ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ




Η σφαγή στη Κλεισούρα Καστοριάς 5-6/4/1944

Το μνημείο στην Κλεισούρα
Η ιστορική κωμόπολη Κλεισούρα είναι κτισμένη στις πλαγιές του όρους Μουρίκι (βόρεια απόληξη του Άσκιου ή Σινιάτσικου όρους), δύο μόλις χιλιόμετρα από το Στενό Νταούλι, μια διάβαση με στρατηγική σημασία, καθώς είναι το μοναδικό πέρασμα μεταξύ Καστοριάς και Πτολεμαΐδας - Αμυνταίου.
Η σημασία του είχε αναγνωριστεί από τους Γερμανούς κατά την Κατοχή, οι οποίοι μετά από επιθέσεις του ΕΛΑΣ εγκατέστησαν εκεί ένα φυλάκιο, δίπλα στην παλιά τοξωτή γέφυρα. Το φυλάκιο επανδρώθηκε με ντόπιους βουλγαρόφιλους σλαβόφωνους κομιτατζήδες και δωσίλογους του εθελοντικού Τάγματος Πούλου με επικεφαλής τον Μακεδονομάχο Ανδρέα Παναγιωτόπουλο απ' την Κλεισούρα.

Τους μήνες πριν το Ολοκαύτωμα συνέβησαν διάφορες επιθέσεις των αντιστασιακών τμημάτων του ΕΛΑΣ Σινιάτσικου στο Νταούλι και τους Πουλικούς που στρατωνίζονταν στο δημοτικό σχολείο της Κλεισούρας.
Η απόφαση για την επίθεση της 5ης Απριλίου 1944 έγινε σύμφωνα με τον επικεφαλής Αλέξανδρο Ρόσιο (καπετάν Υψηλάντη), με διαταγή του διοικητή της 9ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, Ιερώνυμο Τρωϊανό (καπετάν Καρατζά) με σκοπό τη λαφυραγώγηση μιας γεννήτριας αυτοκινήτου που θα χρησίμευε στη λειτουργία του ασυρμάτου. Σε άλλο σημείο του βιβλίου του[1] όμως συνδέει την επίθεση με την απελευθέρωση Εβραίων της Καστοριάς, που συνελήφθησαν την 25η Μαρτίου και επρόκειτο να μεταφερθούν με φορτηγά στη Θεσσαλονίκη.
Μάλιστα αναφέρεται πως οι Κλεισουριώτες, αισθανόμενοι τον κίνδυνο αντιποίνων, προσπάθησαν ανεπιτυχώς να μεταπείσουν τον Ρόσιο ώστε να προσβάλει τους Γερμανούς στη θέση Κόττορι, λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα προς την Καστοριά ώστε να μη δεχτούν, (εκείνοι), τα αντίποινα.

Πλατεία Αγίας Σοφίας, Θεσσαλονίκη 2 Νοεμβρίου 1944Πλατεία Αγίας Σοφίας, Θεσσαλονίκη 2 Νοεμβρίου 1944
Το πρωινό της 5ης Απριλίου 1944, τμήμα του ΕΛΑΣ Σινιάτσικου με επικεφαλής τον Ρόσιο πραγματοποίησε ενέδρα σε γερμανική ολιγομελή πομπή ενός επιβατηγού αυτοκινήτου και τριών συνοδευτικών μοτοσυκλετών. Στο επιβατηγό επέβαινε ο λοχαγός των SS Gerhard Klingelhöfer μαζί με τον οδηγό και τον υπασπιστή του. Ο αριθμός των νεκρών Γερμανών της μικρής μάχης δεν είναι επακριβώς γνωστός, καθώς οι διάφορες πηγές δεν συμφωνούν μεταξύ τους και αναφέρουν από 2 έως 8 άτομα. Αντίθετα, η συντριπτική πλειοψηφία των πηγών συμφωνεί ότι τα νεκρά πτώματα υπέστησαν βεβήλωση. Δεν είναι βέβαιο αν τη βεβήλωση, την έκανε η ομάδα του Ρόσιου, κάτι που ωστόσο αφενός δε συνάδει με τη γενικότερη πρακτική των ανταρτών του ΕΛΑΣ, επί κατοχής, αφετέρου δεν επιβεβαιώνεται από πουθενά πλην των απολογούμενων διαταγέων της σφαγής ή σφόδρα αντικομμουνιστικών πηγών, κυρίως της μετεμφυλιακής περιόδου, ή οι κομιτατζήδες του διπλανού φυλακίου, που κατέφθασαν στο σημείο.

Πολύ μελάνι χύθηκε για την κακοποίηση των πτωμάτων των Γερμανών από τον ΕΛΑΣ. Δεν είναι τυχαίο ότι υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές για την ακριβή φύση της βεβήλωσης των πτωμάτων, ενώ υπάρχει και η υπόνοια ότι ενδεχομένως οι συγκεκριμένοι νεκροί να μην ήταν καν αυτοί της επίθεσης στο Νταούλι. Εξάλλου στη δεύτερη δίκη του Κάλτσεφ στο Διαρκές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης το 1948, εν μέσω εμφυλίου δηλαδή, ο υπεράνω υποψίας κομμουνιστικών συμπαθειών γραμματέας του Συλλόγου Κλεισουριέων Θεσσαλονίκης Ηλίας Γιόβας απέδιδε την ευθύνη στον Κάλτσεφ.

Σε κάθε περίπτωση, η επίκληση της κακοποίησης ήταν απλώς προσχηματική, καθώς η μοίρα της Κλεισούρας είχε προδιαγραφεί από τις ναζιστικές αρχές πολύ καιρό νωρίτερα. Ήδη από το καλοκαίρι του 1943 οι Γερμανοί θεωρούσαν την Κλεισούρα προπύργιο των ανταρτών και όταν πυρπόλησαν το κοντινό χωριό Λέχοβο συγκέντρωσαν τους κατοίκους της Κλεισούρας στην πλατεία, δείχνοντας τους τους καπνούς του Λεχόβου ως προειδοποίηση για το τι θα πάθαιναν αν βοηθούσαν τους αντάρτες. Το μόνο που τους έλειπε ήταν η κατάλληλη αφορμή, κι όχι η πρόθεση για τη σφαγή. Η εκκαθάριση του οδικού άξονα Καστοριάς-Αμυνταίου ήταν για τους Γερμανούς ύψιστη προτεραιότητα, κάτι που διαφαίνεται και από τη μοίρα που επιφύλαξαν σε χωριά εκατέρωθεν της διάβασης του Σαρανταπόρου και άλλων σημείων του δρόμου, μετά από εξόντωση γερμανικής φάλαγγας κατά μήκος του τον Ιούνη του 1943.

Μετά την επίθεση,οι ΕΛΑΣίτες κινήθηκαν στο χωριό και έπειτα στα δάση του Μουρικίου. Οι άνδρες της Κλεισούρας, που ενημερώθηκαν για την επίθεση, κατέφυγαν στο μοναστήρι της Παναγίας και το Βαρικό. Αντίθετα, τα γυναικόπαιδα και οι ηλικιωμένοι παρέμειναν στην κωμόπολη, καθώς πίστευαν ότι οι Γερμανοί δεν θα στρέφονταν εναντίον τους. Από την άλλη, ο Klingelhöfer έφτασε στην Πτολεμαΐδα, όπου ενημέρωσε τον Συνταγματάρχη των Waffen SS Karl Schümers, ο οποίος διέταξε την επίθεση στην Κλεισούρα.

Προπομποί των Γερμανών στρατιωτών έφτασαν στην Κλεισούρα και καθησύχασαν τον πληθυσμό ότι δεν θα προέβαιναν σε αντίποινα. Από τις μαρτυρίες προκύπτει ότι οι κάτοικοι τους πίστεψαν, δεδομένου ότι στο χωριό είχαν μείνει μόνο γυναικόπαιδα και ανήμποροι γέροντες.

Τα θύματα στην Κλεισούρα Την 5η απογευματινή ώρα, μετά τη ρίψη συνθηματικής φωτοβολίδας, εισέβαλαν στην Κλεισούρα μονάδες του 7ου Συντάγματος των SS από την Κοζάνη και την Καστοριά, μαζί με ομάδες κομιτατζήδων της περιοχής. Επικεφαλής ήταν ο ίδιος ο Schümers, μαζί τον Γερμανό Φρούραρχο Καστοριάς Hildebrandt και το σύνδεσμο με το Κομιτάτο Λοχαγό Maximilian Reischl. Ηγέτης των κομιτατζήδων από τα γειτονικά σλαβόφωνα χωριά ήταν ο ιδιαίτερα δραστήριος κατά την Κατοχή Βούλγαρος Υπολοχαγός Άντον Κάλτσεφ, που είχε καταγωγή από την περιοχή. Ακολούθησε μια ανηλεής και αδιάκριτη σφαγή των αμάχων γυναικόπαιδων και ηλικιωμένων, ενώ πυρπολήθηκαν οι περισσότερες οικίες της κωμόπολης.
Πολλά βρέφη, παιδιά, έγγυες γυναίκες και υπερήλικες εκτελέστηκαν εν ψυχρώ, καθώς Γερμανοί και κομιτατζήδες εισέβαλαν σε κάθε σπίτι. Ο μεγάλος αριθμός παιδιών και γυναικών που δολοφονήθηκαν ωστόσο δεν ήταν απλώς ένα κτηνώδες ξέσπασμα βίας, αλλά μια στοχευμένη στρατηγική, καθώς ο άμαχος πληθυσμός θεωρούνταν κοινωνική βάση υποστήριξης των ανταρτών, άρα αντιμετωπιζόταν ως εχθρός. Η σφαγή διήρκεσε περίπου δύο ώρες, λήγοντας με την πλήρη καταστροφή του χωριού. 150 σπίτια πυρπολήθηκαν, μεταξύ των οποίων μια κλινική και τα σχολεία της κωμόπολης. Πριν αποχωρήσουν οι Γερμανοί έθαψαν βιαστικά σε ομαδικούς τάφους τα πτώματα που είχαν αφήσει στους δρόμους και την κεντρική πλατεία. Ο ακριβής αριθμός των νεκρών είναι δύσκολος να προσδιοριστεί, κυμαινόταν σίγουρα πάντως μεταξύ 215 και 250 ατόμων, ενώ καταγράφηκαν και 26 τραυματίες. Δυο ακόμα κάτοικοι εκτελέστηκαν στην προσπάθειά τους να διαφύγουν από γερμανικό έλεγχο στο Άσκιο μια βδομάδα αργότερα.

Ο ειδικός πληρεξούσιος του Ράιχ για οικονομικά και νομισματικά θέματα στην Ελλάδα, Hermann Neubacher, κάλεσε σε απολογία τον Schümers όταν πληροφορήθηκε το περιστατικό. Αιτία δεν ήταν βέβαια η ηθική του αγανάκτηση, αλλά ο φόβος πως έτσι δυναμιτίζονταν οι προσπάθειες των ναζιστικών αρχών να συγκροτήσουν ένα αντικομμουνιστικό μέτωπο, καθώς οι σφαγές αμάχων τροφοδοτούσαν τις τάξεις των ανταρτών με επιζήσαντες που κατέφευγαν σε όρη και δάση. Ο Neubacher χαρακτήριζε το συμβάν “λουτρό αίματος” και “απίστευτο”, κάνοντας λόγο για “παράλογη κι ανεύθυνη επιχείρηση” με “μεγάλο πολιτικό κόστος”. Τέτοιου είδους αντίποινα απαγορεύτηκαν, με την υποσημείωση βέβαια πως επιτρέπονταν οι εκτελέσεις γυναικόπαιδων αν στρέφονταν κατά των κατοχικών δυνάμεων ή αποδεδειγμένα ενίσχυαν τους αντάρτες.
Ο Schümers και οι άντρες του, όπως ήταν αναμενόμενο, τόσο κατά τη διάρκεια της έρευνας από προϊστάμενες στρατιωτικές αρχές όσο και μεταπολεμικά στις εισαγγελικές αρχές της ΟΔΓ, παρουσίασαν το περιστατικό ως κανονική στρατιωτική επιχείρηση στα πλαίσια της αντιπαράθεσης με τους αντάρτες, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα τις “παράπλευρες απώλειες” αμάχων, κι όχι ως προσχεδιασμένα αντίποινα.
Ο αιμοσταγής Karl SchumersΟ αιμοσταγής Karl Schumers (σφαγή της Κλεισούρας, σφαγή των Πύργων Κοζάνης, σφαγή του Διστόμου)
Ο Schümers απαλλάχθηκε από τους ανωτέρους του και επανέλαβε το έγκλημά του με την σφαγή των Πύργων,(Κατράνιτσα), Εορδαίας στις 23 Απρίλη 1944 και το ολοκαύτωμα του Διστόμου στις 10 Ιούνη 1944. Αργότερα ο ίδιος σκοτώθηκε από τον ΕΛΑΣ και βρίσκεται θαμμένος σήμερα στο γερμανικό πολεμικό νεκροταφείο του Διονύσου.

Τελικά κανένας από τους πρωταίτιους ή συμμετέχοντες στη σφαγή δεν καταδικάστηκε μεταπολεμικά, καθώς τόσο η εισαγγελία του Koblenz, όσο κι εκείνη της Στουτγγάρδης έθεσαν την υπόθεση στο αρχείο. Η εξέλιξη φυσικά δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που ήθελε το σύνολο των ναζιστικών εγκλημάτων στην κατεχόμενη Ελλάδα να παραμείνει ατιμώρητο. Ακόμα και το αίτημα για την ανοικοδόμηση της Κλεισούρας με έξοδα του γερμανικού δημοσίου που υποβλήθηκε το 1953 από τον πρόεδρο της κοινότητας στον τότε καγκελάριο της ΟΔΓ Konrad Adenauer, απορρίφθηκε με το σκεπτικό ότι ούτε η Γερμανία είχε συνέλθει από τις καταστροφές, αλλά κυρίως πως η χώρα πλέον βρισκόταν στην προμετωπίδα του “Ελεύθερου Κόσμου” και τα έξοδα που κατέβαλε στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και της Δυτικοευρωπαϊκής ένωσης, αρκούσαν για να υπερκαλύψουν την όποια μεμονωμένη αποζημίωση λόγω “γενόμενων αδικιών”.

Η Κλεισούρα τιμήθηκε με Πολεμικό Σταυρό Α’ Τάξεως και συμπεριλήφθηκε στο Δίκτυο Μαρτυρικών Πόλεων Χωριών της Ελλάδας 1940-45.

Βοηθήματα
  • Σ. Δορδανάς, Αντίποινα των γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία (1940-1944), διδακτορική διατριβή, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ, Θεσ/νίκη 2002, σ. 543-598,
  • Α. Ρόσιος (Υψηλάντης), Στα φτερά του οράματος. Εθνική Αντίσταση – Διωγμοί μετά τη Βάρκιζα – Εμφύλιος 1946-49 – Πολιτική προσφυγιά, Θεσ/νίκη 1997.
  • Ν. Σιώκης, «Χρονικό της σφαγής της 5ης Απριλίου 1944 στην Κλεισούρα Καστοριάς», (Απρ - Ιουν 2005), [εκδ. Ιστορική & Λαογραφική Εταιρεία Γιαννιτσών «Ο Φίλιππος»], Γιαννιτσά, 16 – 19.
  • Γ. Τρύπης, Κλεισούρα: Σύντομος ιστορική ανασκόπησις της Ιστορίας της Κλεισούρας, Φλώρινα χ.χ.
  • Κατιούσα


  • Print Friendly and PDF

    Η σελίδα μας στο FB