ΤΙΤΟΣ ΒΑΝΔΗΣ


---


"Να καταργηθεί το ρητό "Η σιωπή είναι χρυσός". Γιατί η σιωπή είναι ντροπή. Και να φωνάζουμε όλοι μαζί για το Δίκιο. Για τη Λευτεριά. Για τον Ανθρωπο"


Στις 23 Φλεβάρη 2020, συμπληρώνονται 17 χρόνια απουσίας του ανθρώπου που εποίησε ήθος στη μακρόχρονη πορεία του στο θέατρο και τον κινηματογράφο, αλλά και στο δρόμο του αγώνα.
Ο Τίτος Βανδής, γεννήθηκε στις 7 Νοέμβρη 1917, ήταν ανήμερα της Οχτωβριανής Επανάστασης, στο Νέο Φάληρο. Γόνος ευκατάστατης οικογένειας της Καβάλας (ο πατέρας του ήταν καπνέμπορος), επέστρεψε σε μικρή ηλικία στον τόπο καταγωγής των γονέων του.
Σε ηλικία πέντε ετών έπαθε ελονοσία και γι' αυτό το λόγο έφυγε με τη μητέρα και τα αδέλφια του για την Ελβετία.

Πήγε σχολείο στη Λοζάνη και τέσσερα χρόνια αργότερα επέστρεψε με την οικογένειά του στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη.
Στη Θεσσαλονίκη φοίτησε στο Γαλλικό Λύκειο της πόλης, μυήθηκε στις κομμουνιστικές ιδέες από τον Κυρ-Κώστα τον τσαγκάρη και πήρε τα πρώτα μαθήματα υποκριτικής στο Ωδείο Θεσσαλονίκης.
Ο διακαής του πόθος να γίνει ηθοποιός τον ώθησε να παρατήσει το σχολείο και να κατηφορίσει στην Αθήνα, όπου γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου σε ηλικία 16 ετών.

«Κουβέντα με τους φίλους μου», (εκδόσεις «προσκήνιο» - Αγγελου Σιδεράτου)


Στο βιβλίο που έγραφε για πάνω από δέκα χρόνια «Κουβέντα με τους φίλους μου», (εκδόσεις «προσκήνιο» - Αγγελου Σιδεράτου), αναφέρει:

Ο κυρ - Κώστας, ο τσαγκάρης, έριξε καλό σπόρο...


«Ολοι οι δικοί μου ήταν από την Καβάλα. Γινόταν κάτι φασαρίες τότε με τους Τούρκους και με τους Βούλγαρους κι η μάνα μου με μένα στην κοιλιά πήγε στην Αθήνα, με γέννησε στο Νέο Φάληρο και σ' ένα χρόνο με ξανάφερε στην Καβάλα. Γεννήθηκα το 1917». Ηταν ανήμερα της Οχτωβριανής Επανάστασης (7/11/1917). Η μάνα του δεν του 'λεγε την ημερομηνία. Ισως, γιατί θεωρούσε «βρωμιάρηδες» και «άθεους» τους εργάτες και τους κομμουνιστές. Πού να φανταζόταν η αρχοντομαθημένη μάνα του - σύζυγος μεγαλοκαπνεμπόρου, ότι ο ελβετομεγαλωμένος και γαλλομαθημένος γιος της θα γινόταν κομμουνιστής. Οτι δεκατριάχρονος θα αποφάσιζε να γίνει μεροκαματιάρης σαν τους εργάτες. Ηθοποιός! Πού να 'ξερε ότι τον γιο της «ξεμυάλισε» ο κομμουνιστής τσαγκάρης της γειτονιάς τους στη Θεσσαλονίκη, ο κυρ - Κώστας, που του 'λεγε ότι από τους εργάτες, που είδε - γύρω στο 1930 ήταν - να περνούν μπροστά από το σπίτι, «τους παίρνουν το ψωμί. Δεν τους πληρώνουν και δεν μπορούν ν' αγοράσουν ούτε ψωμί ούτε παπούτσια σαν τα δικά σου. Γι' αυτό φωνάζουν. Παλεύουν για τη ζωή τους. Μπροστά στο σπίτι σου τους χτύπησε η Χωροφυλακή. Δυο απ' αυτούς είναι σε κρίσιμη κατάσταση. Θέλουν να τους φοβίσουν, να τους διαλύσουν. Και πολλές φορές τα καταφέρνουν. Οσοι φεύγουν, όσοι δε μιλάνε, περιμένουν κάποιο θάμα, που λέει ο δικός μας ο ποιητής».

Τέσσερις - πέντε φορές τον είδε τον κυρ-Κώστα, από δέκα λεπτά την κάθε φορά. «Ομως, θαρρείς - λέει ο Τίτος Βανδής - ότι τα δύο τρία πράγματα που μου είπε μου άνοιξαν δρόμους που ίσως δεν έβλεπα ή που σίγουρα θα αργούσα να δω».

«Ο κυρ Κώστας - συνεχίζει ο Τ. Βανδής - με δυο κουβέντες, με πολύ απλά πράγματα, ίσως αυτός ο άνθρωπος με έμαθε να είμαι απλός. Ηταν σαν αυτό που βλέπαμε στα παραμύθια, που ανοίγει μια πόρτα και το παιδί βλέπει πράγματα μαγικά. Με το πρώτο. Εκείνη η εικόνα των ανθρώπων αυτών των μουντζουρωμένων, αξύριστων, των λασπωμένων... Ηταν αυτός που μου έδωσε την αφορμή να διαβάσω βιβλία. Πιστεύω ότι κάθε τίμιος άνθρωπος πρέπει να είναι κομμουνιστής. Δεν μπορεί να είναι δίκαιο, δεν μπορεί να είναι ζωή το να οικονομάνε οι λίγοι και οι πολλοί να πεινάνε. Αρχίζεις και σκέφτεσαι, πώς έγινε η κοινωνία. Από τη στιγμή που υπάρχει ο άνθρωπος, μερικοί έχουν βρει τον τρόπο να κυριαρχούν, να είναι πιο δυνατοί. Αυτοί έκαναν τους νόμους, αυτοί εφεύραν την αστυνομία και το στρατό, για το έθνος λέει, αλλά δεν το έχουν για το έθνος, όλα για την τσέπη τους».

Ο κυρ-Κώστας μου έλεγε, "όσοι δε διεκδικούν το μεροκάματό τους, είναι άχρηστοι και προδότες της εργατικής τάξης". Ετσι άρχισε η συνδικαλιστική μου δράση και σιγά - σιγά άρχισα να αποκτώ πείρα και να δίνω μεγάλη σημασία στην κινητοποίηση του συνόλου. Το μεροκάματο είναι ιερό. Το δίκιο του εργάτη είναι ιερό. Κι αν ένας εργάτης δεν έχει ανάγκη, έχει πιει με το αφεντικό και έχει διασκεδάσει μαζί του, το μεροκάματο πρέπει να το πάρει. Αν δεν τσακωθεί για το μεροκάματο, προδίδει όλη του την τάξη. Είναι κάτι που πρέπει να το κυνηγάς συνέχεια για να αποκτήσεις συνείδηση».

Ο Τ. Βανδής, μαθητής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, 1934


Το πρώτο ξύπνημα


Το αγόρι, συμπτωματικά, ήξερε τους «Μοιραίους» του Βάρναλη, όταν του 'πε τα παραπάνω ο κυρ - Κώστας. Αργότερα του έλεγε κι άλλα. Οτι «οι κομμουνιστές εργάτες, αν διαφέρουν σε κάτι, είναι ότι αυτοί έχουν μάθει τι σημαίνει εκμετάλλευση, Ξέρουν την αξία της οργάνωσης, του σωματείου, της μαζικής αντίστασης. Οι κομμουνιστές δε δέχονται την αδικία σιωπηλά». Ο κυρ - Κώστας τού δάνειζε βιβλία. «Το "Κεφάλαιο" του Μαρξ ήταν το πρώτο. Μου έδινε και προκηρύξεις ύστερα από λίγο καιρό», θυμόταν ο Τίτος Βανδής , ομολογώντας ότι αγάπησε πολύ και ουδέποτε ξέχασε τον κυρ - Κώστα.
Δεκάχρονος ο Βανδής έλεγε στη μάνα του ότι, τάχα, έχει γαλλικό αξάν και για να μιλά καλά τα ελληνικά πρέπει να πάει σε δραματική σχολή. Τα κατάφερε. Το γυμνασιόπαιδο πήγε σε δραματική σχολή της Θεσσαλονίκης. Κι έπειτα έπαιξε σε σχολικές παραστάσεις τον «Πειρασμό», με σκηνοθέτη τον Τάκη Μουζενίδη και τον «Διαβάτη» του Κοπέ. Υπό τον Μουζενίδη, το 1933, έπαιξε στη διασκευασμένη σε θεατρικό «Νερατζούλα» του κομμουνιστή Παναΐτ Ιστράτι. Το «κακό» έγινε. Παράτησε το σχολείο και βρέθηκε στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, με μεγάλους δασκάλους. Μετά τις πρώτες ερωτικές εμπειρίες, δεκαοχτάχρονος ετοιμαζόταν να παντρευτεί την πρώτη του γυναίκα, τη συμμαθήτριά του στη Σχολή, Μαρία Αλκαίου. Πριν το γάμο του (διαλύθηκε γρήγορα), η Μαρίκα Κοτοπούλη έδινε παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη. Ο Βανδής πήγε, την είδε και της είπε ότι σπουδάζει ηθοποιός. Η Κοτοπούλη υποσχέθηκε να ξαναμιλήσουν στην Αθήνα. Δεν άργησε πολύ να βρεθεί επί σκηνής μαζί της, σε ασήμαντους κι ύστερα σε σημαντικούς ρόλους.

Φιλίες και όνειρα


Φίλοι, συμμαθητές κι ομοϊδεάτες του στη Σχολή, ήταν η Μαρία και ο Γιάννης, τα παιδιά του δασκάλου του, Αιμίλιου Βεάκη. «Δασκάλα» του στα ιδεολογικά και - έως άδικης παρεξήγησης - φίλη του, η Μαρία. Στα 1932-1933, ο Βανδής έγινε «μέλος της Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Η πρώτη επαφή με την οργάνωση... πρώτη μυρουδιά από το ΚΚΕ». Το 1933-1934, δευτεροετής στη Σχολή, παίζει στο Εθνικό Θέατρο, στον «Ιούδα» του Σπύρου Μελά και γίνεται μέλος του ΣΕΗ. Η Κατερίνα Ανδρεάδη υπόσχεται - στον μέλλοντα πεθερό του, άντρα της Σαπφώς Αλκαίου και δάσκαλό του στη Σχολή, Νίκο Παπαγεωργίου - ότι θα πάρει στο θίασό της τους μελλονύμφους. Το νεαρό ζεύγος έμεινε άνεργο. Αργότερα, ο Βανδής δουλεύει με την Κατερίνα (έπαιξε πολλές φορές μαζί της) και στο Εθνικό. Η μεταξική δικτατορία δεν τον «σηκώνει» και φεύγει από το Εθνικό. Στα χρόνια 1937-1938 περιοδεύει με το θίασο Αργυρόπουλου - Λάμπρου - Σαντοριναίου. Μεγάλο «σχολειό». Καθημερινά και άλλο έργο. Στο θίασο ήταν και ο μορφωμένος και σπουδαίος κομμουνιστής ηθοποιός Αντώνης Γιαννίδης (πέθανε στην ΕΣΣΔ). Μεγάλος «δάσκαλός» του κι αυτός. Το καλοκαίρι του 1938 συμμετέχει σε περιοδεύοντα εταιρικό θίασο του ΣΕΗ. Στο θίασο ήταν και η παντρεμένη με επιφανή δημοσιογράφο, Τασία, η μάνα του πρώτου του παιδιού, της Ζαΐρας, που πέθανε τριάντα εννιά χρόνων.

Το 1938-1939 πάει στο στρατό. Το '40 στο Μέτωπο. Τότε αρχίζει το μίσος του για τον πόλεμο: «Οι ιστορικοί γράφουν για κάθε πόλεμο πολλά χρόνια μετά τη λήξη του, απολύτως "αντικειμενικά". Ούτε λέξη για το παγκόσμιο καθεστώς της δουλείας, που μας επιβάλλει να πηγαίνουμε στον πόλεμο και να δίνουμε τη ζωή μας ή κομμάτια από το κορμί μας για να πλουτίζει το πουγκί των Ισχυρών της Γης. Αλήθεια, ποιοι είναι οι Ισχυροί; Εμείς είμαστε οι Ισχυροί. Οι πολλοί. Είναι σίγουρο. Δεν έχουμε παρά να καθίσουμε και να σκεφτούμε πέντε λεπτά. Να ξεχάσουμε αυτά που μας καρφώνουν στο μυαλό με όλα τα μέσα που διαθέτουν, από σχολεία, ΜΜΕ, "Βασιλεία των Ουρανών" και βία».

Στα χρόνια της Αντίστασης


Με τη γερμανική κατοχή, αρχίζει τον αγώνα της επιβίωσης, «το κυνήγι του συσσιτίου». Ο Δήμος Σταρένιος τον μυεί στο ΕΑΜ. Ζητά επανασύνδεση με το ΚΚΕ. Ο Γιώργος Γιολδάσης τού ανακοινώνει: «Το κόμμα σε ξαναενέκρινε». Το 1941 δουλεύει στο θίασο του Αργυρόπουλου. Επειτα στης Κατερίνας, με σκηνοθέτη τον Κάρολο Κουν. Μια από τις κομματικές ευθύνες του ήταν και ο Τύπος. Το 1942, μαζί με άλλους ΕΑΜίτες, εκλέγεται στο ΔΣ του ΣΕΗ. Ομως, μόνον εκείνος ήταν μέλος του ΚΚΕ. Για τα χρόνια της Αντίστασης, γράφει ότι «ίσως, τότε, ήμουν ο τέλειος κομμουνιστής. Κουβαλούσα πιστόλια. Μοίραζα προκηρύξεις. Μάζευα ρούχα παλιά γι' αυτούς που δεν είχαν. Οδήγησα σε σπίτια δυο Ακροναυπλιώτες που το έσκασαν από τη "Σωτηρία" το 1943. Κι ακόμα, όταν έπαιζα στο θέατρο, προσπαθούσα να παίζω καλύτερα, γιατί είχα πιο πολλές ευθύνες. Γιατί ήμουνα κομμουνιστής».

Οι έρωτες και οι γάμοι του Τ. Βανδή καταλαμβάνουν πολλές σελίδες. Το 1943 παντρεύεται τη συμμαθήτριά του στη Σχολή Καίτη Ασπρέα, που γεννά την κόρη τους, Τίτα. Ο γάμος δεν κρατά πολύ. Δουλεύει σε γνωστούς θιάσους, συχνά πρωταγωνιστώντας. Ερχονται η «απελευθέρωση» και τα Δεκεμβριανά.

Ολο το Δεκέμβρη, ο Βανδής δρα στην Πολιτοφυλακή της Κυψέλης. Γενάρη του '45, με την υποχώρηση, ο Βανδής με άλλους ΕΑΜίτες ηθοποιούς διαβαίνει τη Θήβα, τη Λαμία, το Αγρίνιο, τη Λάρισα, την Κοζάνη, συμμετέχοντας στο «Θέατρο του Λαού». Παίζει στα έργα του Ρίτσου «Η Αθήνα στ' άρματα», του Γιαλαμά «Ελληνική Εποποιία», του Τσέχοφ «Αίτηση σε γάμο».

Μετά τη Βάρκιζα, οι ΕΑΜίτες καλλιτέχνες γυρίζουν στην Αθήνα. Με «διευθυντή» τον Αντρέα Μαρουλίδη, δημιουργείται ένα θίασος εξαιρετικών ΕΑΜιτών ηθοποιών: Αιμ. Βεάκης, Α. Γιαννίδης, Θ. Κουρή, Θ. Μορίδης, Δ. Σταρένιος, Γ. Δήμος, Ν. Κεδράκας, Αλ. Δαμιανός, Ν. Βασταρδής, Τ. Βανδής , Μ. Μυράτ, Αλ. Παΐζη, Ασπ. Παπαθανασίου. Σκηνοθέτης ο Γιαννούλης Σαραντίδης. Σκηνογράφος ο Γιώργος Βακαλό. Ο θίασος ανεβάζει κλασικό και σύγχρονο ρεπερτόριο. Σε μια παράσταση του σαιξπηρικού «Ιουλίου Καίσαρα», στο θέατρο εισβάλλουν 100 Χίτες. Κοινό και ηθοποιοί δίνουν κανονική μάχη. Οι ηθοποιοί, με τα κοντάρια και τα σπαθιά της παράστασης. Τραυματίζονται ο Βεάκης, ο Γιαννίδης και η Μ. Μυράτ.

Αρχές του 1945, δημιουργείται ο ΕΑΜικός θίασος «Ενωμένοι Καλλιτέχνες». Λειτουργεί μέχρι το 1946. Οι Σταρένιος - Βανδής - Παΐζη κάνουν δικό τους θίασο. Ο Βανδής και η Παΐζη είναι ζευγάρι από το 1945. Το 1947 ο Βανδής καλείται στο στρατό σαν έφεδρος και η Παΐζη εξορίζεται. Μετά την επιστροφή της από την εξορία (γύρω στο 1950) παντρεύονται, αλλά το 1956 χωρίζουν.

Στο Μπροντγουαίη και στο Χόλιγουντ


Ο Βανδής, προ πολλού, είναι καταξιωμένος ηθοποιός. Θα χρειαζόταν πολύς χώρος για να αναφερθούν οι απόψεις του για τους θιασάρχες, σκηνοθέτες, ηθοποιούς, με τους οποίους συνεργάστηκε, οι θίασοι στους οποίους έπαιξε - μεταξύ των θιάσων ήταν και το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» του Μάνου Κατράκη - και οι ρόλοι του στη δεκαετία του '50 και μέχρι την περίοδο 1963-1964, που παίζει τον «Ερρίκο Ογδοο» στο «Κυκλικό Θέατρο» του Λεωνίδα Τριβιζά, που έκτοτε έγιναν φίλοι. Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '60, διδάσκει στη Σχολή Σταυράκου και με τον σκηνοθέτη Γιώργο Θεοδοσιάδη συστήνουν τη Δραματική Σχολή Αθηνών. Το 1964 κάνει δικό του θίασο στον κινηματογράφο «Μετάλλιον», στο Παγκράτι. Θέλει μόνιμο σκηνοθέτη τον Τριβιζά. Αγαπούν κι οι δυο τον Μπρεχτ. Ο Βανδής μεταφράζει τους μπρεχτικούς «Στρογγυλοκέφαλους και μυτεροκέφαλους». Δε βρίσκουν κατάλληλους πρωταγωνιστές για το μπρεχτικό έργο και ανεβάζουν τον «Ομηρο» του προοδευτικού Ιρλανδού συγγραφέα Μπρένταν Μπίαν, σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη.

Το 1960, όταν πήγε στις Κάννες για την προβολή της ταινίας του Ζυλ Ντασσέν «Ποτέ την Κυριακή» (ήταν συμπρωταγωνιστής της Μελίνας στην ταινία αυτή, όπως και στο «Τοπ Καπί», επίσης του Ντασσέν), γνώρισε έναν Αμερικάνο ατζέντη. Αυτός ο ατζέντης, Μάη του 1965, του ζήτησε τηλεφωνικά να «πεταχτεί» στο Παρίσι για μια πρόταση του Αμερικανού παραγωγού Λέρνερ να παίξει στο «On a clear day yoy can see for ever», στο θέατρο «Mark Hellinger», το δεύτερο μεγαλύτερο του Μπροντγουαίη, με «χίλια δολάρια τη βδομάδα». Ελπίζοντας να ξελασπώσει από τα θιασαρχικά του χρέη, ο Βανδής πάει στο Παρίσι και την άλλη μέρα στη Ν. Υόρκη, για ακρόαση από το επιτελείο του παραγωγού. Αγγλικά δεν ήξερε. Εκανε αγώνα για να τα μάθει το ταχύτερο. Αύγουστο του '65 άρχισε πρόβες. Η επιτυχία του σ' αυτήν την παράσταση και σε άλλες, σε πολλές ταινίες και σίριαλ, τον έκανε να παραμείνει και να δουλέψει στις ΗΠΑ, περίπου, 26 χρόνια. Να συνεργαστεί ακόμα και με διεθνούς φήμης καλλιτέχνες (λ.χ., με τον Λόρενς Ολίβιε), να ερωτευτεί, να παντρευτεί και ξαναπαντρευτεί.

Μια «γεύση» από τη ζωή του στις ΗΠΑ είναι και η εξής: «Παρ' όλο το ξεσήκωμα του κόσμου στη δεκαετία του 1960 εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ, ακόμα και στη δεκαετία του 1970 πλανιόταν πάνω από τις ΗΠΑ η σκιά του Μακάρθι. Η μεγάλη ευαισθησία των Αμερικανών γενικά είναι το οικονομικό. Πάνω απ' όλα τιμούν το δολάριο. Ο στρατηγός Morehead, στην ερώτηση "Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι με τόσες απώλειες οι Βιετναμέζοι κρατήσαν τόσα χρόνια;", απάντησε: "Δεν είναι παράξενο. Αλλιώς λογαριάζεται η ζωή ενός Βιετναμέζου. Αλλο Αμερικάνοι, άλλο Βιετναμέζοι". Εννοούσε "Αλλο να σκοτώνεις ανθρώπους κι άλλο μύγες και κουνούπια. Αυτά τα σκοτώνεις και έρχονται άλλα. Ο θάνατός τους δεν έχει σημασία, ούτε για σένα, ούτε γι' αυτά". Στην κατηγορία της μύγας και του κουνουπιού έχουν κατατάξει οι Αμερικάνοι τους Σέρβους, τους Ιρακινούς, οποιονδήποτε αντιστέκεται», έγραφε ο Βανδής στην «Κουβέντα με τους φίλους μου».

Ο Τ. Βανδής με τον Χ. Φλωράκη


Επιστροφή στην Ελλάδα


Το 1982 ήρθε στην Ελλάδα. Τότε γνώρισε την Μπέτυ Βαλάση, με την οποία συνδέθηκε το 1983 και παντρεύτηκε το 1984. Εκτοτε έζησε μόνιμα στην Ελλάδα. Δούλεψε στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση και ξαναδίδαξε σε δραματικές σχολές. Επανασυνδέθηκε με το ΚΚΕ, στο οποίο δεν έπαψε ουδέποτε να πιστεύει. Αρθρογραφούσε κάθε βδομάδα στο «Ριζοσπάστη». Ελπίδα του ήταν όσοι διαλέγουν το δρόμο του αγώνα και προπάντων η ΚΝΕ - «το νέο αίμα του ΚΚΕ». Και περηφάνια του μεγάλη ήταν ότι από τη ζωή θα φύγει κομμουνιστής, όπως ο κυρ - Κώστας, που «ο λόγος του έπεφτε σαν τη βροχή σε δέντρο που κάρπιζε αμέσως. Ο κυρ - Κώστας που ήταν πάντα μαζί μου, όπως και η γυναίκα μου η Δέσπω, και το Μπέτυ δε μ' ενοχλεί. Ημουνα τυχερός που τη βρήκα». Την τύχη του αυτή, της την έγραφε και σε καθημερινά γραμματάκια ή στιχάκια του: «Μην κλαιν πια τα ματάκια σου/ ευρήκα τα γυαλάκια/ κι ησύχασε η καρδούλα μου/ γιατ' είσαι η ψυχούλα μου».

Εκτός του κυρ - Κώστα και της Μπέτυς, όπως εξομολογείται στο βιβλίο του, «ο τρίτος της παρέας είναι ο εαυτός μου, που μου φέρνει εμπόδια, με εκθέτει, με προκαλεί, με ρωτάει: "Αφού έγραψες ένα βιβλίο για να τα πεις όλα, γιατί δεν τα είπες;". Τι να κάνω, να τον συγχωρέσω, να τον σκοτώσω, ή να τον αγαπήσω; Θα κάνω μια ευχή. Να καταργηθεί το ρητό "Η σιωπή είναι χρυσός". Γιατί η σιωπή είναι ντροπή. Και να φωνάζουμε όλοι μαζί για το Δίκιο. Για τη Λευτεριά. Για τον Ανθρωπο». Αυτή ήταν η τελευταία «κουβέντα» του Τίτου Βανδή. Δεν την ξεχνούμε...

Αν και βαριά άρρωστος, συνέχιζε να αρθρογραφεί στο «Ριζοσπάστη» μέχρι τέλους... Σ΄ένα από τα τελευταία του κείμενα έγραφε μεταξύ άλλων: «Ολα τα κεκτημένα έχουν κερδηθεί με αίμα εργατών και είναι μια νίκη ιερή, αλλά αυτός το αμφισβητεί, λέγοντας ότι τον μάθανε να τα ονομάζει κεκτημένα! Ετρεξε πολύ αίμα για το οκτάωρο, φίλε, που σου έχουν "μάθει να το λες" κεκτημένο. Σκοτώσαν, το 1886, στο Σικάγο, εφτά απεργούς, που διαμαρτυρόντουσαν για τις πολλές ώρες εργασίας και αντί να δικαστούν οι δολοφόνοι, συλλάβανε οχτώ απεργούς, από τους οποίους κρεμάσανε τους τέσσερις, ένας πρόλαβε και αυτοκτόνησε και οι υπόλοιποι τρεις φυλακίστηκαν για πολλά χρόνια. Το οχτάωρο, λοιπόν, κερδήθηκε με αίμα και, φυσικά, όλα τα άλλα, σύνταξη, επίδομα ανεργίας, δώρα εορτών, για να αναφέρω μόνο μερικά. Τίποτα δε δώσανε οι κυβερνήσεις και οι εργοδότες από την καλή τους καρδιά. Και δεν υπήρξε στιγμή, που να μην προσπάθησαν σε κάθε ευκαιρία που τους δόθηκε, να καταστρατηγήσουν και να αρνηθούν την υπογραφή τους».

Η ακατάβλητη Δανάη Στρατηγοπούλου, η αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης, του τραγουδιού και της ποίησης, έκφρασε στην Μπέτυ Βαλάση τη θλίψη της για το θάνατο του συντρόφου της, Τίτου Βανδή , με ένα διαφορετικό από το συνήθη τρόπο. Μιλώντας για πρώτη φορά μαζί της στο τηλέφωνο, έκφρασε τη λύπη της διαβάζοντάς της το παρακάτω ποίημα που έγραψε για εκείνον. Ενα ποίημα δέκα στίχων, των οποίων το αρχίγραμμα σχηματίζει κάθετα το όνομά του. Το παραθέτουμε:

Το βλέπω σαν να ήταν χθες εκείνο το παιδί.

Ιδανικό αγωνιστή στον πιο ωραίο αγώνα.

Τη λευτεριά και την τιμή λεβέντικα να τραγουδεί.

Ολόρθος και περήφανος λες κι είναι η εικόνα

Σωστού Ελληνα που τον ζυγό ποτέ δεν υποφέρει.


***

Βέβαιος κι όλο δύναμη λες κι έχει από χέρι

Από τα γεννοφάσκια του μάθει πως ο «Ελλην ξέρει»

Να ζει μονάχα με τιμή μ' αυτήν και να πεθαίνει

Δεν κάνει υποχώρηση πιστός στον όρκο μένει.

Ηρεμος, τον αγώνα του ποτέ δεν παρατάει.

Σωστός σ' όλο το βίο του, σωστός κι εκεί που πάει.


Πηγή: "Ριζοσπάστης"

*** Εάν σας ικανοποίησε το άρθρο βοηθήστε το να ταξιδέψει, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.***


Εθνική Αντίσταση
ΔΣΕ