Ο 18χρονος Σοκαριανός Σταύρος Ανδρεαδάκης

και η ιστορία των 27 εκτελεσθέντων αγωνιστών της Αντίστασης από το Σοκαρά Κρήτης, η ιστορία ενός χωριού που θάφτηκε, γιατί οι κάτοικοί του ανήκαν στο ΕΑΜ και ήταν κομμουνιστές.

Tου Γεωργίου Χαρ. Καρτσωνάκη, Δικηγόρου Ηρακλείου

Στις 17 Αυγούστου του 1944, λίγους μήνες πριν την απελευθέρωση της Ελλάδας από τη ναζιστική κατοχή (αν και η Κρήτη απελευθερώθηκε αργότερα, με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου) και την ίδια μέρα με το Μπλόκο της Κοκκινιάς, 27 αγωνιστές της Αντίστασης από το χωριό Σοκαρά στο νομό Ηρακλείου, εκτελέστηκαν ομαδικά από τους ναζί κατακτητές.

Ο 18χρονος Σταύρος Ανδρεαδάκης που τον έδεσαν σε πάσσαλο και ύστερα του έβγαλαν τα δόντια και τα νύχια χωρίς να ΛΥΓΙΣΕΙ


Στον Σοκαρά Ηρακλείου την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής είχε δημιουρνηθεί οργανωμένη πολυμελής Ομάδα του ΕΑΜ, που συνεδρίαζε και έπαιρνε αποφάσεις για την πορεία του αγώνα, άλλοτε στο σπίτι του εκλεγμένου αλλά αποπεμφθέντος από τους Γερμανούς Προέδρου της Κοινότητας Ηλία Χαλκιαδάκη, άλλοτε στο σπίτι του Προέδρου της Ομάδας Αριστείδη Γυπαράκη.

Από το 1943 η Κράις Κομμαντατούρ συνέλεγε στοιχεία σε βάρος των Σοκαριανών. Μια άγνωστη σε πολλούς επιχείρηση που δεν υλοποιήθηκε τελικά, ήταν η απόφαση για την απαγωγή και εκτέλεση του διερμηνέα της Μυστικής Αστυνομίας Μοιρών, Νικολάου Μαγιάση, που απετράπη την τελευταία στιγμή, με την σκέψη να μην ενοχοποιηθεί ο Σοκαράς και υπάρξουν αντίποινα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού. Ο Μαγιάσης πέρασε από την γέφυρα κάτω από την οποία ήταν κρυμμένοι οι Σοκαριανοί, που είχαν ειδοποιηθεί την τελευταία στιγμή να μην εκτελέσουν την εντολή και δεν είχαν τον χρόνο της ασφαλούς διαφυγής.

Η Ομάδα του Σοκαρά τροφοδοτούσε τις Ανταρτικές Ομάδες, αντήλλασσε πληροφορίες και έγγραφα, έκρυβε και τροφοδοτούσε τους στρατιώτες των συμμάχων, γι αυτό και ορισμένα πρόσωπα παρακολουθούντο, όπως οι Βαλαβάνηδες, ο Παντελής Κοτσαρίδης, ο Οδυσσέας Κουτεντάκης, ο Δημήτρης Αβανίδης, ο Ελευθέριος Παυλίδης και άλλοι οι οποίοι για να αποφύγουν την σύλληψη, αναγκάστηκαν να αναχωρήσουν για τη Μέση Ανατολή.

Στις 25 Μαρτίου 1942, ο Υπολοχαγός Δημήτρης Βαλαβάνης, στην επέτειο της Εθνικής Παλιγγενεσίας, είχε εκφωνήσει πύρινο λόγο στο Δημοτικό Σχολείο Σοκαρά στους μαθητές, στους γονείς τους και τους Σοκαριανούς που είχαν την τύχη να παρευρίσκονται στην εκδήλωση. Με την ομιλία του σκοπούσε να αναπτερώσει το ηθικό φρόνημα των Σοκαριανών. Οι Γερμανοί πληροφορήθηκαν την εκδήλωση και τον έθεσαν υπό παρακολούθηση, επίσης του επέβαλαν να εμφανίζεται μία φορά την εβδομάδα στο Φρουραρχείο Πύργου. Στο σπίτι του στο Βελούλι (οικισμός του Σοκαρά), ο Βαλαβάνης φιλοξενούσε Αγγλους πράκτορες και καταδιωκομένους από τους Γερμανούς. Στο σπίτι του φιλοξενήθηκαν οι Ελληνες και ξένοι σαμποτέρ, που συμμετείχαν και στα δύο σαμποτάζ του αεροδρομίου Καστελλίου, όπως ο Γιώργης Ψαράκης, ο Κίμων Ζωγραφάκης, ο Γιώργης Δουνδουλάκης, ο Κωστής Μαυραντώνης, ο Μανώλης Καμπάκης και άλλοι. Τα αδέλφια του Γεώργιος Βαλαβάνης, μετά το πρώτο και Κων/νος και Πέτρος Βαλαβάνης μετά το δεύτερο σαμποτάζ συνόδευσαν με ασφάλεια τους σαμποτέρ στην Τρυπητή από όπου έφυγαν μαζί τους στην Αίγυπτο. Μετά την αναχώρηση των αδελφών του, έπαυσε να εμφανίζεται στο Φρουραρχείο και έτσι κηρύχτηκε φυγόδικος. Αρχές Φεβρουαρίου 1944, ο Δημήτρης Βαλαβάνης συνελήφθη στο σπίτι του στο Βελούλι από γερμανικό απόσπασμα, συνοδευόμενο από τον Νικόλαο Μαγιάση. Αρχικά μεταφέρθηκε στις Μοίρες, όπου υποβλήθηκε σε απάνθρωπα βασανιστήρια. Λέγεται ότι του έβγαλαν τα νύχια των χεριών και των ποδιών και από τις Μοίρες μεταφέρθηκε στην Αγυιά Χανίων, όπου στις 21 Φεβρουαρίου 1944, εκτελέστηκε.

Τον Φεβρουάριο του 1944, αντάρτες με την συνεργασία Σοκαριανών, συνέλαβαν και ξυλοκόπησαν άγρια τους αδελφούς Μακρυδάκη, καταγόμενους από τον Κρουσώνα, οι οποίοι είχαν επισκεφθεί το Σοκαρά για προσωπικούς λόγους. Είχαν καταταγεί στο Σώμα του αιμοσταγούς Φριτς Σούμπερτ. Αιμόφυρτους τους μετέφεραν κοντά στο Λαράνι και τους έρριψαν σε απύθμενο βάραθρο για να χαθούν τα ίχνη τους. Ο ένας εξ αυτών όμως επέζησε και την νύκτα τις κραυγές του για βοήθεια ήκουσε γερμανικό περίπολο, το οποίο τον ανέσυρε και τον μετέφερε για νοσηλεία στο Γερμανικό Νοσοκομείο της Γεωργικής Σχολής στον Αμπελούζο. Ο επιζήσας έδωσε τις δικές του πληροφορίες. Ετσι εμπλουτίστηκε ο «φάκελλος Σοκαρά» στο Γραφείο της Αντικατασκοπείας Χάρτμαν. Επικεφαλής του ήταν ο Γερμανός Ταγματάρχης Πασχάλης ή Ρουμπέρτος Ρουγγέρο, γνωστός με το ψευδώνυμο Χάρτμαν.

Το Γραφείο της Αντικατασκοπείας Χάρτμαν αρχικά και υπό τον αντικαταστάτη του έπειτα Αλέκο, είχε την πληροφορία ότι το χωριό Σοκαρά ήταν «Κομμουνιστική Φωλεά», ότι και προ του πολέμου δρούσε ο Κομμουνισμός. Επίσης ότι οι Σοκαριανοί εκτός του χωρίου τους κυκλοφορούν οπλισμένοι. Μάλιστα οι οπλοφορούντες υπερέβαιναν τους εκατό.

Οι Σοκαριανοί ανυπότακτοι και επαναστάτες, όπως είπαν, αρνούντο να καταβάλουν το παρακράτημα των καρπών των σιτηρών, που είχε επιβάλει η Νομαρχία Ηρακλείου, προκειμένου να συντηρούνται τα στρατεύματα Κατοχής. Ο Νομάρχης Ηρακλείου Εμμανουήλ Ξανθάκης, απηύθυνε σχετικό έγγραφο στην Κράις Κομμαντατούρ Ηρακλείου και αυτή στα Φρουραρχεία της Υπαίθρου, ζητώντας να εισπραχθεί η ποσότητα των σιτηρών δια της βίας, ακόμη και με κατάσχεση στα αλώνια και τις αποθήκες.

Τον Ιούνιο 1944, αντάρτες, συνεπικουρούμενοι από Σοκαριανούς, κούρεψαν τρεις δεσποινίδες στο Σοκαρά, που οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν στο Φρουραρχείο Ασημιού και το Φρουραρχείο Πύργου ως διερμηνείς και όχι μόνο. Επρόκειτο για την Μαρία Παπαδάκη, την Ριρίκα Μαργαριτάκη και την Ευφροσύνη Χουρδάκη.

Στις 12 Αυγούστου 1944 ο έφηβος Σοκαριανός Σταύρος Ανδρεαδάκης επιφορτίστηκε από την Οργάνωση του ΕΑΜ του Σοκαρά και συγκεκριμένα από τον Υπεύθυνο της Οργανώσεως της περιφέρειας Μονοφατσίου Ιωάννη Τριανταφύλλου, κάτοικο Ηρακλείου και τον Πρόεδρο της Οργανώσεως του χωρίου Σοκαρά Αριστείδη Γυπαράκη, να μεταβεί στο χωριό Αχεντριά και να διαβιβάσει διάφορα έγγραφα σοβαρού περιεχομένου στην εκεί Οργάνωση. Επιστρέφων, παρέλαβε, εκ της Οργανώσεως Αχεντριά, έγγραφα επίσης σοβαρού περιεχομένου, όπλα και σφαίρες, προοριζόμενα για την Οργάνωση του Σοκαρά, τα οποία, έκρυψε εντός φορτίου ξύλων, που φόρτωσε επί του ημιόνου του. Κατά την επιστροφή του όμως, στο Σοκαρά, τον συνέλαβαν οι Γερμανοί κοντά στο Μεσοχωριό, ερεύνησαν αυτόν και ανεύρον πάντα τα υπ αυτού κομιζόμενα, έγγραφα, όπλα και σφαίρες. Τον μετήγαγαν αμέσως στην Γερμανική Αστυνομία Χάρακα, όπου ανακρίθηκε πρώτα από τον Φρούραρχο Πύργου τον Βίλλυ Κούκλερ και μετά τον παρέδωσαν στην εντεταλμένη Γερμανική Αστυνομία Μοιρών. Εκεί ανακρίθηκε από τον Φρούραρχο της Γκεστάμπο Μοιρών τον διαβόητο Τίτο Σπρέγκερ. Στο Φρουραρχείο Μοιρών υπηρετούσε, ως διερμηνέας, ο «Ελληνας» Νικόλαος Μαγιάσης.

Ολιγομελής Ομάδα του ΕΑΜ του Σοκαρά αμέσως μετά την σύλληψή του Σταύρου και την μεταφορά του στο Χάρακα, υπολογίζοντας ότι θα μετεφέρετο στο Ηράκλειο, έστησαν ενέδρα μεταξύ Πραιτωρίων και Λιγορτύνου στη γέφυρα του Αναποδάρη, για να τον απαγάγουν από το απόσπασμα που θα τον συνόδευε, αλλά το απόσπασμα κατευθύνθηκε στις Μοίρες από άλλη διαδρομή και έτσι χάθηκε η ευκαιρία απελευθέρωσής του.

Ο Σταύρος Ανδρεαδάκης υπέστη ανηλεή ξυλοδαρμό. Οι πληροφορίες που αμέσως διέρρευσαν βεβαιώνουν ότι ο Σταύρος Ανδρεαδάκης υποβλήθηκε σε απάνθρωπα βασανιστήρια. Γείτονες των φυλακών στις Μοίρες διηγήθηκαν ότι τον σταύρωσαν. Ηταν τόσο το μίσος των δημίων που δεν μπορούσαν να πάρουν τις πληροφορίες που ήθελαν λόγω της άρνησης του Σταύρου να προδώσει τα μυστικά της Οργάνωσης που του εμπιστεύθηκαν, που αναγκάστηκαν να τον δέσουν σε πάσσαλο και ύστερα του έβγαλαν τα δόντια και τα νύχια, του έκοψαν τα αυτιά και στο τέλος του έκοψαν τις πατούσες των ποδιών. Το μίσος των δημίων δεν ικανοποιήθηκε ούτε τότε και για να καλύψουν τις απάνθρωπες πράξεις τους, συνέθλιψαν το σώμα του με ερπυστριοφόρο. Υπολείμματα από το σώμα του ήρωα περισυνέλεξε ο πατέρας του, Σταμάτης Ανδρεαδάκης, που είχε μεταβεί στις Μοίρες για να παρακαλέσει για την απελευθέρωσή του. Ο πρόχειρος ενταφιασμός του έγινε στον τόπο του μαρτυρίου του, στον Αγιο Αντώνιο, περιοχή του Βρέλι Μοιρών. Μετά μερικούς μήνες ο πατέρας του, μη αντέχοντας την απώλεια του γιου του και κυρίως τον τρόπο του μαρτυρίου του, τον ακολούθησε στο μακάριο ταξίδι του.

Για την εκτέλεση του Σταύρου Ανδρεαδάκη, παραπέμφθηκε σε δίκη ο διερμηνέας Νικόλαος Μαγιάσης, ο οποίος όμως με την με αριθμό 116/1946 απόφαση του Δικαστηρίου Δωσίλογων Ηρακλείου «Κηρύχτηκε αθώος λόγω αμφιβολιών της κατηγορίας ότι εξετέλεσε μετά Γερμανού στρατιώτου, κατ Αύγουστο 1944, μεταξύ Μοιρών και Αγίου Αντωνίου, ένα παιδί ηλικίας 18-19 ετών, αγνώστου ονοματεπωνύμου, με την κατηγορία ότι έκρυπτε όπλα».

«Ελεύθερη Γνώμη», Πρωτομαγιά του 1947

Αιτία της απαλλαγής ήταν ότι δεν κατέστη δυνατόν να αναγνωριστεί η ταυτότητά του θύματος. Δηλαδή με τα μέσα της εποχής, δεν μπόρεσαν οι αρμόδιες Αρχές να ταυτοποιήσουν και να προσδιορίσουν το ονοματεπώνυμο του θύματος. Το σώμα του θύματος δεν είχε πρόσωπο, δεν είχε μάτια, δεν είχε αυτιά, δεν είχε χέρια, δεν είχε πόδια. Ηταν ένα πολτοποιημένο σώμα. Δεν μπορούσε κανείς να τον αναγνωρίσει και να πιστοποιήσει την ταυτότητά του.

Τα αίτια της σύλληψης και εκτέλεσης των 27 Σοκαριανών αναφέρονται περιληπτικά στην με χρονολογία 14-8-1945 ένορκη κατάθεση του Πρωταγωνιστή των εκτελέσεων Νικολάου Μαγιάση, ο οποίος μεταξύ των άλλων καταθέτει: «Γνωρίζω ότι δια την σύλληψιν και εκτέλεσιν των είκοσι επτά Σωκαριανών, υπό των Γερμανών κατά μήνα Αύγουστον 1944, συνετέλεσαν αι εξής αφορμαί:

1. Η άρνησις των κατοίκων να παραδώσουν τον φόρον των σιτηρών εις την Νομαρχίαν, η είσπραξις του οποίου ανετέθη, κατόπιν της αρνήσεως των κατοίκων, εις τας Γερμανικάς Αρχάς.

2. Αι πληροφορίαι τα οποίας είχεν δώσει ο Αρχιπράκτωρ της Κατασκοπείας Χάρτμαν και ο Γκεσταμπίτης Εμμανουήλ Καλιτσούνης, ότι το χωρίον Σωκαρά υπήρξεν το κέντρον εις το οποίον έδρα και πρό του πολέμου ο Κομμουνισμός.

3. Το κούρεμα υπό των ανταρτών τριών δεσποινίδων ήτοι της Παπαδάκη, αδελφής του διερμηνέως Πύργου Παπαδάκη, μιας Χουρδάκη και ετέρας της οποίας δεν ενθυμούμαι το ονοματεπώνυμο.

4. Η σύλληψις υπό των Γερμανών εις την περιφέρειαν Μεσοχωριό ενός Σωκαριανού ηλικίας περίπου 20 ετών, ονόματι Ανδρεαδάκη, μεταφέρων όπλα μέσα σε καλάμια, τα οποία είχε φορτωμένα επί όνου και η ανευρεθείσα επ αυτού διαταγή της Οργανώσεως του ΕΑΜ, ως και έτεραι δύο προκηρύξεις της αυτής Οργανώσεως, οι οποίες έλεγαν κατά του Αντισυνταγματάρχου Πλεύρη, εκτελεσθείς παρά των Γερμανών.

5. Η απαγωγή υπό των ανταρτών δύο αδελφών εκ Κρουσώνος αγνώστου μοι ονοματεπωνύμου, του ενός εξ αυτών μεμνηστευμένου εκ του χωρίου Σωκαρά, εκ των οποίων ο εις εσώθη, ανευρεθείς εις τινα χαράδραν υπό των Γερμανών και ο έτερος εφονεύθη υπό των ανταρτών και

6. Η σύσκεψις των Γκεσταμπιτών Ε. Κ. Αβραμάκη και Χάρτμαν ότι εις Σωκαρά ευρίσκονται περί τα διακόσια πολεμικά όπλα. Εξ αιτίας όλων των ανωτέρω περιστατικών απεφασίσθη η καταστροφή του χωρίου Σωκαρά και ο τουφεκισμός των είκοσι επτά Σωκαριανών».

Για όλα τα παραπάνω η αντίδραση των στρατευμάτων κατοχής ήταν αναμενόμενη. Το Γραφείο Χάρτμαν, με πληροφορίας φυσικά Ελλήνων δωσιλόγων, προεξάρχοντος του Πρίαμου Αβραμάκη, είχε ετοιμάσει πλέον τον κατάλογο, που περιείχε 60 ονόματα Σοκαριανών. Ο κατάλογος αυτός γνωστοποιήθηκε στον Διοικητή του Φρουρίου Κρήτης, τον Στρατηγό Μύλλερ και αντίγραφό της μετέφερε ο Ανθυπολοχαγός Μπούνεμαν, που ήταν Αξιωματικός του Χάρτμαν, στον Φρούραρχο Πύργου Βίλλυ Κούκλερ και τον επικεφαλής της Γερμανικής Αστυνομίας Μονοφατσίου Τίτο Σιτρέγκερ, μαζί με την Διαταγή του Στρατηγού Μύλλερ για την άμεση σύλληψη και εκτέλεση των 60 Σοκαριανών και την καταστροφή του Σοκαρά.

Επικεφαλής του Γερμανικού Εκτελεστικού Αποσπάσματος για την εκτέλεση των 60 Σοκαριανών, ορίστηκε ο Στρατιωτικός Διοικητής Μονοφατσίου Ταγματάρχης Κόχεν Αουζεν.

Οι Σοκαριανοί είχαν τις πληροφορίες ότι κινδυνεύουν να συλληφθούν, γι αυτό μέσα στο χωριό εκινούντο με προφυλάξεις, τις νύκτες όμως διανυκτέρευαν στην εξοχή, στα βουνά και στα σπηλιάρια.

Την παραμονή -16 Αυγούστου 1944- ο Πρόεδρος της Κοινότητας Ασημιού Εμμανουήλ Καλιτσούνης, περιφερόμενος στον Σοκαρά, δήλωνε στους Σοκαριανούς να μην διανυκτερεύουν έξω από τα σπίτια τους, διότι εάν τα περίπολα ανεύρουν στην εξοχή άτομα που διανυκτερεύουν και κρύβονται θα εκτελούνται, ενώ όσοι ευρίσκονται στα σπίτια τους εγγυάται για την ασφάλειά τους και τη ζωή τους. Ετσι οι Σοκαριανοί πείστηκαν στις διαβεβαιώσεις του και εκείνο το βράδυ οι περισσότεροι κοιμήθηκαν στα σπίτια τους.

Την νύκτα της 16ης προς 17η Αυγούστου 1944, ο Νικόλαος Βασιλείου Μαγιάσης, διερμηνέας της Γερμανικής Αστυνομίας Μοιρών, διανυκτέρευσε στο σπίτι του Εμμανουήλ Καλιτσσούνη με το πρόγραμμα της επόμενης ημέρας, συνοδεύοντας τον Φρούραρχο Μοιρών Τίτο Σπρέγκερ. Μαζί τους, το πρωί, ο Φρούραρχος Πύργου Βίλλυ Κούκλερ, συνοδευόμενος από τους διερμηνείς του Παναγιώτη Παπαδάκη και Ιωάννη Νικητάκη, έφθασαν στο Σοκαρά, για να εκτελέσουν την διαταγή του Στρατηγού Μύλλερ. Την νύκτα ο Σοκαράς είχε περικυκλωθεί από δυνάμεις δύο λόχων του Γερμανικού Στρατού και με την ανατολή οι Σοκαριανοί (άνδρες και γυναίκες) κλήθηκαν να συγκεντρωθούν σε αίθουσα του Δημοτικού Σχολείου. Εκεί έγινε η αναγνώριση των ταυτοτήτων τους. Από τους 60 Σοκαριανούς που ήταν εγγεγραμμένοι στον κατάλογο ανευρέθησαν και συνελήφθησαν 29 άνδρες. Εξ αυτών οι δύο, ο Αριστείδης Γυπαράκης και ο γιος του Νικόλαος μεταφέρθηκαν στις Μοίρες, όπου υπέστησαν μύριους εξευτελισμούς και βασανιστήρια, έως ότου αφεθούν ελεύθεροι μετά από 22 ημέρες. Ο εκ των συλληφθέντων Γεώργιος Κυριακάκης, προσκλήθηκε από τον Τίτο Σπρέγκερ να παραδώσει το όπλο που κατείχε, εκείνος αρνήθηκε ότι είχε όπλο και υφιστάμενος εξευτελισμούς και ξυλοδαρμό μεταφέρθηκε με συνοδεία στο σπίτι του προκειμένου να γίνει έρευνα. Στην επίμονη άρνησή του έγινε επισταμένη έρευνα και το όπλο ανευρέθη μέσα στα άχυρα. Αιμόφυρτος, με σπασμένα και τα δύο χέρια, μεταφέρθηκε στην «ΣΠΗΛΙΑΡΑ», όπου είχαν μεταφερθεί εν τω μεταξύ και οι υπόλοιποι 26 άνδρες, αλυσοδεμένοι ανά τρεις.

Ετσι όλοι μαζί οδηγήθηκαν από τον βάρβαρο κατακτητή στο στάδιο του τελευταίου αγώνα, στο τότε ανώνυμο μέρος, τη «ΣΠΗΛΙΑΡΑ», με αξιοπρέπεια και έξαρση, με σεμνότητα και εθνική υπερηφάνεια, για να ακουμπήσουν την ιστορία. Στήθηκαν μπροστά στα πολυβόλα, χωρίς δίκη, χωρίς απολογία.



Το μνημείο στον Σοκαρά

Την επόμενη μέρα και αφού οι εκτελεσθέντες είχαν μείνει άταφοι, άκλαυτοι και αμοιρολόγητοι, οι Γερμανοί επανήλθαν με μία ομάδα κατοίκων του Ασημιού, τους οποίους αγγάρεψαν, προκειμένου να προβούν στον ενταφιασμό τους σε ομαδικό τάφο. Στο σημείο της εκτέλεσης ανάμεσα στους χωριανούς του περιεφέρετο ο Γεώργιος Ανδρεαδάκης του Σπυρίδωνος, ο οποίος προφανώς σκοπούσε να προσφέρει βοήθεια σε τυχόν επιζώντες, τον οποίο επίσης οι Γερμανοί εξετέλεσαν επί τόπου.

Μετά τις εκτελέσεις οι υπόλοιποι κάτοικοι (άνδρες και γυναίκες), μεταφέρθηκαν στο χωριό Ασήμι. Εξ αυτών έγινε επιλογή μερικών δεκάδων ανδρών, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στις Φυλακές Ηρακλείου (Στοά Μακάσι) και οι υπόλοιποι μετά από λίγες ημέρες επέστρεφαν στο χωριό τους. Κατά την επιστροφή έγινε αντιληπτό ότι οι Γερμανοί με τους συνεργάτες τους είχαν λεηλατήσει όλες τις οικίες, είχαν αφαιρέσει κάθε πολύτιμο από ρούχα, έπιπλα, οικόσιτα, γεωργικά εργαλεία, καρπούς κλπ ακόμα και τις πόρτες και τα κεραμίδια των οικιών. Η πλήρης καταστροφή και ερήμωση. Η καταστροφή περιγράφεται περιληπτικά στο πρόσφατα εκδοθέν βιβλίου του Σήφη Κοσόγλου, Καθηγητή και Ιστορικού με τον τίτλο «Τη 17 Αυγούστου 1944, Ετυφεκίσθημεν, Ελεηλατήθημεν και Εδιώχθημεν υπό των Γερμανών», όπου καταχωρούνται με γλαφυρότητα και δηλώσεις Σοκαριανών που έζησαν τα γεγονότα.

Ο Σοκαράς δεν ζητιάνεψε τίτλους δόξας και θυσιών. Γονάτισε αλλά δεν υπέκυψε. Προδόθηκε αλλά δεν λύγισε. Νικήθηκε αλλά δεν σκλαβώθηκε. Εχασε τη μάχη αλλά κέρδισε τον πόλεμο. Συνέχισε να αγωνίζεται για το Δίκαιο, το Καλό και το Ηθικό. Η ιστορική του πορεία είναι κεφάλαιο ηθικών επιταγών και διδαγμάτων, είναι φάρος που οδηγεί σε ασφαλείς δρόμους αδούλωτης πνευματικής συμπεριφοράς.

Στα "χρόνια της Ειρήνης" η Πατρίδα συμπεριφέρθηκε στο Σοκαρά ως «κακή μητριά». Ισως όμως, τώρα, ωρίμασε ο χρόνος για την αναγνώρισή του, ως «Μαρτυρικού χωριού», σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2503/1997. Ετσι θα δικαιωθεί ο αγώνας και η θυσία των Μαρτύρων της «Σπηλιάρας», οι οποίοι δεν ήταν άμαχοι αλλά συμμετείχαν ενεργά στην Αντίσταση κατά των Στρατευμάτων Κατοχής, γι αυτό και τους αναζήτησαν και τους εξετέλεσαν. Οι Σοκαριανοί Μάρτυρες έκαναν το καθήκον Τους, υπακούοντας στο ιστορικό προγονικό χρέος. Τους τίτλους δόξας και θυσίας, που αναζητούμε σήμερα, ΕΚΕΙΝΟΙ τους κέρδισαν με τον αγώνα Τους και τη ζωή Τους.

Η «ΣΠΗΛΙΑΡΑ» είναι ΣΥΜΒΟΛΟ ΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΙΔΕΑ. ΕΙΝΑΙ ΘΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ. Η πατρίδα θα αναλάβει κάποτε το χρέος της στις χήρες και τα ορφανά; Στο Πανελλήνιο σύμβολο θυσίας την Χαρκιαδογιώργαινα, που πρόσφερε στην Πατρίδα πέντε γιους και τον άνδρα της, στη Χαρκιαδοελένη, που πρόσφερε στην Πατρίδα τον πατέρα της, τον άνδρα της, τον πενθερό της και τέσσερα αδέλφια του άνδρα της, στο Νικόλαο Ορφανό που πρόσφερε τους τέσσερις γιους του, στον Γιαννουλομιχάλη, που πρόσφερε του τρεις γιούς του. . . . στα αγέννητα και αβάπτιστα παιδιά των εκτελεσθέντων που έλαβαν το όνομα των Μαρτύρων γονιών Τους;



Πηγή: Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος



Εθνική Αντίσταση

ΔΣΕ