Κώστας Βουτσάς. Ο άνθρωπος που δεν ξέχασε…

Ο Κώστας Σαββόπουλος του Ξυπόλητου Τάγματος στη Θεσσαλονίκη που έγινε ο ταλαντούχος ηθοποιός Κώστας Βουτσάς έφυγε για να συμμετέχει και αυτός στο Θίασο του Ουρανού.


---


Ο Κώστας Βουτσάς γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1931 στην Αθήνα, σε προσφυγική οικογένεια με καταγωγή, ο πατέρας από τους Επιβάτες της Ανατολικής Θράκης ( που σήμερα ανήκουν στο έδαφος της Τουρκίας) και η μητέρα από την Κεφαλονιά. Η οικογένεια του ζούσε πολύ φτωχικά, δεν είχαν καν σπίτι. Εμεναν όλοι μαζί μέσα σε ένα μαγαζί στο Βύρωνα, όπου είχαν καλύψει τη βιτρίνα ώστε να μην γίνουν θέαμα από τους περαστικούς. Μετά τα πρώτα δύσκολα χρόνια στην Αθήνα, η οικογένεια μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί τα πράγματα έγιναν λίγο καλύτερα. Ο πατέρας του ηθοποιού δούλευε σαν εργάτης οδοποιίας. Ο πατέρας του, Απόστολος, ήταν μέλος του ΚΚΕ και ο μικρός τότε Κώστας έζησε από πρώτο χέρι τις διώξεις, τον βασανισμό και τον εκτοπισμό του από τη Θεσσαλονίκη όταν αρνήθηκε να υπογράψει δήλωση μετανοίας.

Για να συμπληρωθεί το οικογενειακό εισόδημα, ο ίδιος και τα αδέλφια του έκαναν διάφορες μικροδουλειές. Θα τον έβλεπες να γυρνάει με το κασελάκι στους δρόμους της Θεσσαλονίκης πουλώντας τσιγάρα. Αυτή ήταν η πρώτη του δουλειά.

Το πραγματικό όνομα της οικογένειας ήταν Σαββόπουλος. Ο ηθοποιός δηλαδή θα λεγόταν Κώστας Σαββόπουλος. Το «Βουτσάς» καθιερώθηκε από τον παππού του, που ήταν βαρελοποιός. Εφτιαχνε βαρέλια, που τότε τα έλεγαν «βουτσιά» και έτσι δημιουργήθηκε το επίθετο που κράτησε ο ηθοποιός και στη δουλειά του. Οπως ανέφερε ο ίδιος, όταν ξεκίνησε την καριέρα του, κάποιος θιασάρχης του πρότεινε να αλλάξει το επίθετό του και να το κάνει Βέσελης, αλλά ο ηθοποιός αρνήθηκε. Ο ηθοποιός έχει χάσει έναν μεγαλύτερο αδελφό που είχε το όνομα Κώστας, από δάγκειο πυρετό, μια μόλυνση που εξαπλώνεται μέσω των κουνουπιών. Το αγοράκι ήταν 6 ετών και όταν ο ηθοποιός ήρθε στη ζωή, πήρε το όνομα Κώστας προς τιμήν του χαμένου του αδελφού, που ποτέ δεν γνώρισε....

Το κόλπο με τα τσιγάρα.


Την περίοδο της κατοχής για να επιβιώσει εφάρμοσε ένα κόλπο. Αντάλλασσε τσιγάρα με τους Άγγλους αιχμαλώτους. Ο Βουτσάς τους έδινε εκατό ελληνικά τσιγάρα κακής ποιότητας και εκείνοι του έδιναν τα δικά τους. Ήταν λιγότερα αλλά μπορούσε να τα πουλήσει πιο ακριβά στους «έχοντες» της πόλης και να βγάλει ικανοποιητικό κέρδος.

Εδώ ο πάπας, που είναι ο παπάς;


Ο νεαρός Βουτσάς αργότερα βρήκε μια πιο επικερδή δουλειά. Έκανε τον αβανταδόρο στους παπατζήδες. Την κρίσιμη ώρα ειδοποιούσε για την παρουσία της αστυνομίας ακόμη και όταν δεν υπήρχε, ώστε να πιάσουν κορόιδο κάποιον αφελή. Όσα χρήματα κέρδιζε, τα έδινε πάντα στη μητέρα του. Το κίνητρό του ήταν πάντα η αγάπη και η υποστήριξη της οικογένειας. Αυτή η αγάπη έκανε τα μέλη της οικογένειας Βουτσά να μην λυγίζουν στις δυσκολίες.

Αεικίνητος και ευρηματικός, χάριζε πάντα γέλιο και γοήτευε το κοινό και τους γύρω του.


Στα χρόνια της κατοχής, στην ηλικία των 12 ετών φημολογείται ότι ήταν επικεφαλής του «ξυπόλητου Τάγματος» των 160 παιδιών, που η δράση τους πήρε διαστάσεις μύθου όταν διώχτηκαν από τα ορφανοτροφεία της Θεσσαλονίκης από τους Ναζί κατακτητές. Μια ομάδα, απ' αυτά τα ορφανά, για να επιβιώσουν, παίρνουν τη ζωή τους στα χέρια τους. Οργανώνονται σαν μυστικός «στρατός», με ιεραρχία και πειθαρχία. Μόνα τους συγκροτούν ομάδες κρούσης και βοήθειας. Πηγή για την τροφοδοσία τους είναι τα γερμανικά καμιόνια που κουβαλούσαν ψωμί και τρόφιμα και οι μαυραγορίτες. Τα κλεμμένα μοιράζονται στα ορφανά, αλλά και σε άλλους κατοίκους της Θεσσαλονίκης που είχαν ανάγκες. Η φήμη προέκυψε από την τυχαία συνάντηση του Στέργιου (Στέλιου) Βασιλείου με έναν κάτοικο της Σύρου. Επιστρέφοντας από τα εγκαίνια του μνημείου για τους αγωνιστές κρατούμενους της Γυάρου, λόγω θαλασσοταραχής, τα καραβάκια που μας μετέφεραν δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στο Λαύριο και καταλήξαμε στην Σύρο περιμένοντας το πλοίο της γραμμής. Να πως το περιγράφει ο Στέργιος:
«Καθόμασταν σε καφετέρια της Σύρου και κουβεντιάζαμε πολιτικά και για τις ιστορίες των αγώνων της αριστεράς, αναμένοντας καράβι για την Αθήνα, επιστρέφοντας από τα εγκαίνια του μνημείου για τους αγωνιστές κρατούμενους της Γυάρου. Ξαφνικά ένας κύριος από δίπλα, πολύ μεγάλος σε ηλικία, μας διακόπτει.
- Από πού έρχεστε;
- Από τη Γυάρο, εγκαινιάσαμε ένα μνημείο προς τιμή των αγωνιστών που πέρασαν από το κολαστήριο.
- Σας άκουσα που λέγατε για την κατοχή και μετέπειτα. Τα ξέρω. Εγώ ήμουν μικρό παιδί στην κατοχή και ζούσα στην Ανατολική Θεσσαλονίκη, μέλος του «Ξυπόλυτου Τάγματος»...
- Εγω νόμιζα πως ήταν στην Αθήνα αυτό το «Τάγμα».
- Στη Θεσσαλονίκη ήταν. Και ξέρετε ποιόν είχαμε τότε αρχηγό; Τον Κώστα τον Βουτσά! Φτωχόπαιδα όλοι τότε, αν δεν κλέβαμε τους Γερμανούς σήμερα δεν θα ζούσαμε. Και ο Κώστας πιο φτωχός, προσφυγόπουλο.

Μείναμε! Δεν το ξέραμε. Ανοίξαμε μεγάλη κουβέντα αλλά αυτό που μας έμεινε ήταν το «Ξυπόλυτο Τάγμα»!
Μετά θυμήθηκα τη δήλωση του Κ. Βουτσά στις Εκλογές του Ιούλη: «Ψηφίζω ΚΚΕ γιατί είναι το μόνο κόμμα που λέει αλήθειες, αλλά και γιατί ο λαός μας θα ησυχάσει μόνο με την εξουσία που προτείνει το ΚΚΕ».
Δεν ξέχασε την καταγωγή του ούτε ποιος παλεύει για το δίκαιο του λαού».

(Ο Στέργιος Βασιλείου ( Στέλιο τον ήξεραν οι παλιοί) είναι ελεύθερος δημοσιογράφος)

Στον εμφύλιο ο Κώστας Βουτσάς με τους φίλους του, που ήταν οργανωμένοι στα «Αετόπουλα» της ΕΠΟΝ, μοίραζαν προκηρύξεις στους κινηματογράφους του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ, που τύπωνε ο κομμουνιστής πατέρας του. Ανέβαιναν στον εξώστη, πέταγαν ψηλά τις προκηρύξεις και μέχρι αυτές να προσγειωθούν στο πάτωμα, κατέβαιναν στην πλατεία και παρίσταναν τους θεατές. Ετσι ο Βουτσάς γνώρισε έναν χώρο στον οποίο αργότερα θα μεγαλουργούσε. Τον κινηματογράφο....

Μετά τον πόλεμο, ασχολήθηκε με διάφορες μορφές αθλητισμού, όπως στίβο, κωπηλασία, βόλεϊ και μπάσκετ. Η πρώτη του θεατρική εμπειρία, όπως έχει πει, ήταν στα σχολικά του χρόνια όταν ο προπονητής του τον είχε στείλει για προπόνηση στη Μηχανιώνα κι έλαβε μέρος στην παράσταση της κατασκήνωσης. Εκανε ένα αρνητικό σχόλιο για το παιδί που υποδύονταν τον μεθυσμένο κι όταν ο υπεύθυνος του θεατρικού τον προκάλεσε αν μπορεί να το κάνει καλύτερα βρέθηκε τελικά με τον ρόλο.

Σε ηλικία 18 ετών σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Μακεδονικού Ωδείου, συμμετείχε σε επιθεωρήσεις στο Στρατιωτικό Θέατρο Θεσσαλονίκης κι αφού περιπλανήθηκε με τα μπουλούκια δύο χρόνια σε χωριά και κωμοπόλεις της Μακεδονίας «η Καλή Καλό (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της θεατρίνας Καλλιόπης Δαμβέργη) τον κατέβασε Αθήνα» έχει πει ο ίδιος
Εδωσε εξετάσεις για να πάρει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, την οποία τελικά του έδωσαν στην τρίτη προσπάθεια αφού η επιτροπή τον είχε απορρίψει δύο φορές, επειδή δεν «έκανε για ηθοποιός» όπως του είχαν πει.

Με την κόρη του ηθοποιό Θεοδώρα


Η διαδρομή του στον κινηματογράφο


Η πρώτη ταινία που συμμετείχε ο Κώστας Βουτσάς, ως κομπάρσος, ήταν στην κωμωδία «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται» (1953, του Γιώργου Λαζαρίδη). Ακολούθησε η συμμετοχή του στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Η κυρά μας η μαμή» (1958) με την οποία μπήκε πρώτη φορά στα στούντιο της Φίνος Φιλμ, «Για την αγάπη της βοσκοπούλας» του Φρίξου Ηλιάδη (1959), η «Αλίκη στο Ναυτικό»(1960, Αλέκος Σακελλάριος), «Κατήφορος» (1961, Γιάννης Δαλιανίδης), «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης» (1962, Αλέκος Σακελλάριος ) κ.ά. Συμμετείχε συνολικά σε 70 ταινίες.

Στη μικρή οθόνη πρωτοεμφανίστηκε το 1973 στο σίριαλ «Βαριετέ» της τότε ΥΕΝΕΔ για να ακολουθήσουν πολλές εμφανίσεις σε τηλεοπτικές σειρές όπως «Ο Ανδροκλής και τα λιοντάρια του», «Για μια θέση στον ήλιο», «Γιούγκερμαν», «Δέκα Μικροί Μήτσοι», «Επτά θανάσιμες πεθερές», «Η πολυκατοικία» κ.ά.

Ο Κώστας Βουτσάς έχει τρεις κόρες, τη Σάντρα από τον γάμο του με την Έρρικα Μπρόγιερ, την ηθοποιό Θεοδώρα και τη Νικολέττα από τον γάμο του με την Θεανώ Παπασπύρου και δύο γιούς, μικρότερος ο τετράχρονος Φοίβος, από τον γάμο του το 2016 με την ηθοποιό Αλίκη Κατσαβού.

Παρέμεινε ενεργός και δραστήριος μέχρι τέλους, απολαμβάνοντας την αγάπη του κόσμου που παρέμεινε πιστό σε όλες του τις παραστάσεις, με πιο πρόσφατες την «Σμύρνη μου αγαπημένη» της Μιμής Ντενίση έως την τελευταία, την παιδική παράσταση "Σταχτοπούτα" στο θέατρο Broadway. Ο ρόλος που ενσάρκωνε, μάλιστα, ήταν αυτός του Βασιλιά.

Από την παιδική παράσταση "Σταχτοπούτα" στο θέατρο Broadway


Η συμμετοχή του πατέρα, του αδερφού και η δική του στην Αντίσταση, η συνειδητοποίηση της ταξικής ανισότητας μέσα από τη δύσκολη ζωή του, το χρέος που ένιωθε απέναντι στον πατέρα του, μα πάνω απ’ όλα η πεποίθηση ότι το ιδανικό ενός καλύτερου, δίκαιου κόσμου, χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο θα γίνει πραγματικότητα, τον έφεραν κοντά στο ΚΚΕ, μια απόφαση ζωής μέχρι το τέλος.

«Ψηφίζω ΚΚΕ γιατί είναι το μόνο κόμμα που λέει αλήθειες, αλλά και γιατί ο λαός μας θα ησυχάσει μόνο με την εξουσία που προτείνει το ΚΚΕ», είχε δηλώσει στον «Ριζοσπάστη» στις τελευταίες εκλογές του 2019. Δεν δήλωνε ο ίδιος κομμουνιστής γιατί όπως έλεγε «για να γίνεις, θέλει πολλή δουλειά, θέλει κότσια», έβλεπε όμως πάντα στο ΚΚΕ τη δύναμη και το δίκιο του λαού, γι' αυτό και δεν έλειψε ποτέ από το πλευρό του: «Δεν είμαι κομμουνιστής με την ουσιαστική έννοια του όρου, γιατί για να είναι κανείς κομμουνιστής χρειάζεται μεγάλη αφοσίωση, αλλά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, από την πρώτη φορά μέχρι τώρα με περηφάνια ψηφίζω ΚΚΕ».



Εθνική Αντίσταση
ΔΣΕ