ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ





Δ. ΓΛΗΝΟΥ: «Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ»
Η φασιστική ιδεολογία

PictureΔεξιά ο Δ. Γληνός, αριστερά ο Κ. Βάρναλης και στη μέση ο Ν. Καστρινός ο πρώτος αρθρογράφος του «Ριζοσπάστη» Εισαγωγή

Ο Δ. Γληνός είταν ο καλύτερος εκπρόσωπος της Νεοελληνικής διανόησης. Η σταδιοδρομία του είταν βασανιστική και αγωνιώδης προσπάθεια να βάλει την πλούσια προσωπικότητά του στην υπηρεσία του ελληνικού λαού, είταν αστός διανοούμενος από κοινωνική καταγωγή, μόρφωση, τρόπο ζωής.
Με την πλουτοκρατική κοινωνία είχε πολύπλευρους δυνατούς δεσμούς και μέσα στα πλαίσιά της σπατάλησε στα καλύτερα χρόνια της ζωής του θησαυρούς σκέψης, γνώσης, μόχθων δραστηριότητας. Μα όπως έλεγε ο ίδιος κυλούσε το λίθο του Σίσυφου. Η αστική τάξη στραγγαλίζει το πνεύμα, πνίγει την προσωπικότητα. Κάνει την «εισωπέδωση» με την άθλια ύπαρξή της την πλεονεχτική, την αντιδραστική, την αχόρταγη που στην εκμετάλευση των λαών και στον πλούτο ενσαρκώνει πνεύμα ηθικές και εθνικές και εκπολιτιστικές αξίες. Και ο Δ. Γληνός, αυτός ο ανώτερος άνθρωπος, είχε τη δύναμη και το ηθικό σθένος σε προχωρημένη ηλικία να κόψει κάθε δεσμό με την αστική τάξη και να περάσει με το μέρος του ελληνικού λαού. Προσχώρησε στο Κομμουνιστικό στρατόπεδο αφού η θεωρητική μελέτη του κομμουνισμού και τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα της εποχής μας τον έπεισαν ότι ο κομμουνισμός αντιπροσωπεύει την πρόοδο, την ευτυχία, τον πολιτισμό της ανθρωπότητας.
Πρόλογος του Κώστα Βάρναλη στην έκδοση του βιβλίου του Δημήτρη Γληνού «Η Τριλογία του πολέμου», στα 1956, από τις εκδόσεις «Φλόγα».

Πρόλογος


ΣΤΗΝ ΠΙΟ ΚΡΙΣΙΜΗΝ ώρα της σύγχρονης ιστορίας. την ώρα που ένας αμαρτωλός κόσμος γκρεμίζεται κ' ένας καινούργιος ανεβαίνει. την ώρα, που ο παλιός ο κόσμος τα παράτησε όλα κ' ένα μονάχα πράμα στοχάζεται και ετοιμάζει: τον πόλεμο, δεν μπορούσε να εκδοθεί βιβλίο πιο χρήσιμο και διαφωτιστικό για τους φίλους της ειρήνης και της προκοπής της ανθρωπότητας από την «Τριλογία του Πολέμου» του σοφού κι αξέχαστου Δασκάλου κι Αγωνιστή, του Δημήτρη Γληνού.
Μέσα στην πνευματική σύγχιση, που σκόπιμα τη δημιουργούνε με τα όργανά τους οι υπεύθυνοι. μέσα στο πλήθος των ανοήτων και πλανερών θεωριών, που ζητάνε να δικαιολογήσουνε τον πόλεμο σαν «αναγκαίον κακόν» ή «αναγκαίον αγαθόν», η λαγαρή, η επιστημονική και τίμια σκέψη του Δασκάλου φωτίζει το πρόβλημα απ' όλες τις πλευρές και δείχνει το σωστό δρόμο της σωτηρίας από την Καταστροφή.
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ του τόγραψε ο Δάσκαλος εξορισμένος στη Σαντορίνη, στις παραμονές του Βου Παγκόσμιου πολέμου, στα 1938. Είναι τόσο ζωντανό κι αληθινό, που νομίζει κανείς πως ο «πόλεμος που έρχεται», δεν είναι ο χτεσινός που ήρθε, παρά ο αυριανός που ετοιμάζεται ναρθεί.
Η «Τριλογία του Πολέμου» είναι μοναδικό βιβλίο στην ιστορία της ελληνικής Σκέψης. Μοναδικό για την επιστημοσύνη του, την τετράγωνη λογική του, το ρεαλισμό του και τη διαλεχτική του: τη διαλεχτική του ιστορικού υλισμού, που έξω απ' αυτόν καμιά γνώση των κοινωνικών φαινομένων δεν είναι μπορετή.
Ξετινάζοντας με τη σειρά τους μια - μια όλες τις ερμηνείες του πολέμου (την υπέρλογη, την προσωποκρατική, την ηθική, την ιδεαλιστική, την εθνικιστική, την εκπολιτιστική, τη βιολογική, την οικονομική) και κατεβάζοντας το θέμα από τη σφαίρα των αυθαιρέτων κι απατηλών εννοιών στο έδαφος της επιστήμης, ξεχωρίζει τις πραγματικές αιτίες, που γεννούνε και διαιωνίζουνε το κακό κι αποδείχνει πως μήτε «μυστήριον» είναι μήτε κι αναπόφευκτο. Αλλά κανένας άλλος τρόπος δεν υπάρχει ν'αποτραπεί το κακό, κανένας άλλος από την αλλαγή των αντικειμενικών όρων της κοινωνικής συμβιώσεως: δηλαδή με την κατάργηση της ταξικής κοινωνίας, που δεν μπορεί μήτε να διατηρήσει μήτε να μεγαλώνει την κυριαρχία της απάνω στους λαούς παρά με τον ακατάπαυτον πόλεμο.
Η οξύτητα, το βάθος, η σιγουριά της σκέψης του Δασκάλου. η αξιωσύνη ν' απλουστεύει τα μπερδεμένα ζητήματα. η αναλυτική και συνθετική του μαεστρία και η επιγραμματικότητα του ύφους του κάνουνε το λόγο του και να πείθει και να γοητεύει. Ο Γληνός δεν είναι μονάχα μεγάλος Επιστήμονας, και μεγάλος Δάσκαλος, είτανε και μεγάλος τεχνίτης. Αλλά πέρα, απ' όλ' αυτά. είτανε και μεγάλος άνθρωπος της δράσης, δεν του έφτανε να ξέρει το σωστό, να το διδάσκει και να το διατυπώνει τέλεια παρά κι αγωνιζότανε να το πραγματοποιήσει. Στάθηκε σε μιαν ανοδική περίοδο της ιστορίας μας ο ρυθμιστής του πνευματικού ξαναγεννημού του έθνους. Στάθηκε ο φωτισμένος αρχηγός του εκπαιδευτικού δημοτικισμού. Χωρίς αυτόν δε θα γινότανε ποτές η γλώσσα του έθνους γλώσσα της εθνικής παιδείας. Αυτός πραγματοποίησε τ' όνειρο τόσων προοδευτικών Ελλήνων του αιώνα μας, που φαινότανε πως θα μείνει μόνον όνειρο - αν και η Αντίδραση έκανε και κάνει το παν για να χαλάσει κι αυτό το λίγο που απόμεινε από τη μεγάλη προσπάθεια.
Αλλά, σα ρεαλιστής, δε γελιότανε πως θα μπορούσε μ' ένα νόμο ν' αλλάξει την πνευματική πορεία του έθνους. Επρεπε νάχει μαζί του και τα όργανα της Μεταρρύθμισης, τους δασκάλους που στην πλειονότητά τους είταν αντιδραστικοί ή απαισιόδοξοι. Για τούτο οργάνωσε συνέδρια των λειτουργών της λαϊκής παιδείας για να τους εξηγήσει τη σπουδαιότητα της μεταρρύθμισης κι ανάλαβε και τη διεύθυνση του Διδασκαλείου της Μέσης κι αργότερα της Παιδαγωγικής Ακαδημίας για να παρασκευάζει τα συνειδητά στελέχη της πνευματικής λύτρωσης του λαού από το βραχνά της αγλωσσίας.
Εδώ πρέπει να προσθέσουμε μιαν άλλη αρετή του Δασκάλου. Την αρετή του Αγορητή. Αν τα γραφτά του έχουνε το χάρισμα του ισορροπημένου λόγου των κλασσικών κειμένων («η αιτία να μην παράγει μήτε περισσότερο μήτε λιγότερο αποτέλεσμα απ' όσο περιέχει»), ο προφορικός του λόγος άστραφτε όλος από τη φλόγα και το πάθος της πίστης και της αλήθειας.
Αλλά για να συμπληρώσουμε το σκίτσο του Δασκάλου και Φίλου, ό,τι τα έκαμνε αναμφισβήτητον οδηγόν ψυχών και έργων είταν η δύναμη της προσωπικότητάς του. Η παρουσία του, σε κάθε περίσταση, αποτελούσε εγγύηση της νίκης του σωστού.
Οσοι τον ακούσανε σα Δάσκαλο είτε στα επίσημα ιδρύματα είτε στ' ανεπίσημα (της εξορίας!) άθελά τους, πήγαινε η σκέψη τους στα λίγα επιγραμματικά, που λέει ο Θουκιδίδης για τον Περικλή, που τον ορίζει άξιον «γνώναι τα βέλτιστα και ερμηνεύσαι αυτά», δηλαδή άξιον να καταλαβαίνει το σωστό και να το εξηγεί.
Κι' αυτό το χάρισμα τόχε με το παραπάνου ο Δάσκαλος. Και το χάρισμα τούτο τόχει επίσης με το παραπάνου και το μνημειακό τούτο βιβλίο του.
Αθήνα 5-3-56
Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ

«Οι μονόλογοι του ερημίτη της Σαντορίνης»
Η γέννηση του φασισμού



Ο φασισμός είνε η έκφραση της αστικής απολυταρχίας, του αστικού δεσποτισμού. Με το φασισμό περνάει η αστική τάξη από την περίοδο του φιλελευθερισμού στην περίοδο της τυραννίας. Είνε το τελευταίο στάδιο της αστικοκαπιταλιστικής κυριαρχίας.
Το ρωμαϊκό αυτοκρατορικό imperium είταν η τελευταία φάση της δουλοχτητικής οικονομίας, η απολυταρχία των Λουδοβίκων, των Αψβούργων, των Χοεντζόλλερν, των Ρωμανώφ είταν η τελευταία φάση της φεουδαρχικής οικονομίας· η απολυταρχία του φασισμού είνε η τελευταία φάση της καπιταλιστικής οικονομίας.

Πώς δημιουργήθηκε ο φασισμός, τι αντιπροσωπεύει, πού στηρίζεται, ποιες είνε οι επιδιώξεις του, ποια είνε η ιδεολογική του μορφή;

Ο φασισμός πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ιταλία αμέσως μετά τον παγκόσμιο πόλεμο. Ποιες αιτίες τον δημιούργησαν εκεί; Η Ιταλία στα 1914 βρισκότανε στο στάδιο της γοργής εκβιομηχάνισης. Μην έχοντας όμως πρώτες ύλες, ούτε κάρβουνο, ούτε πετρέλαιο, ούτε σίδερο αρκετό και μην έχοντας δικές της αγορές κατανάλωσης στο εξωτερικό, είχεν αρχίσει να δημιουργεί αποικιακό κράτος στη Λιβύη, ύστερ' από την αποτυχία της να καταχτήσει την Αβησσυνία. Το κράτος όμως αυτό είτανε μηδαμινό. Και ενώ στην αρχή του παγκόσμιου πολέμου βρισκότανε σε συμμαχία με τη Γερμανία και την Αυστρία, η θαλασσινή κυριαρχία της Αγγλίας την ανάγκασε να πάει με τους αγγλογάλλους με την ελπίδα, πως έτσι θα της δοθεί η ευκαιρία να δημιουργήσει μεγάλο κράτος αποικιακό. Οι ελπίδες όμως αυτές δεν ικανοποιήθηκαν μ' όλο το νικηφόρο τέλος του πολέμου . Και τότες η Ιταλία βρέθηκε μπροστά σε μιαν εσωτερική κοινωνική κρίση, που την έφερε στα πρόθυρα της κοινωνικής επανάστασης. Το εργατικό κίνημα φούντωσε. Οι εργάτες πιάσανε τα εργοστάσια. Η ρούσικη επανάσταση χρησίμευε για παράδειγμα στο ιταλικό προλεταριάτο.
Μα το ιταλικό σοσιαλιστικό κόμμα δε στάθηκε άξιο να οδηγήσει σε θετικό αποτέλεσμα την εξόρμηση αυτή. Και το προλεταριάτο της Ιταλίας βρέθηκε ακαθοδήγητο και απελπισμένο μετά την αποτυχία της επαναστατικής του εξόρμησης.

Από τη μια μεριά λοιπόν η οικονομική κατάσταση έσπρωχνε την Ιταλία σε μια ιμπεριαλιστική πολιτική και από την άλλη η κοινωνική επανάσταση, που φάνηκε να χτυπάει τα θεμέλια του οικονομικοκοινωνικού καθεστώτος της Ιταλίας, ξέπεσε σε αναρχικές ενέργειες. Σ' αυτό προστέθηκε και η δυσαρέσκεια των μικρών και μεσαίων αστών για το ανικανοποίητο της Ιταλίας, για την «αδικία» που της έγινε απάνω στη μοιρασιά της λείας του πολέμου από τους συμμάχους της και η δυσαρέσκεια αυτή, δημιουργώντας μια ψυχολογία ηττημένου νικητή, τόνωσε το εθνικιστικό πνέμα. Και τότε παρουσιάστηκε ο Μουσολίνι συγκεντρώνοντας και εκφράζοντας την πολλαπλήν ετούτη δυσαρέσκεια. Η μεγάλη αστική τάξη είτανε τρομοκρατημένη από την κοινωνική επανάσταση, τα μεσαία και μικροαστικά στρώματα απογοητευμένα, η εργατική τάξη σε αδυναμία να οργανωθεί και να κινηθεί σκόπιμα. Όλα τα αστικά κόμματα της Ιταλίας και όλος ο πολιτικός κόσμος είτανε χρεωκοπημένος. Ο Μουσολίνι παρουσιάστηκε σαν επαναστάτης, που ζητούσε από τη μια μεριά να ικανοποιήσει τις ανάγκες και τα αιτήματα του προλεταριάτου χωρίς ν' ανατρέψει το καπιταλιστικό καθεστώς στη βάση του και από την άλλη μεριά να ικανοποιήσει τις εθνικοϊμπεριαλιστικές διεκδικήσεις της Ιταλίας. Ο ιταλικός καπιταλισμός ένιωσε πολύ γρήγορα, πως ο Μουσολίνι που προερχόνταν από τα σοσιαλιστικά στρώματα, είτανε όμως αποστάτης του σοσιαλισμού, ερχότανε να στηρίξει το καπιταλιστικό καθεστώς και όχι να το γκρεμίσει. Γι' αυτό τον βοήθησε οικονομικά και τον έσπρωξε στην «επαναστατική» του κίνηση.

Τα μικροαστικά και τα μεσαία αστικά στρώματα, που εύρισκαν ικανοποίηση στα εθνικιστικά ιδανικά τους με το εθνικιστικό κήρυγμα της ενότητας και της ανάστασης του ιταλισμού του Μουσολίνι και που είτανε τρομαγμένα από τη ρούσικη επανάσταση και τα αναρχικά εργατικά κινήματα της Ιταλίας, οι άνεργοι μικροαστοί οι καταστρεμένοι από τον πόλεμο, οι διανοούμενοι προλετάριοι που έβρισκαν κλειστό το δρόμο μπροστά τους, πήγαν αθρόοι με το μέρος του Μουσολίνι. Ο στρατός και η δυναστεία τον ανέχτηκαν, τον άφησαν να οργανώσει ένοπλα σώματα, να χειροδικεί και να σκοτώνει τους αντιπάλους του. Και έτσι σε τέσσερα χρόνια μέσα ο Μουσολίνι βρέθηκε στην εξουσία.

Ανάλογες αιτίες δημιούργησαν το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα στη Γερμανία. Η Γερμανία μετά την αστική επανάσταση του 1848 είχε μπει σε μια περίοδο εκβιομηχάνισης απάνω σε μια κοινωνικοπολιτική βάση συμβιβασμού της αστικής τάξης με τη φεουδαρχία. Ο συμβιβασμός αυτός είχε για αποτέλεσμα τη γοργή οικονομική εξέλιξη της Γερμανίας, τη δημιουργία της κρατικής γερμανικής ενότητας με την ηγεσία της Πρωσσίας, τους νικηφόρους πολέμους του Μπίσμαρκ, μα και συνάμα την ανάπτυξη ενός μεγάλου προλεταριακού κινήματος, που το εκπροσωπούσε πολιτικά η γερμανική σοσιαλδημοκρατία.

Στις αρχές του εικοστού αιώνα η Γερμανία είχε φτάσει σ' ένα βιομηχανικό κορεσμό κ' είχε αναπτύξει μεγάλη οικονομική δραστηριότητα, που την οδηγούσε σε επέχταση και διείσδυση οικονομική προς όλες τις κατευθύνσεις. Η Γερμανία προχωρεί γοργά στη δημιουργία μεγάλου αποικιακού κράτους, στη διείσδυση προς την ανατολή. Το γερμανικό Drang nach Osten γίνεται ακατάσχετο.

Από τη στιγμή αυτή δημιουργούνται κίντυνοι πολέμου με τη Γαλλία, την Αγγλία και τη Ρωσία. Και όταν η γερμανική εξόρμηση με τη ναυπήγηση μεγάλου στόλου γίνεται πια άμεσα επικίντυνη για την υπόσταση του εγγλέζικου προπάντων ιμπεριαλισμού, ξέσπασε ο μεγάλος παγκόσμιος πόλεμος , που συνένωσε όλους τους άλλους ιμπεριαλισμούς ενάντια στο γερμανικό.

Ο νικημός της Γερμανίας την οδήγησε στην κοινωνική επανάσταση. Μα η επανάσταση εδώ με την ηγεσία της σοσιαλδημοκρατίας, που αποκεφάλισε τα άκρα επαναστατικά στοιχεία (Λίμπκνεχτ, Ρόζα Λούξεμπουργκ) που ήθελαν τη βασική ανατροπή του καπιταλιστικού καθεστώτος κατέληξε, στη νόθα μορφή της σοσιαλδημοκρατικής διακυβέρνησης.

Η σοσιαλδημοκρατία, διατηρώντας στη βάση του το καπιταλιστικό καθεστώς και όλο τον κρατικό και στρατιωτικό μηχανισμό της φεουδαρχοκαπιταλιστικής Γερμανίας ανέγγιχτο, στάθηκε ανίκανη ν' αντιμετωπίσει τα μεταπολεμικά προβλήματα της Γερμανίας. Ουσιαστικά, δεν εκυβέρνησε ποτέ τη Γερμανία η σοσιαλδημοκρατία. Στάθηκε ένα όργανο αρκετά γελοίο στα χέρια των φεουδαρχοκαπιταλιστών, που πίσω από τη ράχη της ετοίμαζαν και την ανατροπή της και τη νέα ιμπεριαλιστική εξόρμηση της Γερμανίας. Από τη μια μεριά οι βαρύτατες υποχρεώσεις, που επιβάλαν οι νικητές, η αφαίρεση του αποικιακού κράτους, η αφαίρεση μεγάλων πηγών από πρώτες ύλες, προπάντων σίδερου και κάρβουνου, έκαμαν δύσκολη τη συνέχιση της ιμπεριαλιστικής πολιτικής και της οικονομικής ανάπτυξης της Γερμανίας και από την άλλη μεριά η νόθα εσωτερική πολιτική δεν ικανοποιούσε ούτε το προλεταριάτο, ούτε τις αγροτικές μάζες. Η κοινωνική επανάσταση έφτασε σε έκτρωση. Γι' αυτό η Γερμανία πέρασε φριχτά χρόνια κάτω από τη διακυβέρνηση της σοσιαλδημοκρατίας χωρίς ελπίδα για καλυτέρεψη. Και οι δυσαρέσκειες συσσωρεύονταν απ' όλες τις πλευρές. Η μεγάλη φεουδαρχία και η μεγάλη κεφαλαιοκρατία είταν απόλυτα δυσαρεστημένες καθώς και τα άνεργα στελέχη του διαλυμένου κολοσσιαίου γερμανικού στρατού, τα μεσαία και τα μικροαστικά στρώματα εξαθλιωμένα, το προλεταριάτο και η αγροτιά ανικανοποίητοι. Και όλος ο λαός, όλες οι κοινωνικές τάξεις κάτω από το βαρύ συναίστημα της ήττας της ταπείνωσης της αδικίας.

Απάνω σ' ένα τέτιο έδαφος είνε ευκολονόητο πόσο γρήγορα έπιασε και φούντωσε ο εθνικοσοσιαλισμός. Αυτός ύψωσε τη σημαία του αγώνα για την ανόρθωση του γερμανικού λαού, για το ξέσκισμα της συνθήκης των Βερσαλλιών που εσυμβόλιζε το νικημό, την ταπείνωση, την αδικία, για την ενότητα της γερμανικής φυλής, για το ξαναπάρσιμο όλων των χαμένων αγαθών, για τη συνέχιση της κοσμοϊστορικής αποστολής του γερμανισμού. Με τα συνθήματα αυτά άγγιζε τις καρδιές όλων των γερμανών από το μεγαλοαστό ως τον τελευταίο προλετάριο της πόλης και του αγρού. Ξυπνούσε όλα τα όνειρα, ξαναζέσταινε όλα τα ιδανικά «Γερμανία ξύπνα, Γερμανία σήκω από τον τάφο».

Από την άλλη μεριά ο εθνικοσοσιαλισμός υποσχότανε να πραγματοποιήσει άμεσα τα αιτήματα του προλεταριάτου που η σοσιαλδημοκρατία στάθηκε ανίκανη να τα πραγματοποιήσει και υποσχότανε να το πράξει χωρίς να γκρεμίσει τα θεμέλια της καπιταλιστικής οικονομίας.

Οι μεγάλοι γαιοχτήμονες και οι μεγάλοι βιομήχανοι και τραπεζίτες ένιωσαν κ' εδώ, πως ο εθνικοσοσιαλισμός είτανε σύμμαχος, είταν η μόνη σωτηρία για το κλονιζόμενο καθεστώς τους. Και υποστήριξαν και οικονομικά και με όλα τα άλλα μέσα το Χίτλερ και τους οπαδούς του μόλις κατάλαβαν περί τίνος πρόκειται. Τα άνεργα στελέχη του γερμανικού στρατού πήγανε με το μέρος του, γιατί υποσχότανε τον επανεξοπλισμό και τη δημιουργία νέου μεγάλου γερμανικού στρατού. Τα μεσαία και τα μικροαστικά στρώματα, που τα είχε εξαθλιώσει η μακροχρόνια οικονομική κρίση και έβρισκαν κλεισμένο παντού το δρόμο, έτρεξαν και πύκνωσαν τα τάγματα εφόδου. Το ανικανοποίητο προλεταριάτο και η αγροτιά άρχισαν ν' ακούνε συμπαθητικά τις υποσχέσεις του για τις άμεσες πραγματώσεις, οι πεινασμένες στρατιές των άνεργων βρήκανε λιμάνι σωτηρίας στα τάγματά του. Κ' έτσι το κίνημα του Χίτλερ με μια γοργότατη κατάχτηση στα πλατύτατα στρώματα του πληθυσμού έφτασε να πάρει την εξουσία μέσα σε δεκατρία χρόνια με τα νόμιμα μέσα της ψήφου, με την ανοχή από το κράτος των παραστρατιωτικών του οργανώσεων και της τρομοκρατίας του, με την οικονομική ενίσχυση του μεγάλου κεφαλαίου. Γκρέμισε τη σοσιαλδημοκρατία, που του είχε ανοίξει το δρόμο της εξουσίας, σκούπισε όλα τα πολιτικά κόμματα και εγκαθίδρυσε τη διχτατορία του με πλατιά λαϊκή βάση. Οι δυο αυτές τυπικές μορφές της διχτατορίας, ο φασισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός, είνε φανερό πως έχουνε κοινά τα γενεσιουργά τους αίτια. Κοινή είνε και η οικονομική βάση τους και το οργανωτικό και το ιδεολογικό τους εποικοδόμημα, μ' όλες τις εντελώς εξωτερικές παραλλαγές που παρουσιάζουνε.

Η οικονομική βάση του φασισμού

Ας εξετάσουμε λοιπόν πρώτα την οικονομική βάση του φασισμού για να κοιτάξουμε έπειτα το οργανωτικό και πνευματικό του εποικοδόμημα.

Η φασιστική διχτατορία είνε διχτατορία του καπιταλισμού στις χώρες, που κιντυνεύει περισσότερο από κάθε αλλού η υπόσταση του ή βρίσκει δυσκολίες μεγάλες στην επικράτησή του. Ο καπιταλισμός προσπαθεί με κάθε τρόπο να περισώσει το βασικό θεμέλιό του, δηλαδή την εκμεταλλευτική σχέση εργοδότη και εργάτη. Η σχέση αυτή κιντυνεύει από δυο πλευρές. Πρώτα - πρώτα από την αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής. Γιατί αυτή γεννάει τις οικονομικές κρίσεις, που συγκλονίζουν όλο το οικοδόμημα των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. Και κιντυνεύει ακόμα από τα συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργατών και από τις απεργίες, καθώς και από τα πολιτικά δικαιώματα των εργατών.

Το πρώτο λοιπόν, που επιδιώκει ο φασισμός είνε να παγιοποιήσει την εκμεταλλευτική σχέση εργοδότη και εργάτη, το πέρασμα της υπεραξίας στα χέρια των εργοδοτών. Και για να το πετύχει αυτό περιορίζει απ' όλες τις πλευρές και ουσιαστικά καταργεί τα συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργατών και προπάντων το δικαίωμα της απεργίας. Ο εργάτης πρέπει με απάτη και με βία να γίνει αιώνιος θεληματικός ή άθελος σκλάβος. Γι' αυτό η εργατική πολιτική του φασισμού ακολουθάει δυο δρόμους. Ο πρώτος είνε ο δρόμος της απάτης. Ο καπιταλισμός αναγκάζεται κάτω από τη φοβέρα της επανάστασης να κάμει όλες τις απαραίτητες θυσίες, που θα του εξασφαλίσουν την παραπέρα ύπαρξή του. Δέχεται και πραγματοποιεί ορισμένα αιτήματα, δανείζεται και εκφυλίζει τα επαναστατικά συνθήματα της εργατικής τάξης. Ορίζεται κατώτερο όριο στα ημερομίσθια, ανώτατο όριο δουλιάς, γίνονται ομαδικές συμβάσεις εργασίας, εφαρμόζονται οι κοινωνικές ασφαλίσεις, πραγματοποιείται κάποια κοινωνική πολιτική, ιδρύονται εργατικές λέσχες θέατρα για το λαό, μουσική, σπίτια ανάπαψης, ταξίδια αναψυχής, εξοχές για ταξίδια των εργατών, το μέτωπο «της χαράς με τη δουλιά». Όλα τούτα απομίμηση και χαμαιλεοντισμός από όσα γίνονται στη Σοβιετική Ένωση και όσα διεκδικούν τα κομμουνιστικά και σοσιαλιστικά κόμματα. Ένα είδος έκτρωση της επανάστασης. Η «φιλεργατική» αυτή πολιτική, ενώ φαινομενικά ικανοποιεί, ως σ' ένα βαθμό τα άμεσα εργατικά αιτήματα και δίνει στον εργάτη κάποιες εξασφαλίσεις, ουσιαστικά τον καρφώνει σε μια κατάσταση, που εύκολα μπορεί να χειροτερέψει και χειροτερεύει χωρίς ο εργάτης να μπορεί να κάμει τίποτε πια για να εμποδίσει τη χειροτέρεψη και χωρίς να μπορεί πια να αγωνιστεί ούτε για την άμεση καλυτέρεψη ούτε για τη μετατροπή της καπιταλιστικής οικονομίας σε σοσιαλιστική.

Η “φιλεργατική» πολιτική έχει σκοπό να τον αποκοιμίσει, να τον αποναρκώσει με την ικανοποίηση ενός ελάχιστου ποσού από τις διεκδικήσεις του για να του πάρει από την άλλη μεριά κάθε λεφτεριά και κάθε δυνατότητα για να διεκδικήσει πραγματικά και ως το τέλος τα δικαιώματά του. Το κράτος των καπιταλιστών γίνεται φιλεργατικό, φιλαγροτικό, φιλολαϊκό, για να μη φύγει η εξουσία από τα χέρια των αστών και γίνει τα κράτος εργατικά και αγροτικό, κράτος λαϊκό, κράτος χωρίς κοινωνικές τάξεις. Το φιλολαϊκό κράτος δεν είνε λαϊκό, όπως ο φιλανθρωπισμός δεν είνε ανθρωπισμός. Και πραγματικά. Βλέπουμε στα φασιστικά κράτη το κόστος της ζωής ν' ανεβαίνει και το ημερομίσθιο ουσιαστικά να γίνεται το μισό, οι ώρες της δουλιάς μεγαλώνουν χωρίς ο εργάτης να μπορεί πια να κάμει τίποτα για ν' αλλάξει την κατάσταση. Γιατί δίπλα στην απάτη βαδίζει η βία. Αυτός είνε ο δεύτερος δρόμος. Η υποχρεωτική διαιτησία καταργεί ουσιαστικά το δικαίωμα της απεργίας. Το «μέτωπο της εργασίας» και τα εργατικά τάγματα, όπου οι νέοι υποχρεώνονται για ορισμένα χρόνια να δουλεύουνε με στρατιωτική πειθαρχία και με μεροκάματο στρατιωτικού σιτηρέσιου χρησιμεύουνε για μια βίαιη λύση της ανεργίας.

Ο συνδικαλισμός κρατικοποιείται και «προσαρμόζεται» στα συμφέροντα του κεφάλαιου. Για να αποκατασταθεί η αρμονία «κεφαλαίου και δουλιάς» συγχωνεύονται τα εργατικά και τα εργοδοτικά συνδικάτα σε «συντεχνίες», για τα ξαναγυρίσουμε στην κλειστή οικονομία του μεσαίωνα.

Έτσι μαζί και με τα αντίστοιχα μέτρα στο οργανωτικό επίπεδο, που θα τα εξετάσουμε παρακάτω, παγιώνεται, απολιθώνεται η εκμεταλλευτική σχέση εργοδότη και εργάτη. Με ελάχιστες φαινομενικές θυσίες της κεφαλαιοκρατίας σώζεται η βάση της αστικής κοινωνίας, η ατομική ιδιοχτησία στα μέσα της παραγωγής και η ατομική οικειοποίηση στα προϊόντα της παραγωγής, με μια λέξη εξασφαλίζεται το πέρασμα της υπεραξίας στα χέρια της κυρίαρχης τάξης.

Για να κτυπηθεί η αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής και για να δημιουργηθεί ανεξαρτησία από τις διακυμάνσεις των τιμών στην παγκόσμια αγορά και από το συνάλλαγμα, εισάγεται η διευθυνόμενη οικονομία με καπιταλιστικό έλεγχο. Η εσωτερική αγορά πρέπει να γίνει όσο μπορεί πιο ανεξάρτητη από την εξωτερική και ως προς τα γεωργικά και ως προς τα χτηνοτροφικά και ως προς τα βιομηχανικά προϊόντα. Για το σκοπό αυτόν εισάγεται πρώτα-πρώτα έλεγχος και διακανονισμός της παραγωγής σε όλα τα είδη των προϊόντων από το κράτος. Δεύτερο μπαίνουνε προστατευτικοί δασμοί και ρυθμίζεται με απαγορευτικά μέτρα η εισαγωγή ξένων προϊόντων και τρίτο κανονίζεται αυστηρότατος έλεγχος στο συνάλλαγμα. Με αυτά τα μέσα πετυχαίνεται ανεξαρτησία από την εξωτερική αγορά των προϊόντων και ανεξαρτησία από την παγκόσμια τιμή του χρήματος, δημιουργιέται εσωτερική νομισματική πολιτική, που επιτρέπει την ανάπτυξη της παραγωγής και την κυκλοφορία των προϊόντων και το διακανονισμό των τιμών της εσωτερικής αγοράς με νόμισμα ανεξάρτητο από το απόθεμα σε χρυσό και ξένο συνάλλαγμα. Όλη αυτή η πολιτική κορυφώνεται στην έννοια της αυτάρκειας.

Η αναρχική καπιταλιστική οικονομία μετατρέπεται σε σχεδιασμένη οικονομία, σε διευθυνόμενη καπιταλιστική οικονομία. Όλη όμως ετούτη η προσπάθεια δεν μπορεί να επιτύχει παρά μόνο προσωρινά και μέσα σε ορισμένα όρια. Γιατί διατηρώντας τη βάση της καπιταλιστικής οικονομίας, την οικονομία του κέρδους και της εκμετάλλεψης, η διευθυνόμενη καπιταλιστική οικονομία δεν μπορεί να παραιτηθεί ούτε από την εκμετάλλεψη της εσωτερικής αγοράς, ούτε από την εκμετάλλεψη ξένων αγορών για πρώτες ύλες και για κατανάλωση. Η εσωτερική αγορά, όσο και αν παγιώνει την εκμετάλλεψη του αγρότη και του εργάτη και όσο και αν την επιτείνει κατεβάζοντας το επίπεδο της ζωής και των εργατών και των αγροτών, δεν μπορεί να ικανοποιήσει την εκμεταλλευτική οικονομία. Για τούτο η ανεξαρτησία από την εξωτερική αγορά είνε προσωρινή μόνο και φαινομενική και τελικά αδύνατη.

Οι μεγάλες βιομηχανικές χώρες, όπως η Ιταλία, η Γερμανία, η Ιαπωνία, είνε αδύνατο να πετύχουνε ολοκληρωτική ούτε καν σχετική ανεξαρτησία από την παγκόσμια αγορά πρώτων υλών, μ' όλα τα σχέδια της αυτάρκειας. Και είνε αδύνατο να στερηθούν από μεγάλες εξωτερικές καταναλωτικές αγορές. Για το λόγο αυτό σπρώχνονται ακατανίκητα προς τον ιμπεριαλισμό. Είνε ζήτημα ζωής ή θανάτου γι' αυτές να προμηθεύονται πρώτες ύλες σε τιμές χαμηλές, άρα να έχουν αποικίες, όπου χρωματιστοί σκλάβοι να παράγουν πρώτες ύλες ζώντας σε χαμηλότατο επίπεδο ζωής και να έχουνε μισοαποικιακές εξαρτημένες χώρες, όπου λευκοί ή κίτρινοι αγρότες και εργάτες να δουλεύουν με ημερομίστια πείνας για την ντόπια τους και την ξένη κεφαλαιοκρατία. Και είνε ζήτημα ζωής ή θανάτου για τις μεγάλες βιομηχανικές χώρες να πουλάνε τα βιομηχανικά προϊόντα τους με όσο μπορεί μεγαλύτερο κέρδος σε άλλες χώρες σε καταχτημένους ή σε μισοαποικιακούς λαούς. Είνε λοιπόν απόλυτη ανάγκη για τις χώρες αυτές να έχουνε δικό τους imperium. Ώστε το πρόβλημα του ιμπεριαλισμού παραμένει ακέραιο, επιταχτικό, απαιτητικότατο μπροστά τους και μη μπορώντας να το λύσουνε διαφορετικά παρά με την επιβολή της βίας, εξοπλίζονται υπερεντατικά, θέτουν όλη την οικονομία τους σε κατάσταση πολεμική. Μα η κατάσταση τούτη οξύνει ακόμη περισσότερο το πρόβλημα, μολονότι δημιουργεί μια προσωρινή ένταση της παραγωγής και απορρόφηση της ανεργίας. Γιατί η πολεμική παραγωγή δεν μπορεί να εξακολουθήσει σε μακρό χρονικό διάστημα χωρίς να πετύχει αποτελέσματα. Οδηγεί τις χώρες αυτές σε οικονομικόν όλεθρο, σε γκρέμισμα όλης της οικονομίας τους. Για τον λόγον αυτόν οι φασιστικές χώρες είνε απαρέγκλιτα υποχρεωμένες ή να πετύχουνε το ξαναμοίρασμα των αγορών πρώτων υλών και αγορών κατανάλωσης, αποσπώντας αποικίες και σφαίρες οικονομικής επιρροής από τις άλλες καπιταλιστικές χώρες, ή να καταστραφούν, να περιπέσουν σε εσωτερική επανάσταση. Η φασιστική οικονομία οδηγεί με μαθηματικό καταναγκασμό στον πόλεμο, σε πόλεμο καταχτητικό (Αβησσυνία, Κίνα), σε πόλεμο εμφύλιο (Ισπανία), σε πόλεμο ανάμεσα στους καπιταλιστές, όπως αυτός, που μόλις αποσοβήθηκε, τον περασμένο Σεπτέμβρη. Το φοβερό δίλημμα, που υψώνεται μπροστά στις φασιστικές χώρες, είνε ή πόλεμος ή εσωτερική επανάσταση.

Το οργανωτικό εποικοδόμημα του φασισμού

Για τούτο και στο οργανωτικό επίπεδο η φασιστική διχτατορία εκδηλώνεται σαν μετατροπή του κράτους σε στρατόπεδο και φυλακή.

Το φασιστικό κράτος γίνεται «ολοκληρωτικό», δηλαδή καταργεί όλες τις λεφτεριές και τα ατομικά δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη. Όλα εκείνα που η αστική τάξη, στην περίοδο του ανεβάσματός της και της επαναστατικής της εξόρμησης, διακήρυξε σαν απαράγραφτα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, από την εποχή του «Hαbeas corpuo» και της «Magna Charta» ως τη «διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη» της γαλλικής Επανάστασης, όλα κηρύχνονται τόρα χρεωκοπημένα, άχρηστα, βλαβερά και καταργούνται. Η λεφτεριά της σκέψης και της συνείδησης, η λεφτεριά του λόγου, της επιστήμης, της τέχνης, η λεφτεριά του Τύπου, η λεφτεριά του συνεταιρισμού και της σωματειακής οργάνωσης, η προστασία και το απαραβίαστο της προσωπικής λεφτεριάς χωρίς δικαστική απόφαση, η προστασία της ζωής, το απαραβίαστο του οικογενειακού άσυλου, το απαραβίαστο των επιστολών, το δικαίωμα της φανερής ανάκρισης και της υπεράσπισης, όλα-όλα τα δικαιώματα τούτα καταλύονται και παραβιάζονται ρητά ή σιωπηλά από το φασιστικό κράτος και την αστυνομία του. Το αστυνομικό κράτος του φασισμού δημιουργεί τον πιο τέλειο μηχανισμό τυραννικής καταπίεσης απ' όσους δημιουργήθηκαν ως τόρα στον κόσμο. Κατασκοπεία, χαφιεδισμός, διάλυση κάθε δεσμού οικογενειακού και ανθρώπινου, τυραννικά μαρτύρια, εξορίες, στρατόπεδα συγκέντρωσης, καταναγκαστικά έργα, βασανιστήρια, ατιμώσεις, εξευτελισμοί, θανατώσεις επιβάλλονται ομαδικά στους πολίτες, χωρίς καμιά διαμαρτυρία, χωρίς καμιά προστασία από πουθενά. Κηρύχνεται η χρεοκοπία του κοινοβουλευτισμού και της δημοκρατίας και καταλύεται ή νοθεύεται απόλυτα το αντιπροσωπευτικό σύστημα. Τα πολιτικά κόμματα διαλύονται και επιτρέπεται να υπάρχει ένα μόνο κόμμα, το κόμμα της φασιστικής διχτατορίας, που ταυτίζεται με το κράτος. Το κράτος τόρα ανακηρύχνεται υπερκυρίαρχο, ανεξάρτητο από τη θέληση των πολιτών. Το κράτος στέκεται απάνω από τα συμφέροντα των ομάδων, απάνω από τις κοινωνικές τάξεις. Γιατί ίσα-ίσα είνε το κράτος μιας τάξης, που θέλει να διαιωνίσει την κυριαρχία της και την εκμεταλλευτική οικονομία της. Η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας διακωμοδιέται, ή νοθεύεται, ή άμεσα κηρύχνεται άκυρη και ανύπαρχτη.

Από τη στιγμή, που ο μηχανισμός της κοινοβουλευτικής αστικής δημοκρατίας, χρησιμοποιημένος από τα νέα κοινωνικά στρώματα, αρχίζει να γίνεται επικίντυνος για την κυριαρχία της αστικής τάξης, από τη στιγμή που ο αριθμός των ψήφων, που παίρνουν οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές φτάνει στο κρίσιμο σημείο της οριστικής μετάπτωσης της κυριαρχίας στα επαναστατικά στοιχεία με τα νόμιμα μέσα, η αστική τάξη κάνει αντεπανάσταση και καταργεί τα νόμιμα ετούτα μέσα, που φαινομενικά είταν προορισμένα να δίνουνε την εξουσία στην πλειονοψηφία του λαού και αντικαθιστά τις λεφτεριές με την ωμή και ξεσκέπαστη και άμεση βία. Ο φασισμός στο πολιτικό επίπεδο είνε η αντεπανάσταση της αστικής τάξης.
Επειδή όμως η αντεπανάσταση πρέπει να μονιμοποιηθεί και να νομιμοποιηθεί και να μην είνε εξαρτημένη από την προσωπική διχτατορία του «Duce» ή του «Fuhrer», αναζητιέται o καταστατικός οργανισμός, το σύνταγμα του νέου κράτους, του «ολοκληρωτικού» και «υπερκυρίαρχου». Ξαναγύρισμα στην κληρονομική απολυταρχία δε μπορεί να γίνει. Η νέα μορφή του κράτους, σύμφωνα με τις νέες συνθήκες της ζωής, θα είνε το «συντεχνιακό ή σωματειακό κράτος».

Αυτό το κράτος είνε μια καινούρια σύνθεση, που αντιπροσωπεύει την κλειστή συντεχνιακή οικονομία, που θέλει να δημιουργήσει ο φασισμός. Και όπως ετούτη η οικονομία παγιοποιεί την εκμεταλλευτική σχέση εργοδότη, και εργάτη, έτσι και το «συντεχνιακό κράτος» θα χρησιμέψει σαν όργανο για να επιβληθεί η παγιοποιημένη αυτή παραγωγική σχέση. Τα κλειστά συνδικάτα των εργατών και των εργοδοτών ενωμένα σε συντεχνίες θα δίνουνε την αντιπροσωπεία, που θα είνε φορέας της κρατικής εξουσίας, αντιπροσωπεία που με το μηχανισμό της οργάνωσης της συντεχνίας και με τη βοήθεια του φασιστικού κόμματος θα εξασφαλίζει για πάντα την κυρίαρχη θέση των εκμεταλλευτών. Για να υποτάξει μόνιμα τα επαναστατικά στοιχεία της εργατικής και της αγροτικής τάξης χρησιμοποιεί κοντά στο πολυσύνθετο αστυνομικό σύστημα των μυστικών ασφαλειών (Ovra, Cestapo) και τα παραστρατιωτικά σώματα, τους νεοπραιτωριανούς, τα τάγματα εφόδου, τις οργανώσεις νεολαίας κτλ., που χρησιμοποιούνται στο «τέταρτο μέτωπο», το εσωτερικό, για την εξόντωση του εσωτερικού οχτρού. Και εσωτερικός οχτρός, που γεμίζει τις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα νησιά της εξορίας είνε τα μαχητικά στελέχη της εργατικής τάξης και της αγροτιάς και τα υπόλοιπα του αστικού φιλελευθερισμού.

Γι αυτό τα συνθήματα της νέας κυριαρχίας, που αντικαθιστούν την «ισότητα, τη λεφτεριά, την αδελφοσύνη» είνε τόρα πειθαρχία, ιεραρχία, διαφοροποίηση. Η λεφτεριά έγκειται στην απόλυτη υποταγή στο κράτος. Σε κανένα επίπεδο της ζωής ο πολίτης δεν έχει το δικαίωμα ούτε να ενεργεί ούτε καν να σκέφτεται διαφορετικά απ' ότι επιτάσσει το κράτος, δηλαδή η κυριαρχία των κυριάρχων.

Συνάμα όμως τα κράτος τούτο είνε υποχρεωμένο, καθώς είδαμε, να είνε στρατόπεδο. Για το λόγο τούτο μετατρέπει σε θητεία τη ζωή όλων των πολιτών, αντρών και γυναικών, από την παιδική ως το κατώφλι της γεροντικής ηλικίας. Το σκολειό γίνεται στρατόπεδο, η εξωσχολική ζωή στρατόπεδο, η νεανική ζωή στρατόπεδο, η αντρική ζωή στρατόπεδο. «Οι πολίτες πρέπει να κοιμούνται με προσκέφαλο το γυλιό», διακηρύχνει μεγαλόστομα ο Μουσολίνι. Αυτό είνε το φασιστικό κράτος και ιδανικό του προβάλουνε την αρχαία Σπάρτη, ξεχνώντας ότι η Σπάρτη δεν έδωκε ΤΙΠΟΤΕ στον ανθρώπινο πολιτισμό, τίποτε άλλο παρά το σύνθημα της αλληλοσφαγής «ή ταν ή επί τας».

Και με τούτο το σύνθημα, ας περάσουμε τόρα στο κύριο σημείο, που μας ενδιαφέρει σε τούτη τη μελέτη, στην εξέταση και το χαραχτηρισμό της φασιστικής ιδεολογίας.

Το πνευματικό εποικοδόμημα του φασισμού



Η φασιστική ιδεολογία κινιέται ανάμεσα σε δυο αντιθέσεις. Από τη μια μεριά θέλει να είνε η άρνηση της αστικοδημοκρατικής ιδεολογίας και από την άλλη θέλει να είνε η άρνηση της σοσιαλιστικής ιδεολογίας. Και τις δύο τις θεωρεί χρεωκοπημένες. Η φασιστική ιδεολογία θέλει να είνε μια «σύνθεση» νέα, που ενώνει τις δυο αντιθέσεις και δημιουργεί ένα νέον κόσμο.

Ο Χίτλερ μιλώντας προχτές στις νεοπροσαρτημένες στο γερμανικό Ράιχ σουδητικές περιφέριες συνόψισε με δύο λόγια την άποψη αυτή. «Η επανάσταση, που σας λέω, είνε κείνη που επικράτησε χάρη στον εθνικοσοσιαλισμό. Δυο κόσμοι επάλεβαν στη Γερμανία, ο αστικός και ο μαρξιστικός. Και οι δυο απόδειξαν πόσο είτανε στείρα ή ιδεολογία τους. Είταν απαραίτητη μια σύνθεση των δυο ιδεολογιών, της εθνικιστικής και της σοσιαλιστικής». Το ίδιο και ο Μουσολίνι χαραχτηρίζει το δικό του κίνημα σαν επανάσταση διπλή, ενάντια στην αστικοδημοκρατική και τη σοσιαλιστική ιδεολογία και πανηγυρίζει κάθε χρόνο την επέτειο της «φασιστικής επανάστασης».

Αν όμως αναλύσουμε βαθύτερα το περιεχόμενο και της φασιστικής και της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας, βρίσκουμε πρώτα - πρώτα, πως στη νέα αυτή σύνθεση δεν μπαίνει κανένα ουσιαστικό στοιχείο από τη σοσιαλιστική ιδεολογία. Στο οικονομικό επίπεδο είδαμε, πως ο φασισμός αγωνίζεται να περισώσει με ελάχιστους και φαινομενικούς περιορισμούς, τη βάση της αστικής κοινωνίας, την ατομική ιδιοχτησία των μέσων της παραγωγής και να παγιοποιήσει την εκμεταλλευτική σχέση εργοδότη και εργάτη. Δεν πρόκειται λοιπόν για νέα μορφή οικονομίας, ούτε για νέα σχέση παραγωγής. Γίνεται μόνο προσπάθεια να καταργηθούν όλα εκείνα τα στοιχεία, που δημιουργούν κλονισμό και κίντυνο μεταβολής της σημερινής βασικής εκμεταλλευτικής σχέσης.

Και αν ακόμη ήθελε κατορθωθεί να οργανωθεί και η παγκόσμια διευθυνόμενη οικονομία με καπιταλιστικό έλεγχο, η βασική σχέση δεν αλλάζει. Γιατί η παγκόσμια αυτή διευθυνόμενη οικονομία θα είταν ένα παγκόσμιο καπιταλιστικό τραστ, που θα κανόνιζε τιμές προϊόντων και ημερομίσθια με βάση το πέρασμα της υπεραξίας στα χέρια των καπιταλιστών και τη συσσώρεψη του κεφαλαίου.
Ο φασισμός όμως δε βάζει καν μέσα στους σκοπούς του την παγκόσμια διευθυνόμενη οικονομία. Είνε στο οικονομικό επίπεδο, σήμερα τουλάχιστο αντιδιεθνικός. Επιδιώκει την αυτάρκεια, την κλειστή εθνικιστική οικονομία. Διευθυνόμενη οικονομία στο εσωτερικό, ανταγωνιστική οικονομία στο εξωτερικό.

Στο οργανωτικό επίπεδο ο φασισμός είνε καθαρά και απόλυτα αντιδημοκρατικός. Αρνιέται και καταργεί όλα τα δικαιώματα που κατάχτησε το άτομο, ο πολίτης και ο άνθρωπος στην περίοδο που η αστική τάξη είταν επαναστατική. Το φασιστικό κράτος είνε κράτος απολυταρχικό, είνε κράτος της αστικής τυραννίας. Καταργεί όλα τα πολιτικά μέσα, που μπορούν να οδηγήσουν στην ανατροπή της αστικής κυριαρχίας και στην εγκαθίδρυση της κυριαρχίας των παραγωγών. Ουσιαστικά ο φασισμός στο πολιτικό επίπεδο δεν είνε τίποτε άλλο παρά η αφαίρεση της ψήφου από τον εργάτη και τον αγρότη, ο πολιτικός ευνουχισμός των στρωμάτων που απειλούν την κυριαρχία της αστικής τάξης. Ο αντιδημοκρατισμός του φασισμού βρίσκεται στον αντίποδα του σοσιαλισμού.

Μια τεράστια θεληματική σύγχυση



Στο σημείο αυτό είνε ανάγκη να διαλυθεί μια μεγάλη πλάνη που επίτηδες καλλιεργιέται από τους αστούς ιδεολόγους, που τοποθετούν στην ίδια απάνω βάση τη φασιστική διχτατορία και την προλεταριακή διχτατορία. Ονομάζουν «ολοκληρωτικά καθεστώτα» και το φασισμό και τον εθνικοσοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Ταυτίζουνε τις δυο μορφές της διχτατορίας και θεωρούνε και τις δύο σαν απόλυτη άρνηση του ατομικισμού και της δημοκρατίας, ενώ ίσα - ίσα βρίσκονται στους αντίποδες αναμεταξύ τους. Ο φασισμός είνε η βασική άρνηση της δημοκρατίας, ο σοσιαλισμός είνε η ολοκλήρωση της δημοκρατίας, η μετάβαση από τη φαινομενική αστική δημοκρατία στην ουσιαστική σοσιαλιστική δημοκρατία, που έχει για προϋπόθεσή της την οικονομική δημοκρατία.

Για το φασισμό η δημοκρατία είνε παρελθόν, για το σοσιαλισμό η δημοκρατία είναι σκοπός, είνε το μέλλον.

Για το φασισμό η απολυταρχία, το κυρίαρχο κράτος, η άρνηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη είνε κάτι οριστικό, είνε η τελειωτική μορφή του κράτους, για τον κομμουνισμό η διχτατορία του προλεταριάτου είνε περαστικός σταθμός, ένα σκαλοπάτι που οδηγεί στην ολοκλήρωση της δημοκρατίας, στην αληθινή θεμελίωση και υποστάτωση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη.

Για το φασισμό η λεφτεριά, η ισότητα, η αδελφοσύνη, η πανανθρώπινη κοινωνία είνε ξεπερασμένα ιδανικά, που οδηγούνε σήμερα στον εκφυλισμό της κοινωνίας και στην αποσύνθεση για το σοσιαλισμό η λεφτεριά, η ισότητα, η αδελφοσύνη, η πανανθρώπινη κοινωνία, ο σοσιαλιστικός ανθρωπισμός είνε τα ιδανικά τέρματα, που μόνο με την κατάργηση της ατομικής ίδιοχτησίας στα μέσα της παραγωγής μπορούνε να πραγματωθούν.

Για το φασισμό υπάρχει ανταγωνισμός ανάμεσα στο άτομο και στην ολότητα, που πρέπει να εκλείψει με την υποταγή του ατόμου, για το σοσιαλισμό η ολότητα είνε το πλαίσιο για την ανάπτυξη του ατόμου, ανάμεσα στην ολότητα και στην προσωπικότητα ο σοσιαλισμός μόνο δημιουργεί αρμονία.

Για το φασισμό το άτομο εκμηδενίζεται μέσα στο κράτος (το κράτος των εκμεταλλευτών), για το σοσιαλισμό η πολύπλευρη και προς όλες τις κατευθύνσεις καλλιέργεια της προσωπικότητας, η δυνατότητα για όλους τους ανθρώπους να αναπτύξουν στον υπέρτατο βαθμό τις ικανότητές τους είνε το ιδανικό τέρμα. Ο φασισμός δεσμεύει την πλειονοψηφία για να εξασφαλίσει την κυριαρχία μιας ολιγαρχίας, ο σοσιαλισμός απολυτρώνει το σύνολο.

Ο φασισμός είνε η δέσμευση του ανθρώπινου, για να διατηρηθεί η εκμετάλλεψη του υλικού,ο σοσιαλισμός είνε η ρύθμιση του υλικού για να απολυτρωθεί το ανθρώπινο μέσα στον άνθρωπο.

Ο φασισμός διαιωνίζει το βασίλειο του καταναγκασμού, ο σοσιαλισμός οδηγεί τον άνθρωπο από το βασίλειο της ανάγκης στο θείο χώρο της λεφτεριάς. Αν παραβάλει κανείς το σύνταγμα της ΕΣΣΔ με τη μορφή, που δίνουνε στο κράτος οι φασίστες και οι εθνικοσοσιαλιστές βλέπει ολοφάνερα ετούτη τη βασικότατη διαφορά. Ο φασισμός είνε αστική απολυταρχία, ο σοσιαλισμός είνε Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, η μόνη αληθινή και ολοκληρωμένη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. Ο φασισμός είνε η τελευταία φάση της αστικής κυριαρχίας. Κάθε κυρίαρχη τάξη, όταν κιντυνεύει να χάσει την κυριαρχία, περνάει στην απολυταρχία. Αυτό έκαμαν οι αρχαίοι δουλοχτήτες με τα βασίλεια του μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του και με τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, αυτό έκαμαν οι φεουδάρχες με το δεσποτισμό των «βασιλιάδων ήλιων». Αυτό κάνουν οι καπιταλιστές με τη φασιστική τυραννία των Μουσολίνι και των Χίτλερ. Σε κανένα φασιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης δε βρίσκεται κανένας καπιταλιστής, εχτός ίσως από τους εβραίους που ληστεύτηκαν. Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης βρίσκονται πρόμαχοι της κοινωνικής επανάστασης και της πραγματικής δημοκρατίας, ή ακριβέστερα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στις εξορίες και στις φυλακές της Σοβιετικής Ενωσης βρίσκονται τα τελευταία υπόλοιπα των εκμεταλλευτών και οι ιδεολογικοί πρόμαχοί των, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στις εξορίες στις φυλακές των φασιστικών κρατών βρίσκονται οι εργάτες και οι ιδεολογικοί πρόμαχοί των, οι αγωνιστές της λεφτεριάς, της ισότητας, και της αδελφοσύνης.

Τα μορφικά γνωρίσματα της φασιστικής ιδεολογίας



Αλλά τι λογής είνε η εθνικοσοσιαλιστική ή φασιστική «σύνθεση» αστισμού και σοσιαλισμού φαίνεται το ίδιο καθαρά και στο ιδεολογικό επίπεδο.

Η φασιστική ιδεολογία απορρέει από μιαν αντεπανάσταση. Ο φασισμός θέλει να είνε κοινωνικό κίνημα πλατιάς μορφής γιατί η αστική τάξη και οικονομικά εξαρτάει από τα συμφέροντά της και ιδεολογικά επηρεάζει μεγάλες μάζες του πληθυσμού, τους μεσαίους και μικρούς αστούς, τους μεγάλους και μεσαίους αγρότες, τα ανώτερα στρώματα της εργατικής τάξης. Στην αντεπανάστασή της προσπαθεί να επηρεάσει και να σύρει μαζί της όσο μπορεί πλατύτερες μάζες και να χτυπήσει και να εκμηδενίσει τα καθοδηγητικά στοιχεία των άλλων τάξεων, τα πολιτικά κόμματα που τις εκπροσωπούν και τους ιδεολογικούς των ηγέτες.

Σαν πλατύ κοινωνικό κίνημα που θέλει να είνε, παίρνει όλα τα μορφολογικά γνωρίσματα των μεγάλων επαναστατικών ή αντεπαναστατικών κινημάτων. α) Για πρώτο σύνθημά της η φασιστική αντεπανάσταση υψώνει την ενότητα, την ενότητα του λαού απέναντι στη διάσπαση. Αρνιέται την πάλη των τάξεων, θέλει να την εξαλείψει. Αρνιέται και αυτή την ύπαρξη των τάξεων. Απέναντι στη διάσπαση του κοινωνικού συνόλου σε τάξεις που ανταγωνίζονται, υψώνει την έννοια της ενιαίας εθνότητας και του υπερταξικού κράτους. Ενας λαός, ένα κράτος, ένας αρχηγός, είνε το σύνθημα της ενότητας.
Και παράλληλα προς αυτή την ενότητα θέλει ν' αποκαταστήσει την ιδεολογική ενότητα απέναντι στην ιδεολογική διάσπαση και αποσύνθεση, που παρουσιάζει η αστική κοινωνία με τις αντιθέσεις, που οξύνονται μέσα της. Ενιαίο δόγμα, ενιαία πίστη, ενιαία ιδεολογία.

β) Γι' αυτό παρουσιάζει η φασιστική ιδεολογία και το δεύτερο ειδολογικό γνώρισμα των μεγάλων κοινωνικών κινημάτων, τη γενικότητα. Η ιδεολογία του φασισμού πρέπει ν' απλωθεί σ' όλα τα επίπεδα της ζωής, στην πολιτική, στην επιστήμη, στην τέχνη, στην ηθική, στη θρησκεία. Ο φασισμός θέλει να δώσει επίσης, όπως και ο σοσιαλισμός, μια γενική κοσμοθεωρία και βιοθεωρία, που ν' αγκαλιάζει όλη τη ζωή και συνάμα να είνε το δόγμα όλων των κοινωνικών στρωμάτων και όλων των πολιτών, να έχει δηλαδή και το τρίτο γνώρισμα των μεγάλων κοινωνικών κινημάτων, την καθολικότητα.

γ) Μια τέτια ιδεολογία ενιαία, γενική και καθολική ξαναφέρνει και την ενότητα ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, περιέχει δηλαδή και

δ ) το τέταρτο γνώρισμα των επαναστατικών κινημάτων. Ολη η γνώση και όλη η πνευματική ενέργεια πρέπει να εξυπηρετεί τη ζωή και από τη ζωή να πηγάζει και η θεωρία να καθοδηγεί τη ζωή. Και τέλος, μια τέτια επαναστατική ιδεολογία πρέπει αναμφισβήτητα να έχει και

ε) το πέμπτο γνώρισμα των μεγάλων πνεματικών κινημάτων, την έντονη ψυχοκινητική δύναμη, έντονο συναισθηματισμό, παρορμητική ενέργεια, που να κινεί τις μάζες σε μεγάλες και ηρωικές πράξεις και σε αυτοθυσία. «Να ζείτε επικίντυνα, να είστε πάντα έτοιμοι να θυσιάσετε τον εαυτό σας για τα ιδανικά σας!». Μορφολογικά λοιπόν ο φασισμός προσπαθεί να έχει τα γνωρίσματα της κοινωνικής επανάστασης και όπου συντρέχουνε συνθήκες αντικειμενικές για να κινούνε μεγάλες λαϊκές μάζες με τα συνθήματά του, όπως είνε το συναίστημα της ήττας και της αδικίας, εθνικός απολυτρωτισμός και ακόμα ιμπεριαλιστικά καταχτητικά όνειρα, εκεί και απλώνεται σε πλατιά στρώματα, όπως βλέπουμε να γίνεται στη Γερμανία και, ως ένα βαθμό, στην Ιταλία.

Το περιεχόμενο της φασιστικής «ιδεολογίας». Ο φασισμός, η πατρίδα και η φυλή


Αν όμως προχωρήσουμε να εξετάσουμε την ουσιαστική σχέση του φασισμού με τις πνεματικές αξίες τότες θα βρούμε τον αληθινό χαραχτήρα της ιδεολογίας του.
Τι λογής είνε η φασιστική ιδεολογία ως προς το περιεχόμενο της;
Πρώτα-πρώτα η φασιστική ιδεολογία εντείνει στο έπακρο τον εθνικισμό, αντιτάσσοντάς τον στο διεθνισμό. Εκμεταλλεύεται το εθνικό συναίστημα, που δημιουργήθηκε στην περίοδο της αστικής επανάστασης και κινητοποίησε τους λαούς σε εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, σε αυτονομία, σε ίδρυση εθνικών κρατών.

Οξύνει στο έπακρο την έννοια της πατρίδας, τον εθνικό φανατισμό, τη μισαλλοδοξία, το μίσος στους άλλους λαούς. Οι άλλοι λαοί είνε κατ' αρχήν αντίπαλοι, είνε οχτροί. Η έννοια της πατρίδας παρουσιάζεται στο φασισμό σαν η άγκυρα σωτηρίας απέναντι στο σοσιαλιστικό διεθνισμό, που θέλει να ρίξει τα σύνορα, να καλλιεργήσει την αδελφοσύνη ανάμεσα στους ανθρώπους. Κάνοντα όμως αυτό παρουσιάζει ωμή και ξεσκέπαστη την αντίφαση ανάμεσα στον καθένα εθνικισμό και το σεβασμό της εθνικής θέλησης των άλλων. Ο Χίτλερ στο όνομα της αυτοδιάθεσης των λαών και της εθνικής ιδέας ζητάει να ενώσει με το γερμανικό Ράιχ όλους τους γερμανούς σ' οποιοδήποτε μέρος κι αν ζουν της γης, συνάμα όμως ούτε μέσα στην περιοχή του Ράιχ ανέχεται την ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης εθνικότητας και έξω από το Ράιχ ζητάει να καταχτήσει άλλες εθνότητες*. Ο Μουσολίνι υποστηρίζει κι αυτός την αρχή της εθνικής αυτοτέλειας και αυτοδιάθεσης και στ' όνομά της ζητάει να ενώσει με την Ιταλία όλους τους Ιταλούς, ζητάει την Κορσική, ζητάει τη Νίκαια, συνάμα όμως εξοντώνει μέσα στην περιοχή της Ιταλίας κάθε ξένη εθνικότητα, δε σέβεται τον εθνισμό των Δωδεκανησίων, που είνε όλοι Ελληνες, καταχτάει την Αβησσυνία, τη Λιβύη και θέλει την Τύνιδα και όσους άλλους λαούς μπορεί να καταβροχθίσει. Ο φασισμός εκμηδενίζει κάθε αρχή προστασίας των μειονοτήτων, που είχε θεσπίσει η Κοινωνία των Εθνών. Και ούτε αυτό του αρκεί.

Επειδή ο φασισμός εκφράζει την ιμπεριαλιστική τάση του καπιταλισμού, την απολυταρχία της αστικής τάξης στο εσωτερικό και την κατάχτηση λαών στο εξωτερικό, σπρώχνει τον εθνικισμό στο ακρότατο άκρο του δημιουργώντας το φυλετισμό, τη θεωρία της ανώτερης ράτσας. Ο κάθε φασιστικός λαός δεν είνε πια μια ξεχωριστή εθνότητα ισότιμη κατ' αρχήν με τις άλλες εθνότητες, είνε μια ράτσα ξεχωριστή και προνομιούχα, φορέας φυλετικής αγνότητας και υπεροχής και σαν τέτιος έχει δικαίωμα όχι μόνο στη δική του κυριαρχία και αυτοτέλεια παρά και στην κατάχτηση και υποδούλωση και την εξόντωση ακόμη των λαών που ανήκουνε σε άλλες ράτσες κατώτερες, που είνε εκφυλισμένοι μιγάδες, μεσογιακοί, σλάβοι, ασιάτες, χρωματιστοί, σημίτες, χαμιτικοί, νεγροειδείς. Οι γερμανοί πρώτοι και ύστερ' απ' αυτούς οι ιταλοί καλλιεργούνε το μύθο της καθαρής και άμιχτης αριανής ράτσας, που υπάρχει τάχα ως σήμερα και είνε ανώτερη απ' όλες τις άλλες. Μα αρκεί να συγκρίνει κανείς ένα βόρειο γερμανό μ' ένα νότιο ιταλό για να ιδεί αν μπορούν αυτοί οι δυο να είνε αντίτυπα της ίδιας καθαρής φυλής.

Με αυτή την αφετηρία ξαναφουντώνει ο φασισμός τους φυλετικούς διωγμούς, ξαναγυρίζει την ανθρωπότητα πίσω στην αγριότητα, στις σφαγές και τους διωγμούς και τις λεηλασίες των εβραίων, στα pogrom που ντρόπιασαν τον ανθρώπινο πολιτισμό στους αιώνες, που είχαμε συνηθίσει να τους καλούμε «βάρβαρους». Ο φασισμός είνε το ξαναγύρισμα στη βαρβαρότητα. Η ευγενικιά ιδέα του εθνικού απολυτρωτισμού μετατρέπεται στην αγριότητα της εξόντωσης κάθε αλλόφυλου, της ωμής αρπαγής, της σφαγής, της λεηλασίας, στ' όνομα της πατρίδας, της εθνότητας, της φυλής.

Ετσι ο εθνικισμός, τραβηγμένος στις ακρότατες συνέπειές του σαν φυλετισμός, που στο βάθος δεν είνε τίποτε άλλο παρά η καταχτητική εξόρμηση του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού στην οξύτατη αντίθεσή του με τους άλλους καπιταλιστικούς ιμπεριαλισμούς, δε γίνεται το «σκαλοπάτι», η «προβαθμίδα» του ανθρωπισμού, παρά ο αντίποδας, η άρνηση του ανθρωπισμού.
*Πόσο αντιφατικά και υποκριτικά χρησιμοποιήθηκε από τον εθνικοσοσιαλισμό η αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών έγινε ολοφάνερο λίγους μήνες αργότερα. Το Μάρτη και τον Απρίλη του 1939 η Γερμανία κατάργησε την ανεξαρτησία των τσέχων και των σλοβάκων και η Ιταλία απορρόφησε την Αλβανία.

Ο φασισμός και η «οικογένεια»


Η δεύτερη ιερή, αξία που έρχεται να περισώσει ο φασισμός είνε η οικογένεια. Και η έννοια βέβαια της οικογένειας δεν εκφράζει κάτι ομοιόμορφο, το ίδιο στο περιεχόμενό του και στη μορφή του, κάτι το πάγιο στο πέρασμα των αιώνων, γιατί είνε μια ένοια ιστορική που αλλάζει σε τόπους και καιρούς. Η κοινωνιολογική έρευνα των σεξουαλικών σχέσεων και της αντικειμενοποίησής τους με τη μορφή της οικογένειας παρουσιάζει απειράριθμες ιδιομορφίες και φάσεις από την πρωτόγονη κοινωνία ως σήμερα κάτω από την επίδραση πολυποίκιλων παραγόντων, που μέσα σ' αυτούς οι οικονομικοί παράγοντες δεν κατέχουνε τη μικρότερη σημασία.

Η αστική κοινωνία κληρονόμησε στις χριστιανικές χώρες τη μονογαμική οικογένεια, με τον τύπο της πατριαρχικής οικογένειας, όπου ο πατέρας κρατεί την προέχουσα θέση, αυτός κατέχει και διοικεί την περιουσία, δίνει τ' όνομά του στα παιδιά, ασκεί την πατρική εξουσία και γενικά είνε ο κύριος, ο αφέντης του σπιτιού, ενώ η γυναίκα βρίσκεται όλως διόλου σε δευτερεύουσα και υποταχτική θέση. Ο τύπος όμως, αυτής της οικογένειας μέσα στην εξέλιξη της αστικής κοινωνίας κλονίστηκε στα θεμέλιά του από πολλές πλευρές. Και πρώτα - πρώτα αυτή η μονογαμική βάση της ουσιαστικά έχει καταλυθεί. Η μονογαμία ποτέ σχεδόν δεν είτανε πραγματική για τον άντρα.
Στο διάστημα όμως της αστικής εξέλιξης και στα ανώτερα στρώματα της καπιταλιστικής κοινωνίας και στα κατώτερα στρώματα καταλύθηκε η μονογαμία και για τη γυναίκα. Σ' όλο το δέκατο ένατο αιώνα από τη μια μεριά ακμάζει ο εταιρισμός και από την άλλη μεριά απλώνεται η μοιχεία και από τις δύο πλευρές και του άντρα και της γυναίκας.
Η καθολική εκκλησία επιμένει στο αδιάλυτο του γάμου και όμως ανεξάρτητα από τις υποχωρήσεις που αναγκάζεται να κάμει, ίσα - ίσα με τούτη την απαγόρεψή της ευνοεί έμμεσα και τον εταιρισμό και τη μοιχεία. Ολη σχεδόν η θεατρική λογοτεχνία και το μυθιστόρημα του δέκατου ένατου και του εικοστού ακόμη αιώνα έχει για κυριότερο θέμα της τη μοιχεία, την αποσύνθεση της αστικής οικογένειας. Για το λόγο τούτο οι προτεσταντικές χώρες καθιερώνουνε και εκκλησιαστικά το διαζύγιο και συνάμα εισάγεται και στις καθολικές χώρες ο πολιτικός γάμος για να διευκολύνεται ο χωρισμός.

Από την άλλη μεριά στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, τα εργατοαγροτικά και τα μικροαστικά, η γυναίκα είτε απέναντι στον ισχυρό αγροχτήμονα, είτε απέναντι στον εργοδότη της πολιτείας και γενικά τον πλούσιο, αναγκάζεται από τη φτώχεια να εκπορνευτεί. Στις καπιταλιστικές χώρες η έννοια της παρθενίας της γυναίκας στον γάμο δεν υφίσταται. Μα και ο νόμιμος γάμος με βάση την οικονομική σχέση του άντρα με τη γυναίκα, τις περισσότερες φορές εκφυλίζεται σε μιαν αγοραπωλησία είτε της μίας είτε της άλλης πλευράς, σε μιαν εμπορική πράξη που μόνο τυπικά διαφέρει από την πορνεία.

Η αποσύνθεση όμως αυτή προβαίνει ακόμη γοργότερα με τη χειραφέτηση της γυναίκας, που δημιουργιέται από την ανάγκη της συμμετοχής της στην παραγωγή. Η εργάτρια και η μικροαστή και η μεσαία αστή, που αρχίζει να εργάζεται και να κερδίζει το ψωμί της, αρχίζει συνάμα να διεκδικεί τα δικαιώματά της στη ζωή, να σπάει τα δεσμά της πατριαρχικής και φεουδαρχικής οικογένειας, που τη θέλει υποταχτική του άντρα και δεσμώτιδα του σπιτιού.

Ο αστικός ατομικισμός καταχτάει ολοένα πλατύτερα στρώματα και ανάμεσα στις γυναίκες και το κίνημα της χειραφέτησης της γυναίκας απλώνεται σ' όλες τις αστικές κοινωνίες.

Ο σοσιαλισμός ζητάει ισοτιμία της γυναίκας σε όλα, στην αμοιβή και στις ώρες της δουλιάς, στο άνοιγμα όλων των επαγγελμάτων για τη γυναίκα, ισοτιμία στη μόρφωση, ισοτιμία σε όλα τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα. Και συνάμα ο σοσιαλισμός απάνω σ' αυτή τη βάση της ισοτιμίας και του σεβασμού της προσωπικότητας της γυναίκας και των παιδιών ζητάει να εξυγιάνει, να αναμορφώσει την οικογένεια, θεμελιώνοντάς την απάνω στην ύπαρξη αληθινής αγάπης και εχτίμησης ανάμεσα στη γυναίκα και στον άντρα και καταργώντας την κάθε είδους πορνεία και τη νόμιμη και την άνομη και τη φανερή και την κρυφή.
Ο φιλελευθερισμός ευνοεί τη χειραφέτηση της αστής γυναίκας και της χορηγεί ακόμη το δικαίωμα της ψήφου σε πολλές χώρες.
Σε αντίθεση με αυτά τα ρέματα τέλος, ο συντηρητισμός, η αριστοκρατική αντίδραση, υψώνει για τη γυναίκα το παλιό ιδανικό της υποταχτικής θέσης της, που στη Γερμανία εκφράζεται με τα τρία ΚΚΚ, δηλαδή Kinder, Kuche, Kirche (παιδιά, κουζίνα, εκκλησία).

Σ' αυτή τη θέση βρίσκει την κατάσταση της οικογένειας ο φασισμός. Και ποιαν άποψη εγκολπώνεται; Την τρίτη, την άποψη την πισωδρομική.
Κατηγοράει το σοσιαλισμό πως θέλει να διαλύσει την οικογένεια, πως θέλει την κοινοχτημοσύνη των γυναικών, ένα είδος γενικής πορνείας, ενώ ίσα - ίσα το αντίθετο είνε αληθινό. Με τη συκοφαντία αυτή προσπαθεί να κινητοποιήσει το συναίστημα της αντρικής περηφάνιας, της ζήλιας, τον εγωισμό της κατοχής. Στ' όνομα της ηθικής ζητάει να περισώσει την πραγματική ανηθικότητα, που διέπει σήμερα τις σχέσεις της γυναίκας και του άντρα στην αστική κοινωνία.

Και πρώτα-πρώτα ζητάει να διώξει τη γυναίκα από τη δουλιά, να την περιορίσει στο σπίτι. Το σύνθημα αυτό εξυπηρετεί κατά κύριο λόγο οικονομικούς σκοπούς, θέλει να περιορίσει την ανεργία των αντρών, τον ανταγωνισμό από τη γυναίκα στα διάφορα επαγγέλματα. Είνε όμως χαρακτηριστικό, πως ετούτο δεν μπορεί να το πετύχει ως προς τη γυναίκα εργάτρια, γιατί η βιομηχανία βρίσκει φτηνότερη εργατική δύναμη αμείβοντας τη γυναίκα λιγότερο από τον άντρα. Γι' αυτό ο διωγμός της γυναίκας από την εργασία περιορίζεται προ πάντων στα υπαλληλικά και τα ελευθέρια λεγόμενα επαγγέλματα. Επειτα ζητάει να εκμηδενίσει το ζήτημα της γυναικείας χειραφέτησης, την ισοτιμία του άντρα και της γυναίκας στα αστικά και πολιτικά δικαιώματα.

Τρίτο χαρακτηριστικό γνώρισμα αντίδρασης είνε η προσπάθειά του να διαφοροποιήσει και να περιορίσει τη μόρφωση της γυναίκας. Καταργεί τη συνεκπαίδεψη αγοριών και κοριτσιών, δημιουργεί σκολιά για τις γυναίκες, όπου να τους παρέχεται μόρφωση διακοσμητική, περιορίζει την ανώτερη μόρφωση της γυναίκας και γενικά θέλει να την κρατήσει και πνεματικά στην υποταχτική θέση της. Τέταρτο, τέλος, διευκολύνει το διαζύγιο και προστατεύει τη συμβατική ηθική της φαινομενικής μονογαμίας και τη σχέση του γάμου σε μια σχέση ιδιοχτησίας.

Είνε λοιπόν ολοφάνερο και σε τούτο το επίπεδο ο φασισμός κίνημα αντίδρασης και αντεπανάστασης, προσπάθεια να εκμηδενιστούν όλες οι καταχτήσεις της γυναικείας προσωπικότητας, ξαναγύρισμα στη μεσαιωνική κατάσταση της γυναίκας. Και σε τούτο το σημείο καταφαίνεται πόσο λίγο σέβεται ο φασισμός την αξία της ανθρώπινης προσωπικότητας και πόσο αντιδράει στο θεμελίωμα της βαθύτατης ηθικής σχέσης των ανθρώπων, της σεξουαλικής σχέσης, απάνω στην αλήθεια, στην αγάπη και στην αμοιβαία εχτίμηση και το σεβασμό.

Ο φασισμός και η θρησκεία



Η τρίτη αξία του πολιτισμού, που διακηρύχνει πως θέλει να περισώσει και να αναστήσει ο φασισμός είνε η θρησκεία. Η θέση, που παίρνει ο φασισμός απέναντι στη θρησκεία είνε η αντιστροφή της αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Από τον καιρό που ο χριστιανισμός προσαρμόστηκε στη φεουδαρχία κ' έγινε το όργανο της πνεματικής κυριαρχίας της, επικράτησε σ' όλο το μεσαίωνα ο θεοκρατικός μυστικισμός σαν η μόνη μορφή της κοσμοθεωρίας και βιοθεωρίας. Απέναντι σ' αυτή τη θεοκρατική παράδοση, που εμπόδιζε την ανάπτυξη της επιστήμης, τη διερεύνηση των νόμων του φυσικού κόσμου με βάση τη φυσική αιτιότητα, υψώθηκαν η αστική πνεματική επανάσταση κινητοποιημένη από την ανάγκη να τελειοποιηθούν τα τεχνικά μέσα της παραγωγής. Γιατί η αλλαγή της τεχνικής είταν ο βασικός όρος για την εξέλιξη της αστικής οικονομίας.

Έτσι απέναντι στη μεσαιωνική θεοκρατία και τη μονοκρατορία της θεολογίας στο γνωστικό επίπεδο, η αστικοδημοκρατική επανάσταση γέννησε από τη μια μεριά τον ορθολογισμό, την προσπάθεια να γνωρίσει ο άνθρωπος την ουσία των πραμάτων και τους νόμους που τα διέπουνε με βάση το λογικό και από την άλλη μεριά τον εμπειρισμό, την προσπάθεια να γνωρίσει ο άνθρωπος τον κόσμο, με βάση τη συστηματοποίηση της πείρας των αισθητηρίων του.
Από τη συνεργασία και την αντίθεση του ορθολογισμού και του εμπειρισμού γεννήθηκε η νεώτερη φιλοσοφία και η νεώτερη φυσική επιστήμη, που βοήθησε την αστική τάξη να τελειοποιήσει σε πρωτόφαντο βαθμό την τεχνική και να μετατρέψει ριζικά τους όρους και τις σχέσεις της παραγωγής.

Ένα λοιπόν από τα κύρια γνωρίσματα της αστικοδημοκρατικής ιδεολογίας στάθηκε η αντίθεσή της προς το θεοκρατικό μυστικισμό κάθε μορφής, που έφτασεν ως την διατύπωσιν των καθαρών υλιστικών συστημάτων του 18ου και του 19ου αιώνα. Μπορεί μάλιστα να πει κανείς, πως η φυσική επιστήμη των νεώτερων χρόνων σαν επιστήμη στάθηκε πάντα υλιστική και άθεη, ανεξάρτητα και από την κοσμοθεωρία αυτών των ίδιων των ερευνητών.
Μόνο η αναγνώριση της απόλυτης κυριαρχίας των νόμων της φυσικής αιτιότητας μέσα στο φυσικό γίγνεσθαι έκαμε δυνατή την εξέλιξη των φυσικών επιστημών και τις τεράστιες καταχτήσεις τους. Η αντίθεση αυτή και η ανεξαρτησία απέναντι στη μεσαιωνική θεοκρατική παράδοση είχε για αποτέλεσμα και τη θρησκευτική μεταρρύθμιση μέσα στα όρια της θρησκευτικότητας, την ανεξιθρησκεία, την καθιέρωση και το σεβασμό της λεφτεριάς της συνείδησης και των επιστημονικών πεποιθήσεων, τη λεφτεριά της επιστήμης, το χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες και τη δημιουργία άθρησκης παιδείας, της λαϊκότητας (Laicite), όπως ονομάστηκε στη Γαλλία.
Σ' όλο το διάστημα των επαναστατικών αγώνων της αστικής τάξης η θρησκεία γενικά και η καθολική εκκλησία ιδιαίτερα στεκότανε σύμμαχος της φεουδαρχίας και είτανε συνάμα κατ' εξοχήν αντιδραστική. Γι' αυτά η γαλλική Επανάσταση καταργούσε επίσημα τη θρησκεία και την αντικαθιστούσε με τη λατρεία του Λόγου. Το φαινόμενο αυτό το βλέπουμε να παρακολουθεί παντού την αστικοδημοκρατική επανάσταση, αλλού πιο έντονα αλλού πιο χαλαρά, ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες.
Η αστικοδημοκρατική επανάσταση του Κεμάλ Ατατούρκ αναγκάστηκε να χτυπήσει δυνατά τη μουσουλμανική θεοκρατία για να επιβληθεί.

Η επαναστατική όμως αυτή στάση της αστικής τάξης απέναντι στη θρησκεία αλλάζει με την αλλαγή των όρων της κυριαρχίας της. Οπου η κυριαρχία της αστικής τάξης εξασφαλίζεται μ' ένα συμβιβασμό προς τη φεουδαρχία, εκεί έχουμε και τη διαμόρφωση μιας συμβιβαστικής θέσης προς τη θρησκεία και γενικά προς την κοσμοθεωρία τη θρησκευτική. Γενικά η αστική τάξη, μόλις εξασφαλίσει την κυριαρχία της ανεμπόδιστη, αρχίζει να βλέπει με ανοχή και συμπάθεια τη θρησκεία. Μα η στάση της αυτή μετατρέπεται ολότελα σε θετική υποστήριξη της θρησκείας μόλις φουντώνει ο κίντυνος για την αστική κυριαρχία από τα νέα επαναστατικά στρώματα.

Τη μεταστροφή αυτή την παρακολουθούμε από τα τέλη του 19ου αιώνα και τη βλέπουμε τόρα ν' αποκορυφώνεται με την εγκαθίδρυση του φασισμού, δηλαδή της αστικής απολυταρχίας. Τόρα ο φασισμός ορθώνεται πια σαν πρόμαχος της θρησκευτικής πίστης. Παντού αντηχεί το σύνθημα του γυρισμού προς την πίστη σε υπερκόσμιες δυνάμεις. Η θρησκεία είνε το όργανο της κυριαρχίας. Πρέπει να ξαναγεννηθεί, να ξαναζήσει, να ξανακυριαρχήσει στις ψυχές, ν αποκοιμίσει τις συνειδήσεις, που ξεσηκώνονται.
Τόρα ισχύει ο λόγος «η θρησκεία είνε το όπιο των λαών». Αυτό δεν το λένε μόνο οι επαναστάτες, το αναγνωρίζουν έμμεσα και το εφαρμόζουν οι κυρίαρχοι, οι αντεπαναστάτες. Γι' αυτό ζητούνε να περισώσουνε τη θρησκευτική πίστη με κάθε τρόπο, να την περισώσουνε και με τη βία, με τον εκβιασμό των συνειδήσεων.

Και σε τούτο όμως το σημείο πεδικλώνεται και μπερδεύεται ο φασισμός μέσα στις ανυπερνίκητες αντινομίες του. Από τη μια μεριά θέλει να ξανασύρει τα πλήθη προς το θρησκευτικό μυστικισμό, από την άλλη όμως μεριά έρχεται σε σύγκρουση με την καθιερωμένη θρησκευτική τάξη, με την εκκλησία. Αυτό γίνεται από δύο λόγους, που παρουσιάζονται ολοκάθαρα στη Γερμανία. Η Γερμανία είνε προτεσταντική και καθολική.
Ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός συγκρούεται και με την προτεσταντική και με την καθολική εκκλησία. Με τον προτεσταντισμό συγκρούεται γιατί χτυπάει τη λεφτεριά της θρησκευτικής συνείδησης, χτυπάει τη λογική υποστάτωση του προτεσταντισμού, γιατί θέλει μια θρησκευτικότητα πολιτικής μορφής και σκοπιμότητας, μια παγγερμανιστική θρησκευτικότητα με στοιχεία ειδωλολατρικά γερμανικά, γιατί είνε απόλυτα μισαλλόδοξος από εθνικισμό και φυλετισμό, γιατί κυνηγάει τους εβραίους και την εβραίικη καταγωγή του χριστιανισμού, γιατί δεν αναγνωρίζει την Παλιά Διαθήκη και γενικά επειδή η φασιστική θρησκευτικότητα δεν είνε πηγαία παρά δευτερόγενη, πηγάζει άμεσα από τις εθνικοσοσιαλιστικές ανάγκες κυριαρχίας και όχι από αγνό θρησκευτισμό.

Για μερικούς απ' αυτούς τους λόγους συγκρούεται και με τον καθολικισμό, μα και για έναν άλλον ακόμη πολύ σοβαρό. Η καθολική εκκλησία διεκδικεί την απόλυτη κυριαρχία απάνω στη συνείδηση των πιστών της και θέλει προ πάντων η νεολαία να μορφώνεται κάτω από την άμεση επίδραση και τον έλεγχό της. Ο εθνικοσοσιαλισμός όμως διεκδικεί και αυτός την απόλυτη κυριαρχία απάνω στη συνείδηση των νέων, θέλει τη νεολαία ολοκληρωτικά δική του.
Και απάνω σ' αυτό έρχεται σε βαθιά και έντονη σύγκρουση προς τον καθολικισμό. Γι' αυτό ο εθνικοσοσιαλισμός επιδιώκει τη δημιουργία ενός γερμανικού χριστιανισμού, απαλλαγμένου από τα εβραϊκά και τα γενικά ανθρώπινα στοιχεία, την παγκόσμια αδελφοσύνη των ανθρώπων, που είνε θεμελιακά αντίθετη προς το ιμπεριαλιστικό ιδανικό της κατάχτησης που τον εμπνέει. Ξεχωρίζει εβραίικο χριστιανισμό, διεθνιστικό χριστιανισμό, που ταυτίζεται στους σκοπούς του με τον κομμουνισμό και γερμανικό χριστιανισμό χωρίς ετούτα τα αγελοποιητικά, τα εκφυλιστικά στοιχεία.
'Η τέλος, φτάνοντας στα άκρα του εθνικισμού και του φυλετισμού, ζητάει τη δημιουργία μιας νέας γερμανικής θρησκείας με ξαναζωντάνεμα παλιών ειδωλολατρικών στοιχείων, που θέλει να τα υψώσει σε νέα, αιώνια σύμβολα του γερμανισμού (Rosenberg, Ludendorf). Η ιμπεριαλιστική θρησκευτικότητα του εθνικοσοσιαλισμού τον φέρνει σε άκραν αντίθεση προς το χριστιανισμό και τις εκκλησίες του.

Λιγότερο φανερή είνε προσωρινά τουλάχιστο η αντίθεση τούτη στην Ιταλία γιατί εκεί ο φασισμός προσπάθησε να συμβιβαστεί με τον καθολικισμό, που είνε πολύ πιο δυνατός στην Ιταλία. Και εκεί όμως η αντίθεση υπάρχει και δεν είνε απίθανο να ξεσπάσει όπως και στη Γερμανία. Στις άλλες φασιστικές χώρες όπου δεν έχουμε την μορφή ετούτη της ιμπεριαλιστικής θρησκευτικότητας, η αστική απολυταρχία ζητάει στήριγμα στην καθιερωμένη θρησκεία, στην καταπολέμηση κάθε επιστημονικής λευτεριάς και γενικά κάθε λεφτεριάς στη σκέψη και στην υποστήριξη κάθε φιλοσοφίας αντιυλιστικής, μεταφυσικής και μυστικόπαθης.

Αυτός είνε ο «κατ' αντανάκλαση» θρησκευτισμός του φασισμού, θρησκευτισμός από προμελέτη και υπολογισμό συμφεροντολογικό, μια ψέφτικη μορφή θρησκευτικότητας, που θέλει να ξαναζωντανέψει τη θρησκευτική ιδεολογία και το θεοκρατικό μυστικισμό, μόνο και μόνο για ν' αποκοιμίσει τη συνείδηση της μάζας, να σταματήσει τη διεκδίκηση της επίγειας ευτυχίας με την επιδίωξη της μεταθανάτιας μακαριότητας και έτσι να εξασφαλίσει την αδιατάραχτη κυριαρχία των εκμεταλλευτών με την ευλογία και την προστασία των επουράνιων αοράτων δυνάμεων.

Ο φασισμός και η φιλοσοφία και η επιστήμη


Ανάλογη είνε η θέση του φασισμού απέναντι στη φιλοσοφία. H αστική τάξη στην επαναστατική περίοδο, χτυπώντας τη σχολαστική και την «υπέρ λόγον» φιλοσοφία που επικρατούσε σ' όλο το μεσαίωνα, ξαναζωντάνεψε την πίστη του ανθρώπου στο λογικό του και στα αισθητήριά του. Από τη μια μεριά ο Ντεκάρτ, ο Σπινόζα, ο Λάιμπνιτς θεμελιώνουνε την ορθολογιστική μεταφυσική και από την άλλη μεριά ο Φραγκίσκος Βάκωνας, ο Τζων Λοκκ, θεμελιώνουνε τον εμπειρισμό και οι γάλλοι φιλόσοφοι του 18ου αιώνα προχωρούνε ως το συνακόλουθο μηχανικό υλισμό. Ο Καντ με την κριτική του φιλοσοφία προσπαθεί να συνθέσει τον ορθολογισμό και τον εμπειρισμό σε μια οριστική γνωσιοθεωρία αντιμεταφυσική, για ν' αφαιρέσει τη βάση σε κάθε μεταφυσική είτε ιδεαλιστική είτε υλιστική, ουσιαστικά όμως για να συμβιβάσει το λογικό με τη θρησκεία θεμελιώνοντάς την απάνω στον πραχτικό λόγο.

Και τούτο, γιατί η φιλοσοφία του εκπροσωπούσε το συμβιβασμό της φεουδαρχίας με την αστική τάξη και δημιουργούσε την κοσμοθεωρία της νέας κυριαρχίας, που επήγαζε από το συμβιβασμόν αυτόν. Η νέα αυτή κυριαρχία όμως δεν μπορούσε να σταθεί απάνω στην κριτική φιλοσοφία του Καντ, είχεν ανάγκη από μια μεταφυσική φιλοσοφία, που προσπάθησαν να τη δώσουνε ο Φίχτε, ο Σέλιγγ και ο Χέγγελ, οι δημιουργοί της κλασικής ιδεαλιστικής γερμανικής φιλοσοφίας.

Οι ακατανίκητες όμως ανάγκες της οικονομικής εξέλιξης του καπιταλισμού, δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν παρά με μιαν αδιάκοπη εξέλιξη των φυσικών επιστημών. Η σύγκρουση της ιδεαλιστικής μεταφυσικής με τις φυσικές επιστήμες είχε για αποτέλεσμα στο 19ο αιώνα από τη μια μεριά το γκρέμισμα της ιδεαλιστικής μεταφυσικής και από την άλλη μεριά την εξέλιξη του εμπειρισμού και του θετικισμού και τη συνέχιση του μηχανικού υλισμού. Με τον κορεσμό της οικονομικής ανάπτυξης του καπιταλισμού στα τέλη του 19ου αιώνα και τη μεταστροφή της αστικής τάξης προς τη συντηρητικότητα, ξαναγεννιέται η κριτική φιλοσοφία και η μεταφυσική.
Ο εμπειρισμός και ο μηχανικός υλισμός έφτασαν στα σύνορα της δυναμικότητάς τους. Στο μεταξύ όμως οι επαναστατικές δυνάμεις της νέας κοινωνικής τάξης, του προλεταριάτου, είχανε δημιουργήσει νέα φιλοσοφία, το διαλεχτικό υλισμό, που ξεπερνώντας τις αδυναμίες του μηχανικού υλισμού και του απλού εμπειρισμού, θεμελίωσε νέα κοσμοθεωρία, που αγκαλιάζει και ερμηνεύει και το φυσικό και το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Ο φασισμός λοιπόν, συνεχίζοντας και αποκορυφώνοντας την αντιδραστική και αντεπαναστατική τάση της αστικής κυριαρχίας και στο επίπεδο της φιλοσοφίας, είνε κατ' αρχήν οχτρός και του εμπειρισμού και του θετικισμού και του υλισμού, και του μηχανικού και του διαλεχτικού. Ευνοεί κατ' αρχήν κάθε σύστημα, που ανοίγει το δρόμο στο μυστικισμό, κάθε σύστημα που χτυπάει και αρνιέται το απόλυτο κύρος του νόμου της αιτιότητας και στο φυσικό και στο κοινωνικό γίγνεσθαι, κάθε σύστημα που υποστηρίζει άμεσα ή έμμεσα την παρέμβαση υπερφυσικών δυνάμεων στην πορεία του κόσμου.
Η κοσμοθεωρητική στάση της αστικής κυριαρχίας στην περίοδο της απολυταρχίας της μοιάζει καταπληχτικά με την κοσμoθεωρητική στάση της δουλοχτητικής κυριαρχίας στην περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αναζήτηση νέων θρησκειών, αποδοχή του ανατολικού μυστικισμού, θεοσοφία, ανθρωποσοφία, νεοεγελιανισμός, μπερξονισμός, νεοπλατωνισμός, νεοαριστοτελισμός, κάθε τι που οδηγεί στο μυστήριο ή στην αποδοχή μιας υπερφυσικής πραματικότητας, που αναίτια καθορίζει την τύχη του ανθρώπου, είνε καλοπρόσδεχτα, βρίσκουν απήχηση, έδαφος ευνοϊκό. Ο Τζοβάνι Τζεντίλε στην Ιταλία, ο Χαϊντέγγερ στη Γερμανία είνε οι χαραχτηριστικοί εκπρόσωποι φασιστικής φιλοσοφίας.

Η ενότητα της φασιστικής κοσμοθεωρίας έγκειται στην άρνηση του υλισμού κάθε μορφής, θετική όμως ενότητα δεν υπάρχει. Η εσωτερική διάσπαση εξακολουθεί. Γιατί και σε τούτο το επίπεδο ο φασισμός μπερδεύεται μέσα στις εσωτερικές αντιφάσεις του. Δεν μπορεί να σταματήσει ολότελα, όπως θα ήθελε, την επιστημονική έρευνα, γιατί οι φυσικές επιστήμες είνε απόλυτα χρήσιμες στην τεχνική και χωρίς την τεχνική δε μπορεί να συνεχίσει τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό.
Αν ο φασισμός κατόρθωνε να επιτύχει μια απόλυτα κλειστή οικονομία, αν ο φασισμός φτάσει ποτές σε μια απόλυτα κλειστή διευθυνόμενη παγκόσμια οικονομία με καπιταλιστική βάση - πράμα αδύνατο, γιατί κλείνει μέσα του μιαν ανυπερνίκητη αντίφαση - θα σταματούσε την εξέλιξη της τεχνικής και της επιστήμης και ένας νέος μεσαίωνας θ' απλωνότανε σ' όλη την ανθρωπότητα.
Γι' αυτό και η θέση του φασισμού απέναντι στην επιστήμη διέπεται από την ίδια αντίφαση.
Κατ' αρχήν ο φασισμός είνε αντιεπιστημονικός. Δε θέλει ούτε την απεριόριστη εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης στο φυσικό γίγνεσθαι, που φέρνει μιαν αδιάκοπη τελειοποίηση της τεχνικής και οξύνει την αντίφαση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις παραγωγικές σχέσεις, ούτε την απεριόριστη εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Είνε οχτρός της λεφτεριάς της επιστήμης, θέλει μιαν επιστήμη απόλυτα υποταγμένη στους σκοπούς του, μιαν επιστήμη όχι μόνο ακίντυνη για την αστική κυριαρχία, παρά και εξυπηρετική της κυριαρχίας των εκμεταλλευτών. Και προ πάντων δε θέλει μιαν επιστήμη, που να δίνει λύσεις στα κοσμοθεωρητικά και βιοθεωρητικά προβλήματα αντίθετες προς τις ροπές του.

Μια παγκόσμια επικράτηση του φασισμού θα εσήμαινε τον όλεθρο της επιστήμης. Και τούτο όμως είνε αδύνατο να γίνει, γιατί ο φασισμός με την ιμπεριαλιστική του τάση προκαλεί συγκρούσεις και αντιθέσεις εσωτερικές και εξωτερικές, που δεν τον αφήνουνε να κλείσει οριστικά το δρόμο σε κάθε πρόοδο της ανθρωπότητας.

Ο φασισμός και η τέχνη


Και η σχέση τέλος του φασισμού με την τέχνη είνε το ίδιο σκοτεινή, αντιδραστική και γεμάτη από αντιφάσεις.
Απ' όλα τα κοινωνικά φαινόμενα η τέχνη παρουσιάζεται στην αντίληψη και των ίδιων των καλλιτεχνών και πάρα πολλών από τους μελετητές, κριτικούς, ερμηνευτές, φιλόσοφους και κοινωνιολόγους ακόμη, σαν κάτι ανεξάρτητο και αυτόνομο, άσχετο με τα άλλα κοινωνικά φαινόμενα. Κάτι που ανάγεται σε δημιουργικούς παράγοντες αστάθμητους και μη αναγώγιμους, στην ιδιοσυγκρασία ή την ψυχή του καλλιτέχνη, που είνε κάτι αδιερεύνητο και πρωτόφαντο, στη δημιουργική φαντασία, που δεν υπάγεται σε νόμους ή σε μια επιφοίτηση πνεματική, το ίδιο ανεξάρτητη και αυτόνομη ή και ολωσδιόλου χωρίς κανένα νόμο και κανέναν ειρμό.

Η αντίληψη αυτή ως ένα βαθμό δικαιολογιέται, γιατί και το καλλιτέχνημα και η καλλιτεχνική δημιουργία γενικά είνε κάτι τόσο σύνθετο, προπάντων στις εποχές, οπού πολλά ταυτόχρονα καλλιτεχνικά ρέματα κυκλοφορούν και πολλές έντονες καλλιτεχνικές ιδιοφυίες δημιουργούν και τόσα πολλά ιδιότυπα και προσωπικά στοιχεία αποκρυσταλλώνονται μέσα στο καλλιτέχνημα, ώστε η αναγωγή τους είνε δυσκολότατη ή και αδύνατη, τόσο περισσότερο όσο σήμερα τουλάχιστο η επιστήμη της τέχνης και η επιστήμη γενικά δεν είνε ακόμη σε θέση να αναλύσει όλους τους παράγοντες, που συντρέχουνε στη δημιουργία ενός καλλιτεχνικού έργου.
Το σύνολο αυτών των παραγόντων μπορεί να αναχτεί σε τρεις κατηγορίες.
Η πρώτη κατηγορία περιλαβαίνει όλα τα στοιχεία, που προέρχονται από την ψυχοσύνθεση του καλλιτέχνη. Και η ψυχολογία, και η ψυχολογική ανάλυση γενικά βρίσκεται ακόμη στα πρώτα της βήματα και πολύ απέχει από το να μπορεί να δώσει μιαν εξαντλητική ανάλυση μιας τόσο σύνθετης και εξαιρετικής προσωπικότητας, όπως είνε η προσωπικότητα του δημιουργού καλλιτέχνη. Η δεύτερη κατηγορία περιλαβαίνει όλα τα στοιχεία, που προέρχονται από το κοινωνικό περίγυρο, όπου μέσα σ' αυτό μεγαλώνει, διαμορφώνεται και δημιουργεί ο καλλιτέχνης.
Και η κοινωνιολογική επιστήμη βρίσκεται ακόμη πολύ μακριά από το να μπορεί να δώσει μιαν εξαντλητική ανάλυση των κοινωνικών παραγόντων, που σε μια ορισμένη εποχή σ' έναν ορισμένο τόπο μπορούν να συντρέξουνε και να καθορίσουνε ως ένα βαθμό την καλλιτεχνική δημιουργία, τόσο περισσότερο μάλιστα σήμερα, που οι κοινωνικοί παράγοντες με την παγκοσμιότητα που διέπει και την καλλιτεχνική δημιουργία και τις πολυποίκιλες επιρροές, γίνονται ολοένα πιο σύνθετοι και πιο πολύτροποι.

Η τρίτη τέλος κατηγορία των παραγόντων, που συντρέχουνε στη δημιουργία ενός καλλιτεχνικού έργου, περιλαβαίνει όλα τα στοιχεία, που προέρχονται από την εξέλιξη της ίδιας της καθεμιάς τέχνης, στοιχεία υλικά και πνεματικά, στοιχεία τεχνικά και στοιχεία της εσωτερικής νομοτέλειας της κάθε τέχνης και της παράδοσης της καλλιτεχνικής. Και η επιστήμη της τέχνης που διερευνά για κάθε μια τέχνη και τούτα τα στοιχεία, παράλληλα μ' όλα τάλλα, ακόμη δεν είνε σε θέση να μας δώσει μιαν εξαντλητική ανάλυσή τους και συνάμα, συνθέτοντας τα δεδομένα και των άλλων σχετικών επιστημών, να μας δώσει τη νομοτέλεια της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Ωστόσο, και το ότι δε γίνονται όλες αυτές οι έρευνες με κατεύθυνση την τέτοια κατανόηση του καλλιτεχνικού έργου και της καλλιτεχνικής δημιουργίας και το ότι επικρατούν σε τόσο πλάτος οι αντιλήψεις εκείνες για το ανεξήγητο και μη αναγώγιμο του καλλιτεχνικού έργου και της καλλιτεχνικής δημιουργίας, είνε και τούτο ακόμη ένα κοινωνικό φαινόμενο, καθοριζόμενο από συντελεστές, που δεν περιορίζονται μέσα στην περιοχή της τέχνης. Και το σύνθημα «η τέχνη για την τέχνη» και το σύνθημα «η τέχνη μόνο τέχνη» και το σύνθημα πως η τέχνη είνε φαινόμενο μη αναγώγιμο και το καλλιτεχνικό έργο ανεξήγητο, έχουνε τη γενετική αιτία τους σε κοινωνικές καταστάσεις. Επικρατούν όταν η τέχνη γίνεται το προνόμιο μιας ολιγαρχίας, είνε συνθήματα αντιδραστικά.

Ο φασισμός στο σημείο ετούτο παρουσιάζεται μορφολογικά επαναστατικός. Είνε αντίθετος στο χωρισμό της τέχνης από την άλλη ζωή. Θέλει τη σύνδεση της τέχνης με την ομαδική ζωή, τη θέλει εξυπηρετική της ζωής και ζητάει να την υπαγάγει στους γενικότερους σκοπούς του. Αρνιέται, λοιπόν, τα συνθήματα η τέχνη για την τέχνη, η τέχνη μόνο τέχνη και άρα η τέχνη ανεξάρτητη και μη αναγώγιμη.

Ως προς την ουσία όμως της τέχνης μπερδεύεται στις βασικές αντιφάσεις του. Η ουσία της τέχνης ανάγεται στο περιεχόμενο και στη μορφή, τα δυο αυτά είνε αλληλένδετα και αξεχώριστα, ολότελα συνυφασμένα και ο χαραχτήρας της τέχνης καθορίζεται από τον τρόπο που συνυφαίνονται. Ο τρόπος που συνυφαίνεται το περιεχόμενο με τη μορφή δίνει το ρυθμό στην τέχνη και ο τρόπος αυτός πάλι, ο ρυθμός της τέχνης, ανάγεται σε κοινωνικά αίτια.

Η αστική λοιπόν τέχνη στην τελευταία της περίοδο χαρακτηρίζεται από την απόλυτη επικράτηση των μορφολογικών στοιχείων. Η γενική ανησυχία της αστικής τάξης, η αβεβαιότητα, ο τρόμος μπροστά στη ζωή, η φυγή από την πραματικότητα, αντικαθρεφτίζεται στην τέχνη με τον υποκειμενισμό, την ανησυχία και την ταραχή και τη διάσταση προς την πραματικότητα, την ανεξαρτησία και το σπάσιμο των μορφών.

Ο ιμπρεσιονισμός και ο εξπρεσιονισμός, ο κυβισμός, ο φουτουρισμός, ο υπερρεαλισμός είνε οι τεχνοτροπίες, που γεννήθηκαν από την ψυχική αυτή θέση της κλονιζόμενης αστικής κυριαρχίας απέναντι στην κοινωνική πραματικότητα. Ο φασισμός, που θέλει να στερεώσει αυτή την κυριαρχία, να τη θεμελιώσει απάνω στην καινούρια «σύνθεσή» του, που καθώς είδαμε είνε η παγιοποίηση της εκμεταλλευτικής σχέσης, αγωνίζεται να δώσει και στην τέχνη μιαν αρμονική ισορροπία ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο. Εδώ όμως δε μπορεί να βρει το δρόμο του.
Γι' αυτό παρουσιάζεται από τη μια μεριά ευνοϊκός και από την άλλη μεριά αντίθετος στις μορφικές ιδιορρυθμίες της αστικής τέχνης του ξεπεσμού. Ο φουτουρισμός γίνεται η τεχνική μορφή του ιταλικού φασισμού. Ο εθνικοσοσιαλισμός διώχνει από τα μουσεία του όλα τα δημιουργήματα των μορφικών ιδιορρυθμιών της νεότατης αστικής τέχνης και τα θεωρεί προϊόντα εκφυλισμού. Αναζητώντας έναν καινούριο δρόμο ξεπέφτει σ' έναν κούφιο κλασικισμό.

Αυτή η σύγχυση, η αδυναμία του φασισμού να βρει ένα δρόμο της τέχνης δείχνει πάλι πόσο ψεύτικη είνε η επαναστατική του φόρμουλα, πόσο φαινομενική είνε η επαναστατικότητά του, πόσο του είνε αδύνατο να λύσει τις βασικές αντιφάσεις του.

Γενικός χαραχτήρας της φασιστικής «Ιδεολογίας»


Έτσι η επισκόπηση και ανάλυση της φασιστικής ιδεολογίας στα κυριότερα στοιχεία της, μας αποκάλυψε την υπόστασή της, όπως μας την αποκάλυψε και η ανάλυση της οικονομικής και της οργανωτικής βάσης του φασισμού.

Η φασιστική ιδεολογία είνε επαναστατική στη μορφή, αντιδραστική στο περιεχόμενό της, άρα δημιούργημα αντεπανάστασης, της αστικής αντεπανάστασης. Για καμιά αξία του πολιτισμού δε δημιουργεί νέα προοπτική, νέα πλατφόρμα, που να πηγάζει από μιαν αληθινά νέα σύνθεση της ζωής. Θέλει να σταματήσει τη ζωή, να την απολιθώσει απάνω σε μια βάση και η βάση αυτή είνε η διατήρηση της ατομικής ιδιοχτησίας των μέσων της παραγωγής.
Πίσω απ' όλα τα συνθήματά του, απ' όλες τις ιδεολογικές κραυγές του, για πατρίδες, θρησκείες, οικογένεια, αυτοθυσία, για το σύνολο, πειθαρχία, ιεραρχία, πειθαρχημένη λεφτεριά, ένα και μόνο είνε το ιερό, το απαραβίαστο, το υπέρτατο αγαθό, η ιδιοχτησία, ένας είνε ο αληθινός θεός, ο Μαμωνάς. Ο φασισμός είνε η θρησκεία του Μαμωνά, η θρησκεία της εκμετάλλεψης ανθρώπων από ανθρώπους, η λατρεία της ιδιοποίησης της απόλαψης του ιδρώτα των σκλάβων.

Η γενική αυτή επισκόπηση και ανάλυση των ιδεολογιών, που αντιμάχονται μέσα στον σημερινό κόσμο, της αστικοδημοκρατικής ιδεολογίας, που βρίσκεται σε ξεπεσμό και αποσύνθεση, της σοσιαλιστικής ιδεολογίας, που είνε το μαχητικό πνεματικό όπλο της εργατικής τάξης και γενικά των σκλάβων του καπιταλισμού και της φασιστικής ιδεολογίας, που είνε το μαχητικό όπλο της αστικής αντεπανάστασης, μας έδωκε από τη μια μεριά την εξήγηση για το χάος, που επικρατεί στο σημερινό πνεματικό κόσμο και από την άλλη μεριά μας εξήγησε την αδυναμία της αστικής κοινωνιολογικής σκέψης να δώσει μιαν ενιαία και γενικά παραδεχτή επιστημονική λύση της κοινωνικής προβληματικότητας.

Συνάμα όμως η επισκόπηση αυτή και η ανάλυση μας έδωκε το νήμα, για να οδηγηθούμε στη σωστή μέθοδο, που μόνη αυτή φαίνεται να δίνει στον άνθρωπο το γνωστικό μέσο για να ξεδιαλύνει το χάος.

Ας προσπαθήσουμε λοιπόν τόρα να καθορίσουμε αυτή τη μέθοδο και να βρούμε το αναλυτικό διάγραμμα για τη σύνθεση της κοινωνίας και την κατανόηση της γενικής αλληλουχίας του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Print Friendly and PDF

Μοιραστείτε το



Η σελίδα μας στο FB