Ο Γεώργιος Αρετάκης γεννήθηκε το 1899 στη γειτονιά της «Βίγλας» στο Πανωχώρι του Σπηλίου. Κατατάχθηκε εθελοντής στα έμπεδα του Ρεθύμνου το 1916, πήρε μέρος στις μάχες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αργότερα στη Μικρασιατική Εκστρατεία, οπού και πιάστηκε αιχμάλωτος. Κατόρθωσε όμως να δραπετεύσει και να επιστρέψει στη μονάδα του στη Θεσσαλονίκη, όπου πήρε το πρώτο χρυσό αριστείο ανδρείας. Μόνιμος αξιωματικός πια του στρατού, το 1932 προήχθη σε ανθυπολοχαγό και αργότερα σε υπολοχαγό. Ύστερα από το αποτυχημένο βενιζελικό Κίνημα του 1935 (1 Μαρτίου 1935) αποτάχθηκε από το στράτευμα ως βενιζελικός και αποσύρθηκε στην Κοξαρέ, όπου παντρεύτηκε την Αντιγόνη Γιακουμογιαννάκη και απέκτησαν μια κόρη την Αικατερίνη.
Με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου ανακαλείται στο στράτευμα με τον βαθμό του εφέδρου λοχαγού όπου πήρε το δεύτερο χρυσό αριστείο ανδρείας, για τη συμβολή του στην κατάληψη του υψώματος Πόγραδετς στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, στις 11-2-1941. Επιστρέφει βαριά τραυματισμένος με επιπλέον τραύματα στο αριστερό πόδι και με σοβαρής μορφής κρυοπαγήματα, ώστε, έκτοτε, να περπατά με πολλή δυσκολία και μόνο με τη βοήθεια μπαστουνιού.
Το πρώτο διάστημα της Κατοχής ο Αρετάκης εργάστηκε ως επικεφαλής ασφάλειας στην Τράπεζα της Ελλάδας αρχικά στα Χανιά και ύστερα στην Πάτρα. Το κάλεσμα όμως του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ για τη λευτεριά της πατρίδας δεν μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητη την προσωπικότητα του Αρετάκη. Γρήγορα βγαίνει στο βουνό και παίρνει μέρος στην Αντίσταση, όντας από τους πρώτους αξιωματικούς και απότακτους του 1935 που εντάχθηκαν στο ΕΑΜ. Παίρνοντας το ψευδώνυμο “Σφακιανός”. Στα πλαίσια του ΕΛΑΣ πραγματοποίησε αρχικά περιοδείες στην ορεινή Αχαΐα παροτρύνοντας τους κατοίκους να ενταχθούν στο ΕΑΜ και εν συνεχεία ανέλαβε μαζί με τον Γιάννη Κατσικόπουλο την διοίκηση του Ανεξάρτητου Τάγματος Καλαβρύτων που ήταν επανδρωμένο με ντόπιους αντάρτες και υπαγόταν στο 12ο Σύνταγμα ΕΛΑΣ (Αχαΐας).
Παρέλαση στην οδό Αριστομένους. Στη φωτογραφία εν μέσω δύο ανταρτών παρελαύνει ο διοικητής του ΙΙ Τάγματος του 8ου Συντάγματος, Γεώργιος Αρετάκης, γνωστός με το ψευδώνυμο «Σφακιανός», λόγω της κρητικής του καταγωγής (28-10-1944)
Στις 16 και 17 Οκτωβρίου του 1943, έπειτα από διαταγή του Κεντρικού Αρχηγείου του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου, επιτίθεται με περίπου 400 αντάρτες στην Κερπινή κατά γερμανικού λόχου δύναμης 97 ανδρών που διεξήγαγε αναγνωριστική επιχείρηση στην ευρύτερη περιοχή με αποτέλεσμα τον θάνατο 4 Γερμανών και την αιχμαλωσία όλων των υπολοίπων εκτός από 11 που κατάφεραν να διαφύγουν.
Αργότερα, ο Αρετάκης ανέλαβε διοικητής του 2ου Τάγματος του 8ου Συντάγματος ΕΛΑΣ (Λακωνίας). Κατά τα τέλη Ιουνίου του 1944 απέφυγε τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των δυνάμεων Κατοχής και των Ταγμάτων Ασφαλείας ενώ την 10η Αυγούστου έλαβε μέρος στη μάχη της Σελλασίας κατά την οποία 24 Γερμανοί σκοτώθηκαν, 22 τραυματίστηκαν και άλλοι 12 κηρύχθηκαν αγνοούμενοι. Επίσης συμμετείχε στη μάχη του Μελιγαλά τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, εναντίον των Ταγμάτων Ασφαλείας.
Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, ο Σφακιανός αρνήθηκε να παραδώσει τον οπλισμό του και καταφεύγει στους ορεινούς όγκους της Πελοποννήσου. Κατά την Άνοιξη του 1945 δραστηριοποιείται μαζί με άλλους πρώην Ελασίτες στην περιοχή της Μάνης ενώ τον Ιούλιο του ίδιου έτους δρούσε μεταξύ Ταΰγετου και Πάρνωνα. Παράλληλα, στις 20 Μαΐου 1946 καταδικάζεται ερήμην, από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων Πατρών, σε ισόβια δεσμά για τη συμμετοχή του τον Σεπτέμβριο του 1943 στη διάλυση του, συνδεδεμένου με τον ΕΔΕΣ, εθνικιστικού αντάρτικου σώματος του λοχαγού Δροσόπουλου από τον ΕΛΑΣ καθώς και για τη συμμετοχή του στο ανταρτοδικείο που καταδίκασε σε θάνατο τρεις από τους πέντε αξιωματικούς του εν λόγω αντάρτικου σώματος.
Τον Σεπτέμβρη του 1946 συγκρότησε με άλλους αγωνιστές το πρώτο ένοπλο τμήμα του ΔΣΕ Πελοποννήσου στον Πάρνωνα.
Το 1947, με τη σταδιακή γενίκευση του Εμφυλίου Πολέμου, ο Αρετάκης δραστηριοποιείται αρχικά κυρίως στους νομούς Αχαΐας και Ηλείας και συγκρούεται επανειλημμένως με κυβερνητικές δυνάμεις στη Στρέζοβα, στο Μάζι, στο Καλολέτσι, στο Χάβαρι Ηλείας όπου πέτυχε τη διάλυση τμήματος Μ.Α.Υ. κ.ά ενώ έλαβε μέρος και στις αποτυχημένες επιθέσεις του ΔΣΕ κατά της Αμαλιάδας την 24η Οκτωβρίου και της Ανδρίτσαινας στις 31 Δεκεμβρίου 1947.
Τον Ιανουάριο του 1948, ο Αρετάκης έλαβε, με διαταγή του Γενικού Στρατηγείου του ΔΣΕ, το βαθμό του αντισυνταγματάρχη και αργότερα τοποθετείται επόπτης των Γραφείων του Επιτελείου 3ης Μεραρχίας του ΔΣΕ Πελοποννήσου ενώ στις 11 Απριλίου λαμβάνει μέρος στη, νικηφόρα για τους αντάρτες, μάχη των Καλαβρύτων.
Το 1949, η διεξαγωγή εκκαθαριστικών κυβερνητικών επιχειρήσεων οδήγησε σταδιακά στην αποδιάρθρωση και διάλυση των ανταρτικών δυνάμεων στην Πελοπόννησο. Τον Ιανουάριο, ο Αρετάκης βρισκόταν, σύμφωνα με πληροφορίες, μεταξύ Αροανίων και Αφροδισίου όρους.
Ωστόσο, ο αγώνας του ΔΣΕ στην Πελοπόννησο γινόταν όλο και περισσότερο άνισος. Κυκλωμένοι από στεριά και θάλασσα οι αγωνιστές του έπεφταν ένας - ένας στα πεδία των μαχών. Ο ίδιος ο Σφακιανός μαζί με άλλους πέντε αγωνιστές, υποχωρώντας μαχόμενοι, έφθασαν στα νότια του Ταΰγετου τον Μάρτη του 1949, προσπαθώντας να φύγουν με καΐκι από τη Μάνη για την Κρήτη.
Στην προσπάθειά του αυτή, αποφασίζει να κινηθεί προς το νότιο τμήμα της Πελοποννήσου, έτσι στις αρχές Απριλίου του 1949 εντοπίζεται στην Αρκαδία[28] και λίγες ημέρες αργότερα βρίσκει καταφύγιο στην Μάνη, αρχικά στη θέση Διλάγγαδο της Έξω Μάνης και έπειτα λόγω των εκτεταμένων ερευνών των τοπικών στρατιωτικών και παραστρατιωτικών δυνάμεων, στην ευρύτερη περιοχή της Αρεόπολης.
Το τελευταίο τους καταφύγιο ήταν η σπηλιά Βαγιολάγκαδο, κοντά στο χωριό Δρυαλί. Εκεί, όμως, προδόθηκαν από χωρικό της περιοχής και στις 26 Μάρτη 1948 η σπηλιά περικυκλώθηκε από ΜΑΗδες και χωροφύλακες. Οι πέντε αγωνιστές, πολεμώντας μέχρις εσχάτων, έπεσαν τελικά κάτω από τα εχθρικά πυρά. Το δολοφονικό μένος του αστικού κράτους και των παρακρατικών συμμοριών φάνηκε, βέβαια, ακόλουθα, όταν έκοψαν το κεφάλι του ηρωικού καπετάν Σφακιανού και το περιέφεραν στα χωριά της περιοχής. Νόμιζαν, έτσι, όπως και με άλλους αγωνιστές, ότι θα σβήσουν τη μνήμη των ηρωικών παιδιών του ελληνικού λαού, των αθάνατων αγωνιστών του ΚΚΕ και του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΔΣΕ. Αλλά φυσικά, μέχρι σήμερα, κάνουν λάθος!
Πηγή: «Ο πολέμαρχος της Βίγλας» του συγγραφέα και δημοσιογράφου Μανόλη Παντινάκη
ή να το εκτυπώσετε (Εκτύπωση)
Αν σας άρεσε το άρθρο, μπορείτε να το διαδώσετε