Ανάφη - Τόπος εξορίας

Άνδρες κουβαλούν αστιβιές οι οποίες θα χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα για ψήσιμο στους φούρνους. Ήταν μια κοπιαστική εργασία, καθώς έπρεπε να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις φορτωμένοι.


Η Ανάφη πέρασε στην Ιστορία ως ένας από τους πρώτους τόπους εξορίας, όπως λειτούργησε από το 1924 έως το 1943 και από το 1946 έως το 1948. Συγκεκριμένα, άρχισε να χρησιμοποιείται από το 1925 ως τόπος εξορίας μελών και στελεχών του ΚΚΕ, εργατών, αγροτών, νεολαίων και άλλων αγωνιστών. Ηταν μια περίοδος που εντάθηκε η καταστολή του αστικού κράτους ενάντια στο ΚΚΕ και στο εργατικό - λαϊκό κίνημα, με τη δικτατορία Πάγκαλου. Ο αριθμός των εξόριστων πολλαπλασιάστηκε μετά το «Ιδιώνυμο» της κυβέρνησης Βενιζέλου το 1929, που ποινικοποίησε την κομμουνιστική ιδεολογία και δράση. Στην αρχική δε περίοδο της δικτατορίας Μεταξά, στα χρόνια 1936 - 1938, οι εξόριστοι στην Ανάφη έφτασαν τους 750.

«Πρόσεξε, αν συνεχίσεις να μιλάς έτσι για την κατάσταση και σε πάρει είδηση η αστυνομία, θα σε πιάσουνε, θα σε ποτίσουνε ρετσινόλαδο και θα σε στείλουν κατευθείαν στην Ανάφη». Αυτά συμβουλεύανε οι «συνετοί» σε όποιον έκανε κριτική ή απλώς σχολίαζε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Εκείνη την περίοδο υπήρξαν πολλές μεταγωγές εξόριστων σε άλλους τόπους εξορίας και μαρτυρίου, ειδικότερα των πιο πρωτοπόρων, όπως στην Ακροναυπλία και αλλού.


Εσωτερικό αίθουσας μάλλον στα γραφεία της ΟΣΠΕ. Πίσω από τους άνδρες διακρίνεται το πεντάκτινο αστέρι και ένα ανοικτό βιβλίο, καθώς και τρία πανώ με συνθήματα.


Το 1941, 220 εξόριστοι παραδόθηκαν από τις ελληνικές κρατικές αρχές στις φασιστικές δυνάμεις κατοχής. Ακολούθησαν 8 μήνες απερίγραπτης πείνας και τιτάνιας προσπάθειας των εξόριστων για να την αντέξουν. Πολλοί μεταφέρθηκαν σε άλλα κάτεργα και τελικά οδηγήθηκαν σε τόπους εκτέλεσης, στο Κούρνοβο, στο στρατόπεδο Παύλου Μελά, στην Καισαριανή, με μαρτυρίες να αναφέρουν ότι από τους 200 εκτελεσθέντες κομμουνιστές την 1η Μάη 1944 οι 70 είχαν περάσει από την Ανάφη.

Το 1947, έναν χρόνο μετά την επαναλειτουργία του νησιού ως τόπου εξορίας, στην Ανάφη κρατούνταν 262 εξόριστοι, ανάμεσά τους 30 γυναίκες και 2 παιδιά. Στο νησί εξορίστηκαν μια σειρά στελέχη του ΚΚΕ: Ηλέκτρα Αποστόλου, Δημήτρης Γληνός, Βασίλης Μπαρτζιώτας, Αδάμ Μουζενίδης, Γιώργος Σιάντος, Κώστας Θέος, Κώστας Βαρουξής κ.ά.

Ο Κώστας Βάρναλης αποτυπώνει με στίχους τη μεταφορά του κομμουνιστή δασκάλου από τον Πειραιά στην Ανάφη, στο ποίημά του με τίτλο «Εξορία»:
«Τυχερέ, κείνο τ' άθλιο δειλινό
σε δέσαν με το Δάσκαλο Γληνό.
Μεγάλα μάτια αστραφτερά, στητός
κι ατάραγος πάνου απ' τη Μοίρα αφτός...».

«Ενας Γολγοθάς της Λευτεριάς»

Η εξορία σε ένα τόσο άγονο και απομονωμένο μέρος, που δεν μπορούσε να θρέψει ούτε τους κατοίκους του (περίπου 500 τον αριθμό), ήταν βασανιστήριο, με τους εξόριστους αντιμέτωπους με τον μόνιμο υποσιτισμό. Παράλληλα ήταν συνεχής και με όλους τους τρόπους η προσπάθεια του αστικού κράτους να κάμψει το ηθικό τους, να αποσπάσει δήλωση μετάνοιας.

Στο βιβλίο του εξόριστου Νίκου Τζαμαλούκα με τίτλο «Ανάφη. Ενας Γολγοθάς της Λευτεριάς», το οποίο κυκλοφορεί προσεχώς από τη «Σύγχρονη Εποχή», ζωντανεύουν οι εικόνες από τα παραπάνω αλλά και γεγονότα που φανερώνουν τη σθεναρή αντίσταση των εξόριστων, οι οποίοι πήραν στα χέρια τους την οργάνωση της διαβίωσής τους.


Εσωτερικό με εικόνες του Στάλιν και του Λένιν μάλλον στα γραφεία της ΟΣΠΕ.


«Στο πρωινό σύθαμπο σαν ένας μαύρος βαρύς όγκος ξεχωρίζει από μακριά η Ανάφη (...) Τώρα φαίνεται καθαρά ο απόκρημνος βράχος του μοναστηρίου, που είναι δεύτερος μετά το Γιβραλτάρ στη Μεσόγειο. Ο επικεφαλής ανθυπασπιστής (...) πλησιάζει, λύνει τις χειροπέδες, σου δείχνει τον ξερόβραχο και σου λέει: Ελα να υπογράψεις τη δήλωση και να γυρίσεις στην πατρίδα με το ίδιο βαπόρι. Μην είσαι κουτός και χάνεις τα νιάτα σου και τη σταδιοδρομία σου».

«Το νερό εκεί το λες νεράκι (...) οι σουβλερές πέτρες δεν επιτρέπουν να περπατήσεις ξυπόλυτος (...) Καύσιμα, ξύλα δεν υπάρχουν, αλλά μόνο αστιβιές που βρίσκονται σε ακαλλιέργητα μέρη και μοιάζουν σαν τις θυμαριές (...) Οι χωροφύλακες εξορμούν στα σπίτια μας τη νύχτα, μας ξυπνούν, μας ξετυλίγουν και μας μετρούν, με το πρόσχημα μήπως κανένας δραπετεύσει».

«Οι Μεταξάς και Μανιαδάκης πίστευαν ότι μες στις συνθήκες αυτές δεν θα αντέξουμε. Δεν ξέρουν ότι οι κομμουνιστές είναι από άλλη πάστα».

Αλλο ένα «άπαρτο κάστρο»

Πηγή αντοχής υπήρξε η πίστη στα ιδανικά του ΚΚΕ και η στήριξη των οργανώσεων αλληλεγγύης. Οι εξόριστοι, εμπνεόμενοι από ανώτερα ιδανικά, μετέτρεψαν τον άγονο βράχο σε τόπο μόρφωσης, πολιτισμού και συντροφικής ζωής, άλλο ένα «άπαρτο κάστρο».

Η ζωή των εξόριστων αγωνιστών εκφράστηκε οργανωμένα μέσα από τις Ομάδες Συμβίωσης Πολιτικών Εξόριστων. Η καθολική συμμετοχή σε αυτές, με βάση τους κανόνες της ομαδικής συμβίωσης, ήταν η δύναμή τους απέναντι στις κάθε είδους κακουχίες.

Οι εξόριστοι είχαν νοικιάσει 15 περίπου ακατοίκητα σπίτια και τα είχαν διαμορφώσει σε θαλάμους, στους οποίους και κατοικούσαν ομαδικά. Σε ένα από αυτά έμεναν οι γυναίκες, οι οποίες ήταν λιγότερες από τους άντρες, ενώ μερικές, όπως η Ηλέκτρα Αποστόλου, είχαν μαζί και τα παιδιά τους.

Είχαν κατορθώσει να οργανώσουν έτσι τη ζωή τους πάνω στο νησί, ώστε με το ελάχιστο επίδομα που λάμβαναν από το κράτος - και το οποίο με διάφορες προφάσεις κοβόταν - και με ένα μέρος από τα εμβάσματα που έστελναν σε ορισμένους οι δικοί τους, κατάφερναν να επιβιώσουν. Κάθε ομάδα είχε τους υπεύθυνους, τον Γραμματέα και το Γραφείο της. Τα μέλη της έκαναν με τη σειρά όλες τις απαραίτητες καθημερινές δουλειές (μάζεμα ξύλων, μαγείρεμα, καθαριότητα κ.ά.). Στους θαλάμους υπήρχαν θαλαμάρχης, ταμίας, αλλά και υπεύθυνος μόρφωσης και εκπολιτισμού. Το συσσίτιο ήταν κοινό για όλους, εκτός από τους αρρώστους, για τους οποίους υπήρχε ιδιαίτερη μέριμνα.


Ο «Αντιφασίστας», εφημερίδα γραμμένη με το «σίγουρο χέρι» των εξόριστων.


Μέχρι και λέσχη είχαν δημιουργήσει, όπου γίνονταν ομαδικές εκδηλώσεις με διάφορες αφορμές, όπως θεατρικές παραστάσεις για επετείους, απαγγελίες και τραγούδια, αγώνες σκάκι και τάβλι. Είχαν δημιουργήσει το δικό τους μουσικό συγκρότημα και χορωδία, ενώ μεγάλη σημασία δινόταν στη βελτίωση του μορφωτικού επιπέδου. Οι εξόριστοι είχαν δημιουργήσει σχολείο για τους αναλφάβητους και για εκείνους που δεν είχαν ολοκληρώσει τη στοιχειώδη εκπαίδευσή τους, αλλά και τμήματα Φιλοσοφίας, Πολιτικής Οικονομίας, Κοινωνιολογίας, Ιστορίας, ξένων γλωσσών κ.λπ. Μάλιστα, στη μόρφωση και στους κύκλους μαθημάτων οργανωνόταν άμιλλα ανάμεσα στα μέλη του κάθε θαλάμου, καθώς και μεταξύ των υπόλοιπων θαλάμων. Επίσης, στο προαναφερθέν βιβλίο διαβάζουμε:

«Πραγματική γιορτή ήταν η μέρα που ανακοινώνονταν τα αποτελέσματα της άμιλλας. Ολοι φρεσκοξουρισμένοι, αλλαγμένοι περιμέναμε με ανυπομονησία τα αποτελέσματα. Μετά την ανακοίνωσή τους επακολουθούσε περιποιημένο φαγητό, πρόγραμμα και χορός. Επιτυχόντες και μη παίρναμε καινούργιες δυνάμεις για καινούργια εξόρμηση στην κατάκτηση της μόρφωσης».

Παράνομες εφημερίδες από το «σίγουρο χέρι» των εξόριστων

Ξεχωριστό κεφάλαιο της μαχητικότητας των εξόριστων, της απάντησης στον καταναγκασμό και στις απαγορεύσεις του αστικού κράτους, αποτέλεσαν οι παράνομες χειρόγραφες εφημερίδες που γράφονταν στην Ανάφη, όπως και σε άλλους τόπους εξορίας.


Τα γραφεία της ΟΣΠΕ στο λεγόμενο σπίτι του Περγαμίλη το χρησιμοποιούσαν ως αναγνωστήριο, χώρο συνεδριάσεων και πολιτιστικών γεγονότων.


Στην Ανάφη εκδίδονταν «Το Δελτίο μας», όργανο της Ομάδας Συμβίωσης Πολιτικών Εξόριστων Ανάφης (ΟΣΠΕ), το οποίο το 1938 πήρε τον τίτλο «Αντιφασίστας», η «Πολιτική Επιθεώρηση», επίσης όργανο της ΟΣΠΕ, η «Εξόρμηση» των νεολαίων εξόριστων, το «Δελτίο», που αποτελούσε εσωκομματικό όργανο, η σατιρική «Νειότη» και τα «Καλλιτεχνικά Νέα».

Επιπλέον, είχαν συγκροτηθεί Σύλλογοι Εξόριστων με βάση τον τόπο καταγωγής τους, οι οποίοι έβγαζαν κι αυτοί εφημερίδες: Τον «Μαχητή» των Αθηναίων - Πειραιωτών, τον «Ζάλογγο» των Ηπειρωτών, των Κερκυραίων και των Λευκαδιτών, κ.ο.κ.

Με αφάνταστο κόπο, κίνδυνο και θυσία, με μεγάλο συνωμοτισμό γράφονταν τα μονόφυλλα ή οι περισσότερες σελίδες των μικρών χειρόγραφων εφημερίδων. Δεκάδες άνθρωποι μέσα και έξω από την εξορία είχαν τη δική τους συμβολή, αξιοποιώντας διάφορα τεχνάσματα στην εξασφάλιση των υλικών, στο γράψιμο, στη συγκέντρωση πληροφοριών, στην παράνομη διακίνηση.

Σε αυτές τις αδιανόητα δύσκολες συνθήκες, το περιεχόμενο αυτών των εφημερίδων εκπλήρωνε στο ακέραιο τον ρόλο του συλλογικού καθοδηγητή και οργανωτή. Προσέγγιζαν πληθώρα θεμάτων από την ειδησεογραφία, τον πολιτικό σχολιασμό, την Υγεία, τον Πολιτισμό, την ηθική, μέχρι το πώς θα μοιράζονται τα λιγοστά τρόφιμα. Ξεχωριστή καλλιτεχνική αξία έχουν τα σχέδια που τις συνόδευαν για την εικονογράφησή τους. Η δίψα των εξόριστων για τη μόρφωση, την πολιτική και πολιτιστική καλλιέργεια, το πείσμα τους να κάνουν πράξη τα μέτρα που αποφάσιζαν για τα παραπάνω, αποτελούν σήμερα ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για τους κομμουνιστές και τις κομμουνίστριες.

Π. Κ.

Φλεβάρης του 1942, Ανάφη.

Στο πιο απομακρυσμένο νησί των Κυκλάδων, τόπο άγονο, άνυδρο, χωρίς βλάστηση και με λίγους κατοίκους, 220-250 εξόριστοι κομμουνιστές παλεύουν με τις κακουχίες και την πείνα που τους επέβαλε ο ντόπιος και ξένος φασισμός για να τους αποσπάσει «δηλώσεις μετανοίας». Μερικούς μήνες νωρίτερα οι «ελληνικές» αρχές τους είχαν παραδώσει στους γερμανοϊταλούς, παρά το ότι με αλλεπάλληλα υπομνήματα οι εξόριστοι ζητούσαν να αφεθούν ελεύθεροι για να πολεμήσουν τον καταχτητή.
Τον χειμώνα του 1941-42 ο θάνατος και οι αρρώστιες από την πείνα που έφερε ο πόλεμος και ο φασισμός, θέριζαν την ελληνική επικράτεια. Στο ξερονήσι της Ανάφης τα αποθέματα τροφίμων της Ομάδας Συμβίωσης των εξορίστων έχουν τελειώσει. Από την πείνα πάρα πολλοί έχουν πάθει αβιταμίνωση ή έχουν προσβληθεί από άλλες ασθένειες, με αποτέλεσμα λίγοι να είναι αυτοί που μπορούν πια να σταθούν στα πόδια τους. Οι διαμαρτυρίες και οι εκκλήσεις τους για ιατρική περίθαλψη και τρόφιμα φτάνουν στ’ αυτιά του νέου Ιταλού διοικητή των Κυκλάδων που αποφασίζει να επισκεφτεί την Ανάφη. Οι εξόριστοι θέλοντας να του δείξουν ότι η κατάσταση δεν πάει άλλο μεταφέρουν στο κέντρο του χωριού πάνω σε ράντζα τους ετοιμοθάνατους σκελετωμένους συντρόφους τους. Δίπλα τους συγκεντρώνεται όλο το χωριό.



Ο Γιώργης Ζάρκος, εξόριστος στην Ανάφη από την μεταξική δικτατορία γράφει στο βιβλίο του: «Βάλαν, όσοι μπορούσαν να στέκονται ακόμη στα πόδια τους, πάνου σε πάνινα κρεβάτια τους σκελετωμένους. Έγινε μια πομπή που ξεκίνησε απ’ την αστυνομία, τον κεντρικό δρόμο και τους πήγανε και τους ακούμπησαν στην αυλή του διοικητηρίου, Ήταν κάτι πολύ πιο τραγικό από κηδεία με δέκα φέρετρα. Οι σκελετοί ήσαντε του Ελέα, του Αγγελακάκη, του Περλορέντζου, του Γιαννουκάκη. (…) Οι χωριάτες και οι Ιταλοί είχαν όλοι συγκινηθεί. Άλλοι ήταν κίτρινοι από αγωνία και άλλοι δάκρυζαν». Ο Ιταλός διοικητής κάτω από την κατακραυγή εξορίστων και κατοίκων δεσμεύεται ότι θα εξεταστούν οι «πιο σοβαρές» περιπτώσεις. Μετά από λίγες μέρες πεθαίνει από την πείνα ο Απ. Αποστολίδης…

Η 23 του Φλεβάρη, μέρα ίδρυσης του Κόκκινου Στρατού γιορταζόταν κάθε χρόνο από τους εξόριστους κομμουνιστές στην Ανάφη και στους άλλους τόπους εξορίας. Εκείνη τη χρονιά και μέσα στις τραγικές συνθήκες που επικρατούσαν στο νησί, ο γιορτασμός αποχτούσε άλλον χαρακτήρα. Η αντίσταση του Κόκκινου Στρατού απέναντι στις φασιστικές ορδές του άξονα θέριευε την ελπίδα των απομονωμένων αγωνιστών και γέμιζε με δύναμη και αντοχή τις ψυχές τους. Οι προετοιμασίες για τη γιορτή ξεκινούν. Ορίζονται οι ομιλητές, μοιράζονται τα ποιήματα, ετοιμάζονται τα τραγούδια, τα σκετς, η χορωδία· ένα γεμάτο καλλιτεχνικό πρόγραμμα. «Τυπώνεται» το πανηγυρικό φύλλο του «Αντιφασίστα» (χειρόγραφη εφημερίδα των εξορίστων της Ανάφης). Στο θάλαμο στήνεται σκηνή, οι τοίχοι στολίζονται με φωτογραφίες και λουλούδια. Όμως αυτό που κάνει περισσότερο τους εξόριστους να αδημονούν να ξημερώσει η μεγάλη μέρα είναι η ―με χίλιους κόπους και κρυφά από τη φρουρά― εξασφάλιση από την Ομάδα πλούσιου φαγητού! Το βράδυ της 22 Φλεβάρη όλα είναι έτοιμα και μόνο λίγες ώρες απομένουν για τη γιορτή, όταν η ζωή του Μανώλη Περλορέντζου σβήνει πάνω στο ράντζο όπου κείτονταν εξαντλημένος από την πείνα. Ο θάνατος του συντρόφου συγκλονίζει την Ομάδα. Το ξημέρωμα φέρνει, αντί για χαρά και αισιοδοξία, βουβαμάρα, δάκρυα και προετοιμασίες για την κηδεία. Τα λουλούδια κατεβαίνουν από τους τοίχους και πλέκονται στεφάνια αποχαιρετισμού…


Τιμητική φρουρά γύρω από το φέρετρο του Μανώλη Περλορέντζου


«Όλα πήραν αλλιώτικη όψη στο θάλαμο που θα γινόταν η γιορτή. Χάλασε η σκηνή… αφαιρέθηκαν οι φωτογραφίες που στόλιζαν τους τοίχους. Έμεινε μόνο στη μέση του θαλάμου ένα τραπέζι με την κάσα του Μανώλη μας. Όλοι οι σύντροφοι κάθονταν γύρω γύρω βουβοί, γεμάτοι θλίψη. Κι όταν κανείς σηκωνόταν πατούσε στα δάχτυλα των ποδιών του, προσέχοντας να μη ξυπνήσει τον Μανώλη από τον αιώνιο ύπνο του. Ο πόνος μας δεν περιγράφεται. Είχαμε τη γνώμη πως η ίδια τύχη μας περίμενε όλους. Και όμως τίποτα δεν μπορούσε να λυγίσει την πίστη μας, ότι ο λαός θα φτάσει στην τελική νίκη. Και το παράδειγμά μας θα γινόταν φάρος στον αγώνα του λαού μας για λευτεριά και κοινωνική πρόοδο. Η θυσία μας θα γινόταν παράδειγμα για μίμηση», θα γράψει πολλά χρόνια αργότερα ο εξόριστος Ντίνος Καλτσούνης.

Ο Μανώλης Περλορέντζος ήταν τυπογράφος, από την Αθήνα όπου έφτασε πρόσφυγας από τη Μ. Ασία. Βρισκόταν στην Ανάφη από την κήρυξη της μεταξικής δικτατορίας της 4ης Αυγούστου του 1936 και ήταν ο υπεύθυνος της εφημερίδας «Αντιφασίστας». Η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο θάλαμο συνεδριάσεων της Ομάδας, με τιμητική φρουρά στην οποία συμμετείχαν όσοι σύντροφοί του μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους.

«Ξεκινήσαμε για την ταφή μαζί με όλο το χωριό. Οι νησιώτες πάντα μας συμπαραστέκονταν σ’ όλες τις εκδηλώσεις μας. Καθώς πηγαίναμε για την εκκλησία, πολλοί Ιταλοί, παρά τη διαταγή που είχαν ήταν να μην κυκλοφορούν έξω την ώρα της κηδείας, ωστόσο τα στρατευμένα εργατόπαιδα της Ιταλίας ανέβηκαν στις στέγες των σπιτιών και χαιρετούσαν το νεκρό μας σε στάση προσοχής. (Η φρουρά των Ιταλών είχε κομματικό πυρήνα). Το πιο τραγικό είναι ότι μέχρι να διαβάσουν οι παπάδες τη νεκρώσιμη ακολουθία λιποθύμησαν πέντε σύντροφοι από την πείνα και την εξάντληση. Έτσι τη μέρα της Μεγάλης Γιορτής θάψαμε τον αξέχαστο σύντροφό μας Μανώλη Περλορέντζο, από την Αθήνα».

Την ώρα που το φέρετρο κατέβαινε στον τάφο οι γυναίκες του χωριού πιάνουν τα μοιρολόγια, ενώ η χορωδία μέσα σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης τραγουδά επαναστατικά τραγούδια. Σε λίγο όλες οι φωνές ενώνονται σε μια ιαχή που ο δυνατός αέρας την σηκώνει πάνω απ’ τα κύματα του Αιγαίου και την ταξιδεύει όπου μάχεται το φως με το σκοτάδι: «απ’ τα κόκαλα βγαλμένη, χαίρε, ω χαίρε λευτεριά».

Όπως αναφέρει η Μάργκαρετ Κένα στο βιβλίο της: «Ο Αποστολίδης και ο Περλορέντζος ενταφιάστηκαν σε γειτονικούς τάφους. (…) Αργότερα τα οστά των εξορίστων ξεθάφτηκαν σύμφωνα με το έθιμο του νησιού (…)Μια οικογένεια από το νησί έστειλε την κόρη της να τοποθετήσει τα οστά σε «ασφαλισμένο μέρος», τυλιγμένα με το λάβαρο της ομάδας, μέχρι να κτισθεί κάποιος τάφος για να τοποθετηθούν. (…) Τα μέλη της ομάδας συνήθιζαν να την αποκαλούν με το σοβιετοποιημένο παρατσούκλι “Ανούσκα”. (…) Δεν υπάρχουν πληροφορίες που βρίσκονται σήμερα».


Η κηδεία του Περλορέντζου


Ακόμα περίπου είκοσι εξόριστοι πέθαναν στην Ανάφη από την πείνα. Σαράντα μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο «Παύλος Μελάς» στη Θεσσαλονίκη και εκτελέστηκαν επειδή αρνήθηκαν να αποδεχτούν την βουλγαρική υπηκοότητα που ήθελαν να τους επιβάλουν οι φασίστες. Άλλοι κατάφεραν να δραπετεύσουν και κατέφυγαν στο βουνό όπου πολέμησαν για τη λευτεριά ενάντια στους καταχτητές. Πολλοί μεταφέρθηκαν σε άλλους τόπους εξορίας ή φυλακίστηκαν, και δεν ήταν λίγοι αυτοί που στη συνέχεια έπεσαν από τα βόλια του φασισμού και της ντόπιας αντίδρασης μπροστά στη μάντρα της Καισαριανής και τόσων ακόμα θυσιαστηρίων, γράφοντας με το αίμα τους από τις πιο ένδοξες σελίδες της ιστορίας του λαού μας στους μακρόχρονους αγώνες του για λευτεριά, προκοπή και κοινωνική δικαιοσύνη.
Ο πόλεμος τέλειωσε με εκατομμύρια θύματα και με τη συντριβή του φασισμού, με την απροσμέτρητη συμβολή του Κόκκινου Στρατού. Και παρά την συνεχή προσπάθεια της ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας για παραχάραξη ή, πιο σωστά, για ξαναγράψιμο της Ιστορίας με υποβιβασμό του ρόλου του Κόκκινου Στρατού και της καθοριστικής συμβολής της Σοβιετικής Ένωσης στην έκβαση του πολέμου και τη συντριβή του φασισμού, ό,τι γράφεται με αίμα δεν ξεγράφεται. Ο Κόκκινος Στρατός παραμένει ζωντανό σύμβολο της συνεισφοράς του πρώτου εργατικού κράτους στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού, στην εξέλιξή του.

​ 1) Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργη Ζάρκου «Ομάδες Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων Ανάφης – ΟΣΠΕΑ», εκδόσεις Κ. Καραβια, 1946, όπως παρατίθεται στο βιβλίο του Κώστα Γκριτζώνα «Ομάδες Συμβίωσης», εκδόσεις Φιλίστωρ, 2001.
2) Ντίνος Καλτσούνης, γράμμα στο Ριζοσπάστη (22/2/1976)
3) Ντίνος Καλτσούνης, ό.π.
4) Μάργκαρετ Κένα «Η κοινωνική οργάνωση της εξορίας», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2004
5) Π.K. 902.gr
*Οι φωτογραφίες προέρχονται από το βιβλίο της Μάργκαρετ Κένα.
atexnos.gr

Αν σας άρεσε το άρθρο, μπορείτε να το διαδώσετε

ή να το εκτυπώσετε (Εκτύπωση)

Υποστηρίξτε την σελίδα μας στο Facebook
κάνοντας "κλικ" στον παρακάτω σύνδεσμο, ευχαριστούμε.



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ
Στείλτε ιδέες, προτάσεις, κριτικές για τον ιστότοπό μας.


© Copyright 2017 Εθνική Αντίσταση - ΔΣΕ - All Rights Reserved

Χρησιμοποιούμε τα απολύτως απαραίτητα cookies καθώς και το Google Analytics.