Οι ομηρίες και οι προβοκάτσιες



---


Μετά από την ανακωχή κορυφώθηκε η ξέφρενη αντικομμουνιστική υστερία των αστικών εφημερίδων και των κάθε λογής κρατικών μηχανισμών, για τα... χιλιάδες «εγκλήματα» που διέπραξαν το ΚΚΕ και το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ σε βάρος της ζωής αθώων πολιτών. Η πτωματολογία πήρε διαστάσεις παράκρουσης. «ΚΑΝΕΝΟΣ ο θάνατος δεν αναγγέλλεται από όλμο, από πολυβόλο τανκς, από τις χιλιάδες βλήματα που τα πολεμικά ανακοινωθέντα του κ. Σκόμπι ανέφεραν ότι έπεσαν στην Αθήνα “από ξηρός θαλάσσης και αέρος”. Όλοι οι νεκροί των 33 ημερών έχουν “αγρίως σφαγιασθεί... ”»[1]

Καθημερινά γίνονταν γνωστές «ανακαλύψεις» ομαδικών τάφων κατακρεουργημένων ανθρώπων, παραμορφωμένων, ακρωτηριασμένων, με κομμένα αφτιά και μύτες, βγαλμένα μάτια και ανοικτές κοιλιές. Δημοσιεύονταν φωτογραφίες από σωρούς πτωμάτων, ανθρώπων που είχαν πεθάνει φυσιολογικά και είχαν ταφεί αρτιμελείς, σε διαφορετικό τόπο από εκείνον που έγινε η εκταφή τους. Καλούνταν ξένοι δημοσιογράφοι και με τη βία συγκεντρωνόταν λαός μπροστά σε ανοιχτούς τάφους, για να δουν τα δήθεν έργα του ΕΑΜ τα οποία στην πραγματικότητα ήταν εγκλήματα που είχαν διαπράξει ταγματασφαλίτες, ΕΔΕΣίτες, Χίτες, χωροφύλακες και καθοδηγούμενοι του υποκόσμου. Μέσα σε αυτό το όργιο της συκοφαντίας και της ανήθικης καμπάνιας επιχειρούνταν να εμφανίσουν ως αθώα θύματα και τους παραδειγματικά τιμωρημένους συνεργάτες των Γερμανοϊταλών, τους πράκτορες των Βρετανών, τους μαυραγορίτες και άλλους.

Συνεχιζόταν το όργιο ψεύδους και συκοφάντησης, που είχε επαναληφθεί πολλές φορές και στη διάρκεια της Κατοχής, όπως αναδεικνύουν περιστατικά που αναγράφονται σε έκθεση της χωροφυλακής, με ημερομηνία 10 Αυγούστου 1944, στην οποία μυστικός πράκτορας έγραψε:
«Σας δίδω ακόμη ένα παράδειγμα του οποίου έχω προσωπικήν αντίληψιν: Προ 20 περίπου ημερών εις μίαν συνοικίαν των Αθηνών έγινεν επιδρομή ευζώνων. Τα σπίτια εληστεύθησαν και οι ένοικοι εκακοποιήθησαν αδιακρίτως. Μεταξύ αυτών εληστεύθη και το σπίτι ενός συνεργάτου μου. Την επομένην ημέρα ο ραδιοσταθμός Αθηνών εις το καθημερινόν του Δελτίον ανέφερεν: “Τρομοκράτες της ΟΠΛΑ επέδραμον εις την συνοικίαν... και ελήστευσαν τον κόσμον.” Ήλθεν ο συνεργάτης μου και μου ανέφερε το πάρα πάνω γεγονός και το περίπου ανακοινωθέν του ραδιοσταθμού μειδιών.»[2]

«Μέρα-νύχτα», έγραφε ο Ριζοσπάστης, «συνεργεία (...) βεβηλώνουν με τα ματωμένα χέρια τους τούς τάφους των σκοτωμένων από διάφορες πολεμικές αιτίες πολιτών (...) Βγάζουμε μετά ένα μάτι, κόβουμε λίγο τη μύτη και την άλλη μέρα φαρδύ πλατύ το νεκρώσιμο στις εφημερίδες μας... “Τον αγρίως σφαγιασθέντα υπό των ελασιτών” κλπ.»

Οι προβοκάτσιες ήταν συχνά τόσο κακότεχνα στημένες, που εμφανίζονταν ως «εκτελεσθέντες από την ΟΠΛΑ» ακόμα και άτομα που βρίσκονταν εν ζωή. «Η εφημερίδα Έθνος», π.χ., «έγραψε στις 14/2/45 και ότι η σύζυγος του Ταγματάρχη Γεωργίου Παρασκευή και η κόρη του Πόπη εξετελέσθησαν υπό της ΟΠΛΑ. Φαίνεται όμως ότι κι’ αυτές “ανέστησαν εκ νεκρών”, αλλιώς δεν εξηγείται πως σήμερα ζουν και βασιλεύουν/»[3]

Στις 21 Δεκέμβρη, συνελήφθη στο σπίτι του ηθοποιού Δημήτρη Μυράτ, από μέλη της Πολιτοφυλακής Γαλατσίου-Πατησίων η πρωταγωνίστρια του Εθνικού Θεάτρου Ελένη Παπαδάκη,[4] που εκτελέστηκε το ίδιο βράδυ στην Ούλεν, παρά τις αντίθετες εντολές και τις διαβεβαιώσεις στους οικείους της.[5] Αμέσως ο Καπετάνιος του Α' ΣΣ του ΕΛΑΣ Σπ. Κωτσάκης έδωσε εντολή στον ΕΛΑΣίτη λοχαγό και διαμερισματάρχη Νίκο Ανδρικίδη για την ανεύρεση και σύλληψη των υπευθύνων, όπως και έγινε. Ακολούθως, συνελήφθησαν ο πολιτοφύλακας Ορέστης[6] και δύο ακόμη συνεργάτες του, οι οποίοι παραδέχτηκαν, ενώπιον ανταρτοδικείου, πως ενήργησαν βάσει εντολών των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Το ανταρτοδικείο τους καταδίκασε σε θάνατο και εκτελέστηκαν δημόσια στην πλατεία Κολιάτσου. Στη συνέχεια, η αστική πλευρά όχι μόνο δεν ενδιαφέρθηκε για την τιμωρία των πραγματικών υπευθύνων, αλλά δίκασε τον Ανδρικίδη.[7]

Η αντικειμενική εξέταση των ιστορικών γεγονότων επιβάλλει την αναγνώριση μιας πραγματικότητας: Τις μέρες του Δεκέμβρη, αλλά και πριν από αυτές, τιμωρήθηκαν δικαίως από τον ΕΛΑΣ μια σειρά συνεργάτες των κατακτητών, δολοφόνοι πολλών λαϊκών αγωνιστών, χαφιέδες της Ασφάλειας, μαυραγορίτες και άνθρωποι ξένων και εγχώριων μυστικών υπηρεσιών. Βεβαίως, υπήρξαν και λάθη, ενώ την ίδια στιγμή διέφυγαν άλλοι που έπρεπε να τιμωρηθούν.

Στη 12η Ολομέλεια (1945) ο Ν. Ζαχαριάδης είπε:
«Οι πράξεις που κάνουν τα μέλη του Κόμματος δημιουργούν ευθύνες και για το ίδιο. Μα μια που το ΚΚΕ δεν έδωσε τέτοια γραμμή (...) δεν δημιουργείται ζήτημα ηθικής τάξης για το ΚΚΕ. Γιατί το Κόμμα μας έχει το θάρρος να διακηρύξει ότι τέτοιες περιπτώσεις, όπως του Κορώνη (καθηγητής Πολυτεχνείου), είτε της ηθοποιού Παπαδάκη δεν μπορούν να βρουν δικαίωση και πρέπει να καταδικαστούν ανοιχτά.»[8]

Ωστόσο τα παραπάνω βρίσκονται στον αντίποδα της πτωματολογίας και της προβοκάτσιας, ακόμα και όταν γίνονταν υπερβάσεις, που παρουσιάζονται σε όλους τους μεγάλους ξεσηκωμούς. Όταν έχουν προηγηθεί χρόνια θανάτων από την πείνα, την ώρα που λίγοι θησαύριζαν, όταν έχουν εκτελεστεί χιλιάδες, όταν πολλοί και πολλές έχουν βασανιστεί και φυλακιστεί, όταν αμέτρητοι έχουν ξεσπιτωθεί, η συσσωρευμένη αγανάκτηση και το μίσος ξεπηδούν αυθόρμητα, γίνονται υλική δύναμη άσκησης μιας δίκαιης τρομοκρατίας που μαζί με τα ξερά συμπαρασύρει και χλωρά.

Ο Μαξίμ Γκόρκι, στις αναμνήσεις του για τον Λένιν έγραψε τα παρακάτω:
«Συχνά μου τύχαινε να μιλώ με τον Λένιν για τη σκληρότητα της επαναστατικής τακτικής και πράξης.
Τι θέλετε σεις; -έκπληκτος και με θυμό με ρωτούσε. Είναι δυνατό να επικρατήσει ανθρωπισμός σε μια τέτοια πρωτοφανέρωτη άγρια συμπλοκή; Πού να υπάρχει θέση ευσπλαχνίας και μεγαλοψυχίας εδώ; (...) Σαν αρκούδα ορμάει η αντεπανάσταση και μεις -τι λοιπόν; Δεν είμαστε υποχρεωμένοι, δεν έχουμε δικαίωμα να αγωνισθούμε, να αντισταθούμε; Μα, συγχωράτε μας, δεν είμαστε βλάκες. Εμείς ξέρουμε: Κείνο που το θέλουμε εμείς, κανένας δεν μπορεί να το κάνει, εκτός από μας (...) Με ποιο μέτρο μετράτε σεις την ποσότητα των απαραίτητων ή των περίσσιων χτυπημάτων στη σύγκρουση; με ρώτησε αυτός μια φορά ύστερα από φλογερή συζήτηση. Σ’ αυτό το απλό ερώτημα μπόρεσα να απαντήσω μόνο με λυρισμό. Νομίζω ότι άλλη απάντηση από το όχι δεν υπάρχει.»[9]


Τα προηγούμενα δε σημαίνουν ότι η καθοδήγηση του ΚΚΕ και του ΕΑΜικού κινήματος απαλλασσόταν της ευθύνης να αντιμετωπίσει ή να περιορίσει, στο πλαίσιο του δυνατού, γεγονότα που ζημίωναν το ΕΑΜικό κίνημα. Όμως αυτό απαιτούσε σχεδιασμένη προετοιμασία και αντίστοιχη πολιτική και οργανωτική πρόβλεψη. Τέτοια προετοιμασία δεν υπήρξε συνολικά για τη μάχη του Δεκέμβρη.

Από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, όσον αφορά το τελευταίο, ήταν το ζήτημα των ομήρων. Το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ προχώρησαν στο μέτρο της ομηρίας έχοντας ως δεδομένο ότι το ίδιο εφαρμόστηκε αρχικά από τους Βρετανούς και τους κυβερνητικούς και αφού είχε ανακοινωθεί από το ραδιόφωνο η αποστολή των πρώτων τριών χιλιάδων ΕΑΜιτών ομήρων στην Αίγυπτο.[10] Ωστόσο, η απάντηση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ όφειλε να ήταν περισσότερο μελετημένη και στοχευμένη.





*** Εάν σας ικανοποίησε το άρθρο βοηθήστε το να ταξιδέψει, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.***
Εκτύπωση άρθρου

Εθνική Αντίσταση
ΔΣΕ