ΓΥΑΡΟΣ
Τόπος θυσίας και ηρωισμού λαϊκών αγωνιστών


«Αγονος, άδενδρος, άνυδρος», μα και αιώνιο σύμβολο των αλύγιστων της ταξικής πάλης



---



«Τον Ιούλιον του 1947 το Γεν. Επιτελείον Στρατού ηξίωσεν επιτακτικώς την εκκένωσιν των φυλακών δι' ας υφίστατο κίνδυνος απελευθερώσεως των εν αυταίς κρατουμένων κομμουνιστών και εντεύθεν ενισχύσεως των δυνάμεων των κομμουνιστοσυμμοριτών (...) Ανέκυψεν ως εκ τούτου πρόβλημα οξύ και δύσκολον περί την μεταγωγήν των κρατουμένων εις μέρος ασφαλές και μη εκτεθειμένον εις κίνδυνον επιδρομής των αναρχικών (...) Η περί ης ο λόγος νήσος είναι ορεινή, δύσβατος, άγονος, άδενδρος, άνυδρος (...) η εν αυτή δε διαμονή εθεωρείτο και ήτο πράγματι αληθινόν κολαστήριον» (από έκθεση του εφέτου Ι. Μπιζίμη, 21 Αυγούστου 1953).

«Συνέλθετε. Βρισκόσαστε στη Γιούρα, θα τα ξεχάσετε όλα όσα ξέρετε. Πας άφρων θα παταχθεί αμειλίκτως, πληρώνοντας το παράπτωμά του ακόμα και με τη ζωή του. Εχω δώσει διαταγή εις την φρουράν, για καθετί που θ' αντιληφθεί, ν' ανοίξει πυρ άνευ νεωτέρας μου διαταγής!».
«Μέναμε ακίνητοι - κανείς δεν ήτανε "άφρων" (...)»
(Από το συγκλονιστικό βιβλίο - ημερολόγιο φυλακής - του Αντρέα Νενεδάκη με τον τίτλο «Απαγορεύεται».

Γυάρος, την είπαν και όχι άδικα Θανατονήσι. Την είπαν τόπο εξορίας. Ηταν μια φυλακή. Από το 1947 μέχρι το 1952, από το 1955 μέχρι το 1961 και από το 1967 μέχρι το 1974. Περισσότεροι από 18.000 την πρώτη περίοδο, κοντά στους 800 τη δεύτερη περίοδο και πάνω από 6.000 την τρίτη περίοδο.




---



Οι πρώτοι 551 κρατούμενοι από τις φυλακές της Καλαμάτας αποβιβάστηκαν στο νησί στις 11 Ιούλη του 1947. Η Γυάρος ιδρύθηκε εξαρχής ως φυλακή, αν και δεν είχε κανένα κτίριο. Η πρώτη διαμόρφωση των χώρων (συρματοπλέγματα, πολυβολεία και κάποια καταλύματα για τους φύλακες) ξεκίνησε από κρατούμενους φαντάρους του Τάγματος Σκαπανέων του Αγίου Νικολάου Κρήτης, που τους έφεραν στο νησί στο τέλος Απρίλη του 1947. Οι κρατούμενοι πετάχτηκαν στους πέντε όρμους της ανατολικής πλευράς του νησιού χωρίς καμιά υποδομή, σε ασφυκτικές συνθήκες διαβίωσης μέσα σε αντίσκηνα. Κάθε όρμος ήταν ένα στρατόπεδο κλεισμένο με συρματοπλέγματα ή μάντρες, που άρχιζε 2 - 3 μέτρα από τη θάλασσα και εκτεινόταν σε βάθος. Σε όλους τους όρμους υπήρχαν χτιστά φυλάκια με πολυβολεία και δωμάτια για τους φύλακες. Ολοι οι χώροι υπήρξαν χώροι βασανισμού, ακόμα και οι τουαλέτες που ανάγκαζαν τους κρατουμένους να τις καθαρίζουν με γυμνά χέρια, κάτω από ξυλοδαρμούς που τους έριχναν αναίσθητους στις ακαθαρσίες. Ακόμα και τα αναρρωτήρια, όπου εγκληματίες γιατροί χρησιμοποιούσαν τις ίδιες σύριγγες με σκοπό να μεταδίδονται οι ασθένειες ανάμεσα στους κρατούμενους.
Κάθε μαρτυρία που έχει δημοσιοποιηθεί για τη Γυάρο αποτελεί μαρτυρία φρίκης. Ολες μαζί μαρτυρούν το απύθμενο μίσος της αστικής τάξης για τον ταξικό της αντίπαλο, την εργατική τάξη και την πολιτική της έκφραση, το ΚΚΕ, αν και στο νησί δεν φυλακίστηκαν ούτε μόνο εργάτες, ούτε μόνο κομμουνιστές. Κι αυτό ακριβώς είναι που δείχνει πως η αστική τάξη όταν νιώθει για οποιονδήποτε λόγο ότι κινδυνεύει η κυριαρχία της αποκαλύπτεται ως αυτό καθαυτό που είναι: Μια τάξη σατράπης, μια τάξη που δεν της αρκεί η άγρια εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, θέλει - επιδιώκει διαρκώς την απόλυτη καταρράκωση του αντίπαλου, ακόμα κι όταν αυτός είναι απλά ένας πολιτικός «συνοδοιπόρος», όπως ονόμαζε πάντα καθέναν που στεκόταν στην πλευρά του δίκιου, καθέναν που δεν ανεχόταν τη βαρβαρότητα.

Η αγριότητα της αστικής τάξης εκφράστηκε, για μια ακόμα φορά, εκείνη ειδικά την περίοδο, την ώρα που φούντωνε το αντάρτικο στα βουνά, την ώρα που ο αγωνιζόμενος λαός αρνούνταν να δεχτεί ότι τη λευτεριά που κατάκτησε με ποταμούς αίματος στη διάρκεια της Κατοχής, έπρεπε να την παραδώσει σ' αυτούς που όχι μόνο ήταν απόντες στον αγώνα, αλλά και μηχανεύονταν στη διάρκειά του την επιστροφή τους με ακόμα σκληρότερους για την εργατική τάξη όρους.

Μνημείο βαρβαρότητας


---



Η φυλακή - κάτεργο στη Γυάρο ιδρύθηκε από την επτακομματική κυβέρνηση του Δημητρίου Μάξιμου και λειτούργησε υπό τις επόμενες κυβερνήσεις (την βραχύβια κυβέρνηση Κωνσταντίνου Τσαλδάρη και τις διαδοχικές κυβερνήσεις του Θεμιστοκλή Σοφούλη), οπότε και κορυφώθηκε το όργιο της βίας σε βάρος των αγωνιστών. Ολες αυτές οι κυβερνήσεις είχαν ευρεία αστική συναίνεση (φιλελεύθεροι, κεντρώοι, δεξιοί, βασιλόφρονες, πρώην συνεργάτες των Γερμανών και εκλεκτοί των Βρετανών), ενώνοντας όλο το αστικό πολιτικό φάσμα ενάντια στον λαό.

Στη σύνθεση της κυβέρνησης που ίδρυσε τη Γυάρο συνυπήρξαν ο υπουργός Δικαιοσύνης Απόστολος Αλεξανδρής, παλιός συνεργάτης του Ελευθερίου Βενιζέλου, που στην περίοδο της Κατοχής πρωτοστάτησε για τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας στη Θεσσαλία, και ως υπουργός Εσωτερικών ο Γεώργιος Παπανδρέου, πρώην πρωθυπουργός της λεγόμενης Εθνικής Ενότητας, το 1944.

Την τεχνογνωσία για τη λειτουργία της φυλακής παρείχαν Αγγλοι και Αμερικανοί, με χαρακτηριστικότερο τον Αγγλο στρατιωτικό Τσαρλς Ουίκαμ (τον επονομαζόμενο και «κουλοχέρη»), με πείρα από τα κάτεργα των αποικιών.

Για τη διεύθυνση της φυλακής και την εξόντωση των κρατουμένων αξιοποιήθηκαν οι επαγγελματίες του είδους: Ο Γεώργιος Γλάστρας, που στην Κατοχή είχε θητεύσει στους Γερμανούς ως βασανιστής στο Στρατόπεδο «Παύλος Μελάς» στη Θεσσαλονίκη, και ο Μπουζάκης που στην προηγούμενη θητεία του ήταν διευθυντής στο Αναμορφωτήριο Ανηλίκων στην Κηφισιά. Υπό τις διαταγές τους είχαν έναν ολόκληρο στρατό από ένοπλους φύλακες, μπράβους και βασανιστές, ανάμεσά τους και ορισμένους ποινικούς κρατούμενους, χασισοπότες, δοσίλογους που τους εξαπέλυαν κατά των πολιτικών κρατουμένων.

Θα παραμείνει ανεξίτηλη στους αιώνες η κατακραυγή για τον βασανισμό χιλιάδων κρατουμένων στο θανατονήσι. Οι ίδιοι οι κρατούμενοι φρόντισαν τίποτα να μην ξεχαστεί.

Χιλιάδες περιπτώσεις βασανισμών, από την ίδρυση της Γυάρου έως το Σεπτέμβρη του 1950, καταγράφονται στο βιβλίο «ΓΙΟΥΡΑ - Ματωμένη Βίβλος», εκδόσεις «Νέα Ελλάδα».

Το βιβλίο γράφτηκε μυστικά από τους ίδιους τους κρατούμενους στη Γυάρο.
Οι χιλιάδες βασανισμοί, οι δολοφονίες, οι λοβιτούρες και οι κλεψιές των διοικητών και των χωροφυλάκων της Γυάρου συγκεντρώθηκαν μεθοδικά, καθαρογράφτηκαν με μικροσκοπικά γράμματα.
Υπεύθυνοι για τη συγκέντρωση αυτού του υλικού και την ταξινόμησή του ήταν ο Παρασκευάς Φουντουραδάκης και ο Πάνος Μιχαηλίδης.
Τα σχέδια τα έκαναν οι κρατούμενοι ζωγράφοι Ασαντούρ Μπαχαριάν και Μιχάλης Κρύσαλης.
Τα χειρόγραφα έβγαλε από τη Γυάρο ο Κώστας Μαραγκουδάκης, κρυμμένα στον διπλό πάτο μιας βαλίτσας.
Η έκδοση της «Ματωμένης Βίβλου» καταλαμβάνει 582 σελίδες. Κάθε γραμμή είναι και ένα στοιχείο, κάθε φράση και ένα συγκεκριμένο κατηγορητήριο. Ακόμα και τα σχέδια των κρατούμενων ζωγράφων αποτυπώνουν συγκεκριμένα γεγονότα βασανισμών και δολοφονιών.

Ρωγμή προκάλεσαν η οργάνωση, η αντίσταση, η αλληλεγγύη...



---



Η περίοδος 1947 - 1950 ήταν ιδιαίτερα σκληρή και δύσκολη για οργανωμένη ζωή ειδικά πάνω στη Γιούρα. Η συντριπτική πλειοψηφία των κρατουμένων ήταν αγωνιστές, διαπαιδαγωγημένοι από τους ανώτερους σκοπούς για τους οποίους παλεύει το ΚΚΕ. Παρά τις δυσκολίες, η οργανωμένη ζωή πήρε διάφορες μορφές. Η ίδια η λεπτομερής καταγραφή στο βιβλίο «Γιούρα Ματωμένη Βίβλος», στο ημερολόγιο του κάτεργου, δείχνει τα στοιχεία της οργάνωσης. Η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατουμένων ήταν ένα όπλο αντίστασης. Η συλλογική προσπάθεια για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης μέσα από διαμαρτυρίες και καταγγελίες που έβγαιναν στη δημοσιότητα, ειδήσεις που έφταναν στο εξωτερικό έπαιζαν μεγάλο ρόλο. Πολλές φορές αξιοποιούσαν και τις αντιθέσεις και τις φαγωμάρες μεταξύ των κρατικών υπευθύνων του κάτεργου. Αλλοτε πάλι την καλή πρόθεση και κατανόηση ορισμένων από τους φύλακες και άλλους υπεύθυνους. Η συνωμοτικότητα και η προφύλαξη προετοίμαζαν μορφές μαζικής αντίστασης. Πολλές φορές αξιοποιήθηκαν οι όποιες ευκαιρίες, όπως διάφορες γιορτές για να δοθεί ανάταση. Χαρακτηριστικά, στις 6 Δεκέμβρη 1948, γιορτή του Αϊ-Νικόλα, οι πολιτικοί κρατούμενοι στον Α' Ορμο άρχισαν δειλά - δειλά να εύχονται στους Νικόληδες από σκηνή σε σκηνή, να βρίσκονται οι συντοπίτες μεταξύ τους, ενώ δεν άργησαν να έρθουν τα τραγούδια. Και οι ευχές να ζήσουν όλοι οι Νικόληδες δεν αφορούσαν μόνο τους παρόντες, καθώς Νίκος ήταν και ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, ο Νίκος Ζαχαριάδης. Ετσι το άκακο «να ζήσουν οι Νικόληδες», «να ζήσουν όσοι γιορτάζουν σήμερα» γινόταν ξέσπασμα ανάτασης από σκηνή σε σκηνή. Το σύνθημα «πήγαινε πρόθυμα, δούλευε απρόθυμα» εφαρμοζόταν ως μαζική διαμαρτυρία στις αγγαρείες και την καταναγκαστική εργασία. Από την άλλη, οι κρατούμενοι κομμουνιστές έδιναν με ανιδιοτέλεια τον καλύτερό τους εαυτό για να αλληλοβοηθηθούν με τα χαρίσματά τους, τις τέχνες που κατείχαν, τη γενικότερη προσφορά τους στον δεσμώτη σύντροφο. Τα λιγοστά βιβλία και άλλα έντυπα που γινόταν κατορθωτό να μπουν στη Γυάρο διαβάζονταν στις σκηνές, προκαλούσαν συζητήσεις. Ολοι φρόντιζαν για την καλλιέργεια του μορφωτικού τους επιπέδου. Το να σκέφτεσαι τον σκοπό του αγώνα, το δίκαιο της υπόθεσης της εργατικής τάξης ήταν στήριγμα στις δυσκολίες. Η στρατιωτική ήττα του ΔΣΕ το 1949 αντιμετωπίστηκε ως η απώλεια μιας μάχης σ' έναν μεγάλο αγώνα. Οι δυσκολίες δεν αντιμετωπίζονταν δίχως τα χωρατά, τα αστεία, τα πειράγματα, τη διακωμώδηση των δυσκολιών. Το τραγούδι, πότε σιγανό, πότε από μέσα ήταν ένα μέσο εσωτερικής αντίστασης, κόντρα στα καψώνια και τις σκληρές συνθήκες. Η αποφασιστική, η αλύγιστη στάση των αγωνιστών, σε συνδυασμό με τις διαμαρτυρίες, έφερε μικρές κατακτήσεις μέσα στο κάτεργο. Οπως και απόσπαση της επικοινωνίας ανάμεσα στους όρμους σε κάποιες περιόδους και περιστάσεις.
Οι κρατούμενοι κομμουνιστές και άλλοι αγωνιστές του λαού και στις τρεις περιόδους λειτουργίας της φυλακής στη Γυάρο πέρασαν σκληρά μαρτύρια και βασανιστήρια, πιεζόμενοι να υπογράψουν δήλωση μετανοίας - αποκήρυξης του ΚΚΕ. Χιλιάδες είναι εκείνοι που παρέμειναν αλύγιστοι. Η στάση τους αυτή αποτελεί προσφορά πρώτου μεγέθους στην πάλη για καλύτερη κοινωνία, στην πάλη για το σοσιαλισμό - κομμουνισμό. Οι χιλιάδες αλύγιστοι της ταξικής πάλης απέδειξαν πως η κοινωνική πρόοδος δεν μπορεί να ανακοπεί, να κατασταλεί, παρά τα πισωγυρίσματα και τις προσωρινές ήττες. Η κοινωνική πρόοδος δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στο σκουριασμένο περίβλημα της εκμετάλλευσης, της αδικίας, της καταστολής.


Πηγή: Ριζοσπάστης


---







Εθνική Αντίσταση
ΔΣΕ