ΠΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΤΟΥ 1944



---


Μια προαποφασισμένη εξέλιξη,

Η ένοπλη σύγκρουση του ΕΑΜικού κινήματος με την ντόπια ολιγαρχία και τους Εγγλέζους ασφαλώς δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ηταν μια εξέλιξη, που οι Εγγλέζοι και οι εγχώριοι συνεργάτες τους προετοίμασαν με μεθοδικότητα από πολύ καιρό πριν. Τα ιστορικά στοιχεία δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολιών περί αυτού.

Τον Αύγουστο του 1943, για παράδειγμα, ο στρατάρχης Σματς (πρωθυπουργός της Νοτίου Αφρικής από το 1939 έως το 1948) προειδοποιούσε τον Τσόρτσιλ ότι «υπό τας συνθήκας αναβρασμού της κοινής γνώμης, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες βαλκανικές χώρες, θα επακολουθήσει χάος μετά από τη συμμαχική κατοχή, εκτός εάν μια δυνατή πυγμή συγκρατήση επί τόπου τα πράγματα. Εάν αφεθή απεριόριστος ελευθερία στους λαούς αυτούς - έγραφε ο Σματς -, ενδέχεται να έχουμε ένα κύμα ταραχών και ευρείας κλίμακος επιβολήν του κομμουνισμού, επί όλων των περιοχών αυτών της Ευρώπης»[1]. Τις προειδοποιήσεις αυτές η αγγλική εξωτερική πολιτική τις πήρε πολύ σοβαρά υπόψη της και προετοιμάστηκε κατάλληλα τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε την Ελλάδα. Ετσι, ο ίδιος ο Τσόρτσιλ, με τηλεγράφημά του στον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών Α. Ιντεν, στις 29/8/1944, περιέγραφε ως εξής το χαρακτήρα της απόβασης βρετανικών στρατευμάτων στη χώρα μας[2]: «...Είναι εξαιρετικά σημαντικό να χτυπήσουμε απροειδοποίητα, χωρίς να προηγηθεί καμιά φανερή κρίση. Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να προκαταλάβουμε το ΕΑΜ...». Επίσης, με άλλο τηλεγράφημά του στον Ιντεν, στις 7/11/1944, ο Βρετανός πρωθυπουργός ανάμεσα στα άλλα σημείωνε[3]: «Περιμένω ανοικτή σύγκρουση με το ΕΑΜ και δεν πρέπει να τη φοβόμαστε, υπό την προϋπόθεση ότι έχουμε διαλέξει με προσοχή το έδαφος».

Στο ίδιο μήκος κύματος με τους Εγγλέζους, κινούνταν και η ντόπια ολιγαρχία, η οποία στο ΕΑΜ - ΕΛΑΣ έβλεπε τον άμεσο κίνδυνο για την οικονομική και πολιτική της εξουσία. Ετσι, ένας από τους κορυφαίους σ' εκείνη την πολιτική συγκυρία αστούς πολιτικούς, ο Γ. Παπανδρέου, από τον Ιούλη του 1943, σε μια έκθεσή του προς το στρατηγείο της Μ. Ανατολής, την ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου και τη βρετανική κυβέρνηση, έλεγε ότι «η ταυτότης των συμφερόντων της Αγγλίας και της Ελλάδος διά πρώτην φοράν εις την ιστορίαν των είναι απόλυτος»[4]. Κι ακριβώς εκεί, στη στρατιωτική δύναμη της Αγγλίας, υπολόγιζε να στηριχτεί για να πετύχει τη διάλυση του ΕΛΑΣ, όπως ο ίδιος αποκάλυπτε στον υπαρχηγό του ΕΔΕΣ Κομνηνό Πυρομάγλου, σε μια συζήτηση που είχαν στις 13/7/1944, λίγο πριν το περιβόητο Συνέδριο του Λιβάνου[5].

Ο Γ. Παπανδρέου θα φτάσει στην αποθέωση των πολιτικών σχεδιασμών του κατά του ΕΑΜικού κινήματος, όταν λίγες μέρες πριν την απελευθέρωση και συγκεκριμένα στις 22/9/1944, τηλεγράφησε στον Τσόρτσιλ: «...Ενώπιον της διαμορφωθείσης κρισίμου καταστάσεως, τα πολιτικά μέσα προς αντιμετώπισίν της δεν είναι πλέον επαρκή. Μόνον η άμεσος παρουσία επιβλητικών βρετανικών δυνάμεων εις την Ελλάδα και μέχρι των τουρκικών ακτών ημπορεί να μεταβάλει την κατάστασιν»[6].

Ο Παπανδρέου κι ο Τσόρτσιλ ομολογούν

Ολοκλήρωση των σχεδίων της ντόπιας ολιγαρχίας και των Βρετανών πατρώνων της δεν μπορούσε να υπάρξει όσο το λαϊκό κίνημα ήταν εξοπλισμένο, όσο, δηλαδή, ήταν υπαρκτός ο ΕΛΑΣ. Γι' αυτό κι επιχειρήθηκε η διάλυσή του με κάθε τρόπο, και με την ένοπλη βία μέσα από την ανοικτή αγγλική στρατιωτική επέμβαση. Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ έχει δώσει στα απομνημονεύματά του μια άκρως αποκαλυπτική ομολογία για τον ταξικό χαρακτήρα εκείνης της σύγκρουσης. Γράφει χαρακτηριστικά[7]: «Η μάχη που διήρκεσε έξι εβδομάδες... έγινε για να καταλάβωμε την Αθήνα και, όπως θα δείξη η συνέχεια των γεγονότων, να απαλλάξωμε την Ελλάδα από τον κομμουνιστικό ζυγό. Την εποχή αυτήν που τρία εκατομμύρια άνδρες πολεμούσαν σε κάθε στρατόπεδο στο Δυτικό Μέτωπο και που τεράστιες αμερικανικές δυνάμεις ηγωνίζοντο εναντίον της Ιαπωνίας στον Ειρηνικό, οι ελληνικές αυτές παραφορές μπορούσαν να φαίνονται ότι είχαν ελάχιστη σημασία, αλλά δεν ευρίσκοντο λιγώτερο στο νευρικό κέντρο της ισχύος, της τάξεως και της ελευθερίας του Δυτικού κόσμου».

Αλλά και ο Γ. Παπανδρέου, σ' ένα άρθρο του στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, το Μάρτη του 1948, δεν είναι λιγότερο αποκαλυπτικός. Γράφει συγκεκριμένα[8]: «Το συμπέρασμα είναι ότι ο Δεκέμβριος ημπορεί να θεωρηθή ''δώρον του Υψίστου". Αλλά διά να υπάρξη ο Δεκέμβριος, έπρεπε προηγουμένως να είχομεν έλθει εις την Ελλάδα. Και τούτο ήτο δυνατόν μόνον με τη συμμετοχήν του ΚΚΕ εις την Κυβέρνησιν, δηλαδή με τον Λίβανον. Και διά να ευρεθούν εδώ οι Βρετανοί, οι οποίοι ήσαν απαραίτητοι διά τη Νίκην, έπρεπε προηγουμένως να είχεν υπογραφή το Σύμφωνο της Καζέρτας. Και διά να γίνη Στάσις - το ''δώρον του Υψίστου"- έπρεπε προηγουμένως να επιμείνω εις την άμεσον αποστράτευσιν του ΕΛΑΣ και να θέσω το ΚΚΕ ενώπιον του διλήμματος ή να αποδεχθή ειρηνικώς τον αφοπλισμό του, ή να επιχειρήση την Στάσιν υπό συνθήκας όμως πλέον, αι οποίαι οδήγουν εις τη συντριβήν του... Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια». Περισσότερα σχόλια, ασφαλώς, περιττεύουν.

Πώς φτάσαμε στο "Δεκέμβρη"