Ε.Λ.Α.Σ

ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΪΚΟΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ




30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ - Κρύα Βρύση30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ - Κρύα Βρύση

10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1944 - Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΥΑΣ ΒΡΥΣΗΣ ΠΕΛΛΑΣ

Τους τελευταίους μήνες του 1944, ενώ οι γερμανικές δυνάμεις βρίσκονται σε κατάσταση αποσύνθεσης και προετοιμάζονται, με εντολή του Χίτλερ προς τον στρατάρχη φον Βάικς από την 26η Αυγούστου, για την υποχώρηση, η περιοχή του κάμπου των Γιαννιτσών αποτέλεσε το επίκεντρο μίας σφοδρής σύγκρουσης μεταξύ των εξοπλισμένων από τους Γερμανούς αντιεαμικών τμημάτων και του ΕΛΑΣ. Οι απαρχές της σύγκρουσης αυτής εντοπίζονται στις αρχές 1943, όταν η γερμανική στρατιωτική ηγεσία άρχισε να στρατολογεί Έλληνες και παίρνει διαστάσεις μετά το φθινόπωρο, όταν ο γερμανικός στρατός αδυνατώντας να καλύψει το κενό των Ιταλών που εγκαταλείπουν την Ελλάδα έπειτα από την συνθηκολόγησή τους, υπόσχεται επέκταση της βουλγαρικής κατοχής δυτικά του Στρυμόνα, συγχρόνως ο γερμανικός στρατός διαπράττει μαζικές εκτελέσεις αμάχων. Σκοπός του εγχειρήματος ήταν να διαρρήξει την κοινωνική συνοχή δια της διχαστικής προπαγάνδας, διασπώντας εκ των έσω την ενότητα του αντιστασιακού κινήματος και το κυριότερο, «να εξοικονομηθεί γερμανικό αίμα». Ποιοι ήταν όμως όλοι αυτοί οι Έλληνες και για ποιο λόγο επέλεξαν να βρεθούν με τα γερμανικά όπλα στο πλευρό των κατακτητών; Επιπλέον, σε τι ήλπιζαν;

Οι αναφερόμενοι οπλαρχηγοί είναι δυνατό να διακριθούν σε τρεις κατηγορίες:
α) πίστεψαν ιδεολογικά στην εθνικοσοσιαλιστική-αντικομουνιστική προοπτική της Ελλάδας και πολέμησαν μέχρι τέλους για τη νίκη των γερμανικών όπλων,
β) σε όσους χρησιμοποίησαν τον αντικομμουνισμό ως προκάλυμμα της καιροσκοπικής και ενίοτε εγκληματικής τους δράσης,
γ) σε όσους αρνήθηκαν να συνεργαστούν ή να συνεχίσουν τη συνεργασία τους με τον ΕΛΑΣ[...]

Αδιαμφισβήτητος ηγέτης στον κόσμο των ενόπλων αντιπάλων του ΕΛΑΣ θεωρείται ο Γεώργιος Πούλος, απότακτος Αντισυνταγματάρχης του Μηχανικού[1][...] Στις αρχές του 1943, με γερμανική πρωτοβουλία, συγκρότησε το πρώτο ελληνικό εθελοντικό τμήμα, με άντρες ποικίλης κοινωνικής προέλευσης[...] Το τμήμα αυτό εξοπλίστηκε από τις γερμανικές αποθήκες, οι δε άντρες του φορούσαν στολές της Βέρμαχτ. Μετά από αρκετούς μήνες ένοπλης δράσης σε περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας, το Τάγμα του Πούλου μετακινήθηκε στην Κεντρική Μακεδονία και εγκαταστάθηκε το Μάιο του 1944 στην Κρύα Βρύση Γιαννιτσών. Εγκαταλείποντας την Βέροια όπου τον προηγούμενο μήνα δέχθηκε αιφνιδιαστικό χτύπημα από τον ΕΛΑΣ την ώρα του καταυλισμού στο Δημοτικό σχολείο της πόλης[...]

Παρέλαση ένοπλων εθνικιστών στην Κρύα Βρύση.(Εθνικό Μουσείο Λουμπλιάνας)Παρέλαση ένοπλων εθνικιστών στην Κρύα Βρύση.(Εθνικό Μουσείο Λουμπλιάνας)
Έκτοτε η Κρύα Βρύση μετατράπηκε σε απόρθητο αντικομμουνιστικό φρούριο και τόπο εκτελέσεων. Οπλίτης αναφέρει πως υπήρχαν δύο εκτελεστές ο ένας εκτελούσε τους κομουνιστές και ο άλλος τους βουλγαρόφρονες. Όταν ο Πούλος σήκωνε τα μανίκια του κοιτώντας κάποιον, αυτό σήμαινε θανατική εκτέλεση. Νότια του χωριού κοντά στα νεκροταφεία και το κτήμα Δεμερτζή, έπλεναν τα χέρια τους στην επονομαζόμενη και «βρύση του αίματος». Με χαρακώματα και συρματοπλέγματα περιμετρικά αλλά και πολλά φυλάκια στα οποία δόθηκαν ονόματα όπως Σαγγάριος, Ερμακιά, (εντοπικά) Σούλι και Κλεισούρα(βλάχικα), Καρατάσος, Πόντος (τουρκοφώνικα), Ασκληπιείο (ιατρείο), ονοματοδοσία που υπενθύμιζε την "προσήλωση" στα εθνικά ιδεώδη σε αντίθεση με τους "απάτριδες" και "ξενοκίνητους" αντιπάλους[2].Οι νέοι του χωριού, εκόντες άκοντες, κατατάχθηκαν στο τάγμα ως οπλίτες εκτελώντας τουλάχιστον περιπολίες και σκοπιές.

Η παρακάτω μαρτυρία κατοίκου της Κρύας Βρύσης για το "βίο και την πολιτεία" ενός Πουλικού συγχωριανού του αποτυπώνει στο ελάχιστο την εν γένει δράση του τμήματος στην ευρύτερη περιοχή του κάμπου των Γιαννιτσών και την ιδιαίτερα δυσχερή θέση στην οποία βρέθηκαν τα χωριά.
«Οπλίστηκε τον Ιούνιο του 1944 εθελοντικά στο Σώμα του Πούλου. Αργότερα όταν σχηματίσθηκε το σώμα του Σκαπέδρα κατατάχθηκε σ΄ αυτό με στολή Σκαπερδέικη. Πήρε μέρος στην επιχείρηση του Λιπαρού. Επίσης, πήρε μέρος στην κύκλωση των Γαλατάδων όπου κυνήγησε έφιππος τον στρατιωτικό υπεύθυνο των Γαλατάδων. Τον συνέλαβε στο Παλαίφυτο και αφού τον έδεσε πίσω από το άλογο και τον έφερε στην πλατεία των Γαλατάδων τον εκτέλεσαν. Πήρε μέρος και στις επιχειρήσεις Γιαννιτσών, Νησιού, Σκυλίτσι, απ΄ όπου πλιατσικολόγησε πολλά σπίτια και έφερε πολλά πράγματα στο σπίτι του, δηλαδή βελέντζες, ρούχα και πολλά άλλα. Στην επιχείρηση της Κρύας Βρύσης ήταν στο φυλάκιο "Καρατάσος", πολέμησε μέχρι την τελευταία στιγμή και πιάστηκε με το όπλο στο χέρι στο φυλάκιο»[3].

Δίπλα στο μονολιθικό και άτεγκτο Πούλο διεκδίκησε επάξια θέση ο φερόμενος ως διοικητής των Ταγμάτων Ασφαλείας της περιφερείας Γιαννιτσών, Ανθυπολοχαγός της Βέρμαχτ Κύρος Γραμματικόπουλος. Ο Πόντιος πρόσφυγας, κάτοικος Δράμας, είχε κερδίσει δικαίως την καθ΄ όλα τιμητική αυτή θέση στον κόσμο των ενόπλων αντιπάλων του ΕΛΑΣ, πολεμώντας με το γερμανικό στρατό στη Φιλανδία, στην Κρήτη, στην Αφρική, στο ρωσικό μέτωπο. Εκθέτει τις απόψεις του για τον "επάρατο εβραιομπολσεβικισμό" αρθρογραφώντας στον προπαγανδιστικό τύπο. Ο Γραμματικόπουλος με τον Παπαβασιλείου ήταν μάλιστα αυτοί που τον Μάρτιο εγκαινίασαν τον κύκλο βίας και έδωσαν μια πρόγευση στους κατοίκους της Κρύας Βρύσης για το τι επρόκειτο να επακολουθήσει δύο μήνες αργότερα με την εγκατάσταση του Πούλου στο χωριό. Μετά δε την επίσκεψή τους στο χωριό, ο πρόεδρος της κοινότητας αναγκάστηκε να γράψει στο γερμανικό φρουραρχείο της Έδεσσας, ζητώντας προστασία:
«Κύριε Φρούραρχε, Ημείς δεν δυνάμεθα δια μολυβδίδος να περιγράψωμεν τα μεσαιωνικά μέσα άτινα μετήλθον οι Έλληνες ένοπλοι έναντι τιμίων και αθώων ανθρώπων. Εκείνο όπερ σας γνωρίζομεν είναι το ότι αν δεν υπήρχον Γερμανοί Στρατιώται και Αξιωματικοί θα είχομεν πολλά θύματα από το Ελληνικόν απόσπασμα […] Οι κάτοικοι έχουσιν απόλυτον εμπιστοσύνην εις τα Γερμανικά Στρατεύματα, ουδεμίαν δε τοιαύτην εις τους ακολουθούντας αυτά Έλληνας ενόπλους ή μεμονωμένους, οίτινες ανεξελέγκτως και αδιστάκτως προβαίνουσιν εις κακοποιήσεις, φόνους και λεηλασίας των περιουσιών των κατοίκων»[4].

Στις 9 του Οκτωβρίου το βράδυ το 30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ ξεκινάει και στις 11 Οκτωβρίου, ξημερώνοντας, η Κρύα Βρύση βρισκόταν κυκλωμένη.

Η ΜΑΧΗ

Υστέρα από ολονύχτια πορεία, το 30ο Σύνταγμα, από το Γυψοχώρι, στις 1Ο του μήνα φθάνει βόρεια της Κρύας Βρύσης, στο εκκλησάκι του Αγίου Λουκά. Οι ενέδρες στους γύρω δρόμους ήταν έτοιμες να περιφρουρήσουν την επιχείρηση από ενισχύσεις των Γερμανών, που ίσως έσπευδαν από τα γύρω κέντρα τους.
Στην επιχείρηση αυτή πήραν μέρος το ΙΙΙ/3Ο τάγμα, ο λόχος Μηχανημάτων, ο λόχος Δυναμιτιστών, ο ανεξάρτητος λόχος Σλαβομακεδόνων[5], ο λόχος της ΕΠΟΝ του Συντάγματος, ένας λόχος του Ι/3Ο τάγματος, η υποδειγματική Διμοιρία ανταρτισσών[6], και τμήμα του εφεδρικού ΕΛΑΣ. Οδηγός της φάλαγγας ήταν ο Ουγγρίνος Δημήτρης από το Γυψοχώρι. Το σύνθημα ήταν: Τσαλί-Λιπαρό. Πριν το χάραμα έγιναν διεισδύσεις επίλεκτων ομάδων ως το κεντρική πλατεία με σκοπό την περικύκλωση των ένοπλων εστιών και τον ανεφοδιασμό. Σε μια τέτοια επιχείρηση συμμετείχε και ο ελασίτης Ιωάννης Τριανταφύλλου, που αναφέρει πως αφού υπερφαλάγγισαν τα φυλάκια της Δυτικής πλευράς(βλάχικα)· Κασαβέτη, Σκαπέρδα και Καμίνι Κοσμά, έφθασαν, περνώντας μέσα από κήπους και αυλές, μέχρι το σπίτι που χρησιμοποιούσε ως φρουραρχείο ο Πούλος.

Έξοδος του τάγματος από την Κρύα Βρύση.Προπορεύονται οι δύο σαλπιγγτές Μπάβας και Τρύπατζης, ακολουθεί ο Πούλος με τον παπά Γιώργη Βαλλίδη.Έξοδος του τάγματος από την Κρύα Βρύση.Προπορεύονται οι δύο σαλπιγγτές Μπάβας και Τρύπατζης, ακολουθεί ο Πούλος με τον παπά Γιώργη Βαλλίδη.
Με το χάραγμα άρχισε η μάχη όπως την περιγράφει ο καπετάνιος Θ. Μητσόπουλος:
«Ήταν μια ωραιότατη φθινοπωρινή μέρα. Ο Σταθμός διοίκησης του Συντάγματος είχε εγκατασταθεί λίγο έξω από το χωριό και παρακολουθούσε και καθοδηγούσε τη μάχη. Τα τμήματα προωθούνται. Κολλούν στα σπίτια. Εξουδετερώνουν μια σειρά θέσεις των αντιπάλων. Εκείνοι συμπτύσσονται σε καλύτερα οργανωμένες θέσεις κι εξακολουθούν να αμύνονται. Για να βγουν από εκεί έπρεπε να ανατιναχθούν τα οχυρά τους. Τα μέσα υπήρχαν. Ήταν τα αμερικάνικα «μπαζούκας», οι ομαδικοί όλμοι, και τα «μπουρλότα», αντάρτικη παραγωγή. Ο λόχος των Δυναμιτιστών ήταν ειδικευμένος στην κατασκευή και χρησιμοποίηση των μπουρλότων. Αλλά όπως αναφέρει ο καπετάνιος του 30ου Συντάγματος Θανάσης Μητσόπουλος: «Αν και είχαμε τα μέσα να τους εξοντώσουμε, σκεφτήκαμε ότι θα ήταν καλύτερα να βρισκόταν τρόπος να μην εξοντώνονταν. Να γλύτωναν τη ζωή τους και ύστερα ο λαός θα τους έκρινε.
Πίσω από έναν όχτο βλέπουμε δυο παιδάκια, ένα κοριτσάκι και ένα αγοράκι 1Ο -12 χρονών, που έβοσκαν τα βόδια τους. Μάλλον είχαν βγει το πρωί από το χωριό, γιατί εμείς, το πρωί, πριν αρχίσει η μάχη, όσους βγήκαν έξω στα χωράφια τους με τα ζώα τους κ.λ.π. τους αφήσαμε να βγούνε. Μας ήταν χρήσιμοι γιατί μας έδιναν πολύτιμες πληροφορίες για τη δύναμη και την οχύρωση του εχθρού. Έτσι φαίνεται είχαν βγει και τα παιδάκια αυτά. Τα φωνάξαμε και τους δώσαμε ένα γράμμα για τους αρχηγούς των αμυνομένων πουλικών όπου τους λέγαμε ότι: Οι δυνάμεις μας είναι τόσες που είμαστε σε θέση να τους τινάξουμε στον αέρα. Όμως δε θέλουμε να το κάνουμε αυτό και τους προτείνουμε να παραδοθούν. Τους εγγυόμασταν τη ζωή τους. Δώσαμε στο κάθε παιδί από μια άσπρη σημαιούλα, που ανεμίζοντας τες ξεκίνησαν για το χωριό. Εμείς σταματήσαμε τα πυρά. Σταμάτησαν και κείνοι. Τα δυο παιδάκια με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία βάδιζαν προς το χωριό. Τους είχαμε πει: "Προσέχτε παιδιά, αυτό το γράμμα να το πάτε γιατί τους γράφουμε να σταματήσει ο πόλεμος για να μην καεί το χωριό σας και σκοτωθούν οι γονείς σας, τα αδέλφια σας, όλοι οι χωριανοί. Να μη φοβηθείτε. Θα σταματήσουμε τον πόλεμο".

Τα παιδάκια μπήκαν στο χωριό. Παντού ησυχία γύρω. Σε μισή ώρα από τη στιγμή που θα έμπαιναν τα παιδιά στο χωριό θα έπρεπε να ξανάβγαιναν με την απάντηση. Αν όχι θα ξανάρχιζε η μάχη. Πραγματικά σε μισή τα παιδάκια βγαίνουν πάλι με τις σημαιούλες στα χέρια. Οι μαχητές βλέπουν τα δυο παιδιά με τις άσπρες σημαιούλες να προχωρούν προς το Σταθμό Διοίκησης και περιμένουν με αγωνία: Θα παραδοθούν ή θα τους χτυπήσουμε; Τα παιδάκια[...] έφθασαν στο Σ.Δ. και έδωσαν ένα μικρό σημείωμα. Το σημείωμα αυτό ήταν υπογραμμένο από τον ταγματάρχη Παπαϊωάννου, αρχηγό των ενόπλων χωρικών έπειτα από τη φυγή του Πούλου και έγραφε: «Μολών λαβέ!»[...]
Όμως, συνεχίζει ο Μητσόπουλος, η απάντηση του μας έβαλε σε μια άλλη σκέψη. Για να λέει αυτός το «Μολών λαβέ» φαίνεται θα είναι ισχυρός και ελπίζει να κρατήσει ώσπου να φθάσουν οι Γερμανοί ή ώσπου να νυχτώσει οπότε υπολογίζει ότι εμείς θα αναγκαστούμε να συμπτυχθούμε εγκαταλείποντας την πολιορκία. Αυτή η σκέψη μας έκανε καλό γιατί προσέξαμε και οργανώσαμε καλά την επίθεση που θα κάναμε. Εξηγήσαμε καλά σε μαχητές και στελέχη πώς έχει το ζήτημα. Ώρα 12 και 2Ο' το μεσημέρι ξαπολήσαμε την τελική επίθεση. Κυρίως με μπουρλότα και μπαζούκας. Ο καπετάν Πέτρος με τον καπετάν Στάθη είναι αεικίνητοι και καθοδηγούν την επίθεση. Οι εκπυρσοκροτήσεις διαδέχονται δαιμονισμένα η μια την άλλη. Τα σπίτια ανατινάζονται. Όγκοι καπνού και σκόνης σηκώνονται στον αέρα και αιωρούνται πάνω από το χωριό, παίρνοντας διάφορα σχήματα. Οι φλόγες άρχισαν να ροκανίζουν αχόρταγα τα οχυρά των αντιπάλων. Οι εστίες αντίστασης τους εξουδετερώνονται η μια ύστερα από την άλλη. Οι αντάρτες σέρνονται όλο και πιο κοντά τους. Αυτοί συγκεντρώνονται όλο και σε λιγότερα σπίτια, ώσπου περιορίζονται σε ένα συγκρότημα από 3-4 σπίτια τα πιο οχυρωμένα και πιο μεγάλα. Οι μαχητές του ΕΛΑΣ κάνουν μια ακόμα προσπάθεια να τους σώσουν έστω και την τελευταία στιγμή.
-Παραδοθείτε να γυρίσετε στα σπίτια σας, τους φωνάζουν. Μην φοβάστε!

Εκείνοι εξακολουθούν να αντιστέκονται.
-Σας καλούμε για τελευταία φορά να παραδοθείτε. Σας εγγυόμαστε την ζωή σας. Η αντίσταση σας δεν έχει κανένα νόημα.

Μέσα στα σπίτια που ήταν οχυρωμένοι ακουγόταν θόρυβος μεγάλος. Δεν καταλαβαίναμε τι έλεγαν μα φαίνονταν ότι τσακώνονταν για το αν έπρεπε να παραδοθούν η όχι.
Και ο θόρυβος όσο πήγαινε και μεγάλωνε.
Ο τηλεβόας τους λέει ότι αν δεν παραδοθούν, σε δέκα λεπτά το πολύ, δεν θα υπάρχουν.
Και τη στιγμή εκείνη ένα μπαζούκας ρίχνει στο μεγαλύτερο «οχυρό». Το μπαζούκας έκανε μια τρύπα στο ισόγειο του σπιτιού. Μέσα από τους καπνούς και τις σκόνες της έκρηξης πρόβαλε από το παράθυρο μια άσπρη σημαία. Και από το δεύτερο και από το τρίτο σπίτι. Ως το μεσημέρι όλα είχαν τελειώσει.»
Μέσα στο χωριό ο ΕΛΑΣ δεν προέβη σε αντίποινα, εμπρησμούς κατοικιών και εκτελέσεις[…]

ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΑΧΗ

Ήταν ώρα 2 το απόγευμα όταν 45Ο αιχμάλωτοι και 5Ο κάρα φορτωμένα 55Ο όπλα και πυρομαχικά και διάφορα είδη από κείνα που είχαν ληστέψει από τα γύρω χωριά, βρίσκονταν πια στα χέρια του ΕΛΑΣ.
Η φάλαγγα ξεκίνησε. Στη μέση οι αιχμάλωτοι. Πάνω σε ένα κάρο τραυματίας ο αρχηγός τους, ταγματάρχης Παπαϊωάννου, που είχε δώσει την απάντηση : «Μολών λαβέ». Ήταν σπασμένο το κάτω σαγόνι του και είχε και άλλα σοβαρά τραύματα στο πρόσωπο. Τον είχε επιδέσει ο γιατρός Χρήστος Δάμκας. Δεν μπορούσε καθόλου να μιλήσει. Ο άλλος ο αρχηγός τους ο Σκαρπέρδας κατάφερε και το έσκασε με μια ομάδα, κατά τη διάρκεια της μάχης, ντυμένος γυναικεία.
Η φάλαγγα προχωρούσε απλωμένη στον κάμπο. Περνούσε μέσα από χωράφια με πανύψηλα καλαμπόκια, που άλλα ήταν μαζεμένα και άλλα αμάζευτα ακόμα. Πέρασε και μέσα από τα χωριά Γαλατάδες, Τριφύλλι, Γυψοχώρι. Η νίκη στην Κρύα Βρύση μαθεύτηκε αστραπιαία στα γύρω χωριά[...]

Τα πλήθη είχαν καταφθάσει και πλημμυρίσει το μέρος πάνω στον άξονα της πορείας. Οι κρατούμενοι βάδιζαν στη μέση και γύρω-γύρω οι αντάρτες με τα όπλα στα χέρια. Και έτσι η φάλαγγα άνοιγε δύσκολα δρόμο μέσα από το πλήθος. Οι άνθρωποι αυτοί – κι ήταν όλων των ηλικιών άνδρες και γυναίκες - δεν είχαν έρθει για να διασκεδάσουν με το θέαμα. Κατέφθαναν τρεχάτοι από παντού, με βαριά και πληγωμένη την ψυχή για τους ανθρώπους που χάσανε.
Και όσο προχωρούσε η φάλαγγα οι φωνές αποδοκιμασίας μεγάλωναν. Με χίλια βάσανα έφθασε μέχρι το χωριό Γυψοχώρι και εκεί κλείσθηκαν μέσα στην εκκλησιά. Το άλλο βράδυ τους παρέδωσαν στις αρχές της Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης.
Ο Παπαϊωάννου βαριά τραυματισμένος στο στόμα με τα σαγόνια και τη γλώσσα του λιώμα, ούτε να φάει, ούτε να μιλήσει μπορούσε. Η πληγή του ήταν κατάμαυρη από γάγγραινα. Τη μεθεπόμενη πέθανε.

Λίγες ημέρες αργότερα οι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο κρατουμένων της Αριδαίας(Μπάχοβο), όπου υπήρχαν οι κατάλληλες κτηριακές εγκαταστάσεις, χτισμένες από τους Γάλλους κατά διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι 33 νεκροί Ελασίτες της μάχης της Κρύας Βρύσης μεταφέρθηκαν και αυτοί στο Γυψοχώρι όπου θάφτηκαν με στρατιωτικές τιμές.

Ο δε Σκαπέδρας, και άλλοι καπετάνιοι της περιοχής με τους άντρες τους κατάφεραν να διαφύγουν τη σύλληψη στην Κρύα Βρύση και να καταφύγουν στη Θεσσαλονίκη. Στα μέσα Οκτωβρίου πήραν το δρόμο για το Κιλκίς. Στις 4 Νοεμβρίου 1944 ο ΕΛΑΣ μέσα σε λίγες ώρες κατέλαβε την πόλη και συνέλαβε όσους είχαν γλιτώσει από τον ορυμαγδό της μάχης[...]

Για μία ακόμη φορά ο Σκαπέδρας γλίτωσε και λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη παραδόθηκε στον ΕΛΑΣ. Στις 20 Νοεμβρίου, απαγχονίστηκε μπροστά από την πύλη του «Παύλου Μελά»[7].

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΙ ΑΝΤΙΚΟΜΟΥΝΙΣΤΕΣ ΕΝΟΠΛΟΙ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ
2.Το 30ο ΣΥΝΤΑΓΜΑ του ΕΛΑΣ Θανάσης Μητσόπουλος ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ
3.Η ΜΑΥΡΗ ΣΚΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Ιάκωβου Π. Χονδροματίδη. Αθήνα: ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
4.ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΚΑΤΟΧΗΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ ΤΑΚΗ Δ.ΨΑΡΑΚΗ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
5.ΑΝΤΙΠΟΙΝΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΚΑΤΟΧΗΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 1941 -1944, Δορδανάς Ευστράτιος, Θεσσαλονίκη: ΑΠΘ (ανέκδοτη διδακτορική διατριβή στο τμήμα Ιστορίας)
6.«Οι αντίπαλοι του ΕΛΑΣ στην περιοχή των Γιαννιτσών», Δορδανάς Στράτος, ανακοίνωση στην ημερίδα των Γιαννιτσών 17.10.04 (έντυπη προσφορά του συγγραφέα)

________________________________________
[1] Ο Γ. Πούλος, ήταν ομογενής από τη Ράσσα της Ρουμανίας. Συμμετείχε ως αξιωματικός στη Μικρασιατική εκστρατεία. 'Υστερα από τη συμμετοχή του στο κίνημα του 1935 αποτάχθηκε με το βαθμό του συνταγματάρχη. Η δράση του Γεωργίου Πούλου, άρχισε λίγο μετά την είσοδο των Γερμανών στη Θεσσαλονίκη. Ανασύστησε την αντισημιτική οργάνωση "Εθνική 'Ενωσις Ελλάδας" που έδρασε την περίοδο του μεσοπολέμου γνωστή ως "Ε.Ε.Ε.". Μετονόμασε την οργάνωση σε Εθνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Έγινε στόχος βομβιστικών επιθέσεων το γραφείο και σπίτι του στην οδό Π. Μελά. 'Υστερα από αυτό, ο Γεώργιος Πούλος συνεργάσθηκε με τις μυστικές γερμανικές υπηρεσίες και έδρασε αθόρυβα. Μέσα από τις γερμανικές εκθέσεις η δημιουργία του τάγματός του χρονολογείται από το Φεβρουάριο του 1943. Ως το Μάιο του ιδίου έτους στρατολόγησε 250-300 εθελοντές. Οι εθελοντές του Γ. Πούλου, κατάγονταν κυρίως από τη Δυτική Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη και ήταν κυρίως άνεργοι, τυχοδιώκτες, κακοποιά στοιχεία και καταδιωκόμενοι[...] Το Σεπτέμβριο του 1944 κατά την οπισθοχώρηση των Γερμανών το τάγμα του προωθήθηκε στη Χαλκηδόνα. Στη συνέχεια αποχώρησε από την Ελλάδα. Πρώτος σταθμός του ήταν η Σλοβενία και αργότερα προωθήθηκε στην Αυστρία. Αρνούμενος να πολεμήσει κατά των Αμερικανών συνελήφθη από αυτούς και εκδόθηκε στην Ελλάδα όπου δικάστηκε και εκτελέσθηκε στις 11 Ιουνίου 1949 στο Γουδί Αθηνών. Ευστράτιος Δορδανάς "0 Γεώργιος Πούλος και το εθελοντικό τάγμα του"
[2] Υπεύθυνος του Λόχου προπαγάνδας στο εθελοντικό τάγμα ήταν ο δημοσιογράφος της Κατερίνης Ξενοφών Γιοσμάς, κατηγορούμενος μετέπειτα ως ηθικός αυτουργός στη δίκη Λαμπράκη.
[3] Πρωτοδικείο Βέροιας (αταξινόμητο υλικό), Ένορκη εξέταση μάρτυρα Βασιλείου Κ.’, ο Προανακριτής του 30ου Συντάγματος Πεζικού ΕΛΑΣ, Κρύα Βρύση 22 Νοεμ. 1944.
[4] Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών, 1945, Διεύθυνση Μελετών, φακ. 5, 3ος υποφ.: “Προς το Γερμανικόν Φρουραρχείον εις Έδεσσαν”, Κρύα Βρύση 20 Μαρ. 1944.
[5] Την επόμενη 12-10-1944 και τα δύο σλαβόφωνα τάγματα του ΕΛΑΣ αυτομολούν στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Σπυρίδων Σφέτας, Αυτονομιστικές κινήσεις Σλαβόφωνων κατά το 1944.
[6] Στην άγρια οκτάωρη μάχη οι αντάρτισσες έδειξαν υπέροχη ψυχική αντοχή. Τραυματισμένες αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν το πεδίο της μάχης πριν την οριστική συντριβή των αντιπάλων. Τ. Βερβενιώτη, Η γυναίκα της Αντίστασης.
[7] Για την εκτέλεση του Σκαπέδρα από τον ΕΛΑΣ βλ. Ληξιαρχείο Δήμου Σταυρούπολης (Θεσσαλονίκης), Ληξιαρχική πράξη θανάτου Στέργιου Σκαπέδρα, τόμ. Λ (1.4.1943-29.7.1948), Αριθ. 56, Σταυρούπολη 4 Αυγ. 1945.

Από το άρθρο του Χρήστου Καραπάνου στο περιοδικό «ΦΙΛΙΠΠΟΣ» τεύχος 53
ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ

Print Friendly and PDF

Μοιραστείτε το



Η σελίδα μας στο FB