γκαλντάρα, Γκρεμίνες και τον Γιώργο Τρέλλη στη Ζήγρια. Το γεγονός όμως ότι ο Σοφοκλής ήταν ακόμη μικρό παιδί που δεν ήξερε ακόμη να διαβάζει, δε σμικραίνει την πράξη του, αλλά την εξυψώνει και την κάνει ακόμη πιο γεναία.

Η άλλη αξιομνημόνευτη πράξη συντελέστηκε στην Κούλια, με πρωταγωνίστριες δυο ανήλικα κορίτσια και μια 25χρονη γυναίκα, εκ των οποίων μόνον ένα άτομο ζει. Νοτιοδυτικά της Οξύνειας είχαν αναπτυχθεί διάφορες αντιστασιακές ομάδες, η κάλλιστα οργανωμένη (Μ.Ι.Δ.Α.Σ.) υπό τον Οξυνειώτη υπολοχαγό του διαλυθέντος Ελληνικού Στρατού, Αριστείδη Μπλούτσο, σε υψώματα γύρω από τη Βρύση Κανάρη, Σταυρός, Σημείο, Τσιούμα Τόπρη και Μαντριά Μυλωνά. Ο Μπλούτσος μετά από ειλικρινή συνεννόηση με τους ομαδάρχες του Ε.Λ.Α.Σ. και των άλλων χασιώτικων αντιστασιακών ομάδων επεδίωξε να εξακριβώσει ποιο ήταν το πιο κατάλληλο καρτέρι, το σημείο ενέδρας κατά των Ιταλών. Ο Μπλούτσος γράφει: «Επειδή βασικός παράγων όστις θα καθώριζε την οριστικήν θέσιν της ενέδρας μας, ήτο το δρομολόγιον, το οποίον θα ηκολούθουν οι Ιταλοί κατά την αναχώρησίν των, έγραψα εν σημείωμα προς την Ανδρομάχην Ράπτη … το οποίον έκρυψα εις τας πλουσίας πλεξούδας της Βαϊτσας Παπαχρήστου … και της είπα να το πάη εις την οικίαν της Ανδρομάχης και να το δώση εις την ίδια»1. Αυτή η Βαϊτσα Παπαχρήστου, 12 χρονών τότε, είναι η αδελφή του πατέρα μου, η θεία μου. Η ίδια διηγείται: «Τότε πήγαινα με την αδελφή μου Θεοδώρα απ΄ το χωριό στο μαντρί μας στη Βρύση Κανάρη, κουβαλώντας φαγητά για γονείς κι αδέλφια. Σε μια διασταύρωση λίγο μετά το Εικόνισμα με σταμάτησε ο Χρήστος Μυλωνάς, έδωσα τον τροβά μου στην αδελφή μου και με πήρε μαζί του. Με συνόδεψε μέχρι λίγο πιο πέρα σε μια ράχη. Εκεί ήταν μια αχερώνα του Στέργιου Τσιλίκη, μέσα κάθονταν 30 – 40 άνδρες, στη μέση μια φωτιά και γύρω στημένα όπλα. Φοβήθηκα. Ένας αξιωματικός – αργότερα έμαθα ότι ήταν ο Αριστείδης Μπλούτσος – χτενίζοντας τα μαλλιά μου με την τσατσάρα του, μου έλεγε ότι θα πλέξει ένα σημείωμα στην κόσα μου και ότι πρέπει να το δώσω προσωπικά στην Ανδρομάχη Ράπτη στην άκρη του χωριού. Μου είπε ότι χρειαζόταν μια ειδοποίηση από το χωριό για το πού θα κατευθυνθούν οι Ιταλοί όταν θα φύγουν απ΄ το χωριό: προς το Κακοπλεύρι ή στην Καλαμπάκα. Ήταν μεσημέρι. Στο δρόμο φοβόμουν μη με κάνουν έλεγχο οι Ιταλοί. Στο σημερινό σπίτι του Χρήστου Μυλωνά στεκόταν ένας Ιταλός σκοπός, αρματωμένος με όπλα και σφαίρες σταυρωτά. Φοβήθηκα μη με αρπάξει απ΄ τα πυκνά μαλλιά μου και πέσει το μυστικό σημείωμα. Ο σκοπός με είδε, αλλά ευτυχώς δε με πρόσεξε περισσότερο κι έστριψα προς τα πάνω. Μετά έφτασα στην Ανδρομάχη και της είπα να βγάλει το σημείωμα από την κόσα μου. Περνώντας πάλι μπροστά από το σκοπό χωρίς να μου πει κάτι, πήγα στο σπίτι μας».
«Το σημείωμα», συνεχίζει ο Μπλούτσος, «δεν άργησε να φθάση εις τα χέρια της Ανδρομάχης, όπως δεν άργησε να μας έλθη και η απάντησις κατά τας απογευματινάς ώρας, με τον ίδιον τρόπον και με αγγελιαφόρον πλέον την μικράν αδέλφην της Ανδρομάχης, Μαριάνθην Ράπτη» (2).
Και τα τρία αυτά τα ανήλικα παιδιά, ο Σοφοκλής Πέτρου του Νικολάου και της Ευφροσύνης, η Βαϊτσα Παπαχρήστου του Δημητρίου και της Σταμούλως και η Μαριάνθη Ράπτη του Βασιλείου και της Γεωργίας, κουβάλησαν ένα πολύ σοβαρό μυστικό, κρυμμένο στο σώμα τους: στις πλεξίδες ή στο τσιρέπι και το διεβίβασαν – ως στρατιωτικοί διαβιβαστές! – στα αντίστοιχα άτομα. Γι΄ αυτό το λόγο αξίζουν όχι μόνον συγχαρητήρια, αλλά μια ιδιαίτερη τιμή και οι θανούσες ήδη και οι δυο ζώντες.
Ο ρόλος του καθενός ως αγγελιαφόρος σημαντικότατων ειδήσεων ήταν αντιστασιακός γιατί αυτά τα τρία ανήλικα παιδιά με την ανταλλαγή ειδήσεων συνέβαλαν στην άρτια κι έγκαιρη προετοιμασία και τελικά στην επιτυχή έκβαση της μάχης στη Βελίκα Μερίτσας (Οξύνειας) και γενικότερα της πρώτης οργανωμένης μάχης της ελληνικής αντίστασης. Αν τυχόν βρεθούν αυτά τα τρία ή κι άλλα σχετικά σημειώματα, θα είναι προορισμένα για το υπό ίδρυση Αγροτικό Μουσείο της Οξύνειας!
Ολόκληρο το χωριό μου Οξύνεια γνώριζε το μυστικό της επικείμενης μάχης και το κράτησε καλά. Ούτε μια λέξη δεν προδόθηκε στους Ιταλούς!

(2) Μπλούτσος Αριστείδης, Η μάχη της Οξυνείας (Μερίτσας) Καλαμπάκας. Ανάτυπο από τα «Τρικαλινά» τ. 9ος (1989)

Πηγές: Ριζοσπάστης Τρίτη 9 Μάρτη 2010, inagreece.gr, Δρ. Ευθύμιος Χρ. Παπαχρήστος

Εθνική Αντίσταση
ΔΣΕ