Η μάχη αυτή, δόθηκε στίς 7 Ιουλίου  του 1943 μεταξύ του ΕΛΑΣ και των Γερμανών κατακτητών.


7-10/7/1943: Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΓΟΥΡΙΤΣΑΣ (Μυρτιάς)


Στις 7 Ιουλίου 1943 έφθασε από την οργάνωση του ΕΑΜ Αγρινίου στο αρχηγείο του 2ου Τάγματος του 2/39 συντάγματος του ΕΛΑΣ (Τριχωνίδας), που είχε την έδρα του στον Άγιο Βλάση το παρακάτω σήμα: «Πληροφορία εξακριβωμένη: εντός των ημερών τμήμα του κατοχικού στρατού θα μεταβεί στο Θέρμο για εγκατάσταση στρατιωτικής βάσεως. Παρακαλούμε όπως καταβληθεί κάθε προσπάθεια για ματαίωσή της». Η «διαρροή» αυτή προερχόταν από τη διερμηνέα των Γερμανών στο Αγρίνιο, Μαρία Δημάδη.

Έπρεπε πάση θυσία λοιπόν, τα σχέδια των κατακτητών να αποτραπούν, γιατί η εγκατάσταση των Γερμανών στο Θέρμο θα σήμαινε την αποκοπή του Γενικού Αρχηγείου του ΕΛΑΣ του νομού Αιτωλοκαρνανίας, το οποίο βρισκόταν στο Δρυμώνα, από τις βάσεις ανεφοδιασμού, που κατά κύριο λόγο ήταν τα πλούσια καμποχώρια του Αγρινίου και το γερμανοκρατούμενο Θέρμο θα έμπαινε σφήνα στην καρδιά των ανταρτών της περιοχής, κόβοντας στη μέση την ορεινή Τριχωνίδα και δημιουργώντας σημαντικό πρόβλημα στη συνοχή των αντάρτικων ομάδων του Παναιτωλικού με αυτών της Μακρυνείας και της Ναυπάκτου.

Το 2ο Τάγμα του 2/39 Συντάγματος του ΕΛΑΣ, που εκείνη την εποχή, όπως προαναφέραμε βρισκόταν στρατοπεδευμένο στον Άγιο Βλάση, είχε στη διοίκηση των τμημάτων του τους καπεταναίους, Βασίλη Σκιαδά (Καπετάν Επαμεινώντα), Θ. Αλεφάντη (Καπετάν Θρύλο), Θανάση Ζήκο (Καπετάν Ακρίτα), Αντώνη Παπαϊωάννου (Καπετάν Δία), Απ. Τσιαπούρη (Καπετάν Βάκχο), Θωμά Μποκώρο (Καπετάν Μίλιο), Πάνο Παπουτσή (Καπετάν Σφίκα), Βασίλη Νικολακόπουλο (Καπετάν Βράχο), Κώστα Σταυρόπουλο (Καπετάν Κλεομένη), Γιάννη Κωστόπουλο (Καπετάν Ακαρνάνα), Θόδωρο Πολιτόπουλο και Φώτη Πατσιαλό.[2]

Αμέσως μετά την πληροφορία και την έγκριση της επιχείρησης από τη διοίκηση του 2/39 συντάγματος, το τάγμα έρχεται και καταυλίζεται στο γνωστό μοναστήρι της Μυρτιάς, πιάνοντας θέσεις πάνω στις στροφές του δρόμου, που ενώνει το Αγρίνιο με το Θέρμο.


Η Μαρία Δημάδη. Εκτελέστηκε στις 31 Αυγούστου του 1944 από μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας, απέναντι από τις φυλακές της Αγίας Τριάδας. Πηγή εικόνας «Μαρία Δημάδη, Ηρωίδα της Εθνικής Αντίστασης», Εκδόσεις ΝΕΣΤΟΡΑΣ.


Δημιουργούνται πέτρινοι αυτοσχέδιοι ημικυκλικοί προμαχώνες και άλλα υποτυπώδη οχυρωματικά έργα, τα οποία καλύπτονται με φρεσκοκομμένα κλαριά, για να μην είναι ορατά από το δρόμο και πραγματοποιούνται δύο ασκήσεις, έτσι ώστε ο κάθε αντάρτης να γνωρίζει ακριβώς τη θέση του.

Επικεφαλής της επιχείρησης ορίζεται ο καπετάν Επαμεινώντας (Βασίλης Σκιαδάς) από τον Άγιο Βλάση, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως υπίλαρχος στο Αλβανικό μέτωπο. Ο Βασίλης Σκιαδάς γεννήθηκε το 1912 στον Άι-Βλάση Τριχωνίδας και τελείωσε την σχολή ιππικού Χαλκίδας. Στο αλβανικό μέτωπο υπηρέτησε σε έφιππη ομάδα αναγνώρισης, που μπήκε πρώτη στην πόλη της Κορυτσάς. Παρασημοφορήθηκε με το αριστείο ανδρείας και προήχθη σε ίλαρχο. Από το 1938 ήταν μέλος του ΚΚΕ και στην Κατοχή βγήκε στο βουνό με τις πρώτες ανταρτομάδες του ΕΛΑΣ με το ψευδώνυμο «Επαμεινώντας». Αργότερα του ανατέθηκε η Διοίκηση του 3ου Τάγματος του 2/39 Συντάγματος που πολέμησε στην μάχη της Αμφιλοχίας, όπου ο ίδιος τραυματίστηκε βαριά.

Λίγο μετά την αποφυλάκισή του το 1946 και με τον εμφύλιο να ξεκινάει, ο Β. Σκιαδάς, προσπάθησε να ξαναβγεί στο βουνό, αλλά σκοτώθηκε σε ενέδρα της Χωροφυλακής μαζί με τον καπετάνιο Αυγούλη. Κάποιος άγνωστος αντάρτης σύντροφός του τον έθαψε στο βουνό Παναιτωλικό.

Το σχέδιο της μάχης μαζί με τον Επαμεινώντα έφτιαξαν, όπως αναφέρει ο Μαραγιάννης, οι Θέρμιοι, Θ. Ζήκος, Γ. Παπαθανασόπουλος και Θ Χαρώνης. Οι τρεις αυτοί μαχητές του Λαϊκού Στρατού αξιοποίησαν τη σημαντική εμπειρία τους, ως αξιωματικός πολυβόλων στο αλβανικό μέτωπο, ο πρώτος, ως σχεδιαστής πολεμικών ασκήσεων το 1935 στο Μεσολόγγι, ο δεύτερος και ως αξιωματικός του πυροβολικού στο μέτωπο της Μακεδονίας, ο τρίτος.

Παρατηρητήρια με τηλεφωνικές συνδέσεις οι αντάρτες είχαν τοποθετήσει στο Αφράτο, στην Ανάληψη του Θέρμου και στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής της Μυρτιάς.

Χαράματα της 10ης Ιουλίου του ΄43 ειδοποιούνται οι επικεφαλής των ανταρτών με το τηλέφωνο του Μοναστηριού, ότι μια φάλαγγα από δεκατέσσερα γερμανικά αυτοκίνητα και τρεις μοτοσυκλέτες με 120 Γερμανούς έχει ξεκινήσει από το Αγρίνιο και κατευθύνεται προς το Θέρμο. Αυτή τη φορά ο συναγερμός είναι πραγματικός. Η ώρα περνά χωρίς τίποτα να δείχνει πως κάτι το αλλιώτικο πρόκειται να συμβεί, γράφει ο Νίκος Σκιαδάς στο βιβλίο του «Καπετάν Επαμεινώνδας» και συνεχίζει:
"Πρωί 10 Ιουλίου. Ξαφνικά στην πρωινή σιγαλιά ακούγεται το σύνθημα του συναγερμού. Αυτή τη φορά όμως όσο και να μην το πήραν πολλοί στα σοβαρά, ο συναγερμός ήταν αληθινός. Νέο ση­μείωμα της Π.Ε. ανέφερε ότι αρκετή δύναμη Γερμανοΐταλών κινείται από Αγρίνιο προς Κεφαλόβρυσο.

Οι αντάρτες πιάνουν τις θέσεις τους. Βολεύονται όσο μπορούν καλύτερα και περιμένουν να φτάσει η μεγάλη στιγμή. Η ώρα περνά χωρίς τίποτα να δείχνει πως κάτι το αλλιώτικο πρόκειται να συμβεί. Ξημέρωσε για καλά τώρα. Ο ήλιος είχε κιόλας ψηλώσει, αλλά τίποτα. Η αγωνία τρυπώνει μέσα τους, τα μηλίγγια κτυπάνε, το μάτι και το αυτί δουλεύουν προς την κατεύθυνση της Παραβόλας μήπως ανακαλύψει την παραμικρή κίνηση, μήπως ακούσει τον ελάχιστο θόρυβο.

Αλλά να μια άσπρη γραμμή από σκόνη σημαδεύεται πάνω στο δημόσιο δρόμο στο έβγα της Παραβόλας προς τη Μαντάνισσα (Παντάνασσα). Ταυτόχρονα ήχος μοτέρ αυτοκινήτων έρχεται στα αυτιά τους. Είναι ο εχθρός. Η πληροφορία της οργάνωσης Αγρινίου ελέγχεται αληθινή. Σε λίγο ξεχωρίζουν καλά. Είναι μια αράδα καμιά 15αριά αυτοκίνητα που προχωράει προφυλακτικά προς τις θέσεις τους. Απ' τ' αριστερά της Παραβόλας προς την Παλιοκαρυά φιδοσέρνεται μια άλλη φάλαγγα, ιταλική αυτή, από πεζούς προς τα ριζοχώρια, Προστοβά, Κρυονέρι, Ταξιάρχη κλπ. Είναι η πλαγιοφυλακή. Μια μικρή ομάδα που αποτελούσε και τη μόνη εφεδρεία, ανέλαβε να απασχολήσει ή και να εξουδετερώσει την πλαγιοφυλακή, όσο που η κύρια δύναμη, θα έδινε τη μάχη στην προκαθορισμένη θέση.

Ώρα 7.30 το πρωί περίπου. Η εχθρική φάλαγγα από 15 αυτοκίνητα έφτασε κοντά στις θέσεις των ανταρτών. Στη Βαριά πριν μπει στις στροφές σταματά (οι αντάρτες όπως είπαμε είναι ταμπουρωμένοι στις πάνω Στροφές). Μπαίνει μέσα μια μοτοσικλέτα. Προχωρεί προς τις θέσεις τους. Βαδίζει σιγά-σιγά, προφυλακτικά. Κοιτάνε καλά στα πλάγια του δρόμου, μήπως διακρίνουν τίποτα το ύποπτο. Τίποτα. Οι θέσεις είναι καλά καμουφλαρισμένες. Οι αντάρτες μπρούμυτα με το χέρι στη σκανδάλη, με το αυτί και το μάτι να δουλεύουν επίμονα, κρατούν ως και την αναπνοή τους, για να μη προδοθούν. Η αγωνία κορυφώνεται. Τα λίγα λεπτά της διαδικασίας της ανίχνευσης, μετριούνται σε ώρες. θ' αντιληφθεί τίποτα ο ανιχνευτής; θα προσέξει; Τι θα γίνει; Μήπως η πειθαρχία πυρός χαλάσει από μια τυχαία απροσεξία, από έναν εκνευρισμό; Μέχρι την ώρα αυτή το τηλέφωνο που ήταν τοποθετημένο πολύ κοντά στις Στροφές έδινε πληροφορίες για τις κινήσεις των Γερμανών στο Μπερίκο που είχε μεταφερθεί η έδρα του Αρχηγείου. Λίγο πριν αρχίσει η μάχη οι τηλεφωνητές έκαναν το τελευταίο τηλεφώνημα στην έδρα τους που έλεγε: «Έφτασαν οι Γερμανοί. Σε λίγο αρχίζει η μάχη». Κόψαν τα σύρματα και αποσύρθηκαν.


Στην κορυφή το μνημείο και από κάτω οι στροφές της Μυρτιάς όπου οι αντάρτες χτύπησαν την γερμανική αυτοκινητοπομπή.


Να πώς περιγράφει ένας αντάρτης (Βασίλης Παπανάνος, ψευδ. Χάρος) στο ημερολόγιο του τις στιγμές αυτές την αναμονής «...10.7.43. Από τις 5 το πρωί χτύπησε συναγερμός και βρισκόμαστε σε μια εκνευριστική αναμονή, 50 αυτοκίνητα είναι στην Παραβόλα. Αν ξεκινήσουν σε μισή ώρα θα πιάσουμε μάχη. Τα νεύρα πάνε να σπάσουν. Η θέση μου είναι 30 μέτρα από το δρόμο που θα περάσουνε τα αυτοκίνητα, με κρύβει η θέση μόνο χωρίς να με προστατεύει. Οι Ιταλοί ξεκίνησαν και σταμάτησαν ένα τέταρτο μπροστά μας. Η ώρα είναι 8 το πρωί. Ο ήλιος κάνει το δρόμο να λάμπει. Στις 8.30 ακούγονται φωνές "έρχονται-έρχονται". Ακούγεται το μουγκρητό μιας μοτοσικλέτας να πλησιάζει και στην καμπή του δρόμου ξεπροβάλλει ένας Γερμανός μοτοσικλετιστής και σε λίγο και δεύτερη μοτοσικλέτα με καλάθι, με δυο Γερμανούς...»

Επιτέλους. Ο ανιχνευτής δεν αντιλήφθηκε τίποτα το ύποπτο. Ξαναγυρίζει στις εχθρικές θέσεις και αναφέρει πιθανώς: έδαφος ελεύθερον. Η φάλαγγα ξεκινάει. Μπροστά δυο μοτοσικλετιστές με δυο μοτοσικλέτες. Τ' αυτοκίνητα μπαίνουν ενα-ένα στις Στροφές. Οι Γερμανοί όρθιοι επάνω τους μασάνε αχλάδια κι άλλα φρούτα χαμογελώντας". Οι αντάρτες τα μετράνε ένα... δύο... τρία... δεκατέσσερα... δεκαπέντε. Τώρα είναι όλα στον κλοιό και κάτω από τον έλεγχο των ανταρτικών πυρών. Όμως να. Σε λίγο και τη στιγμή που ο μοτοσικλετιστής που πήγαινε μπροστά κόντευε να κρυφτεί στη στροφή του δρόμου αντηχεί το σύνθημα: ταταρά... ταταρά.

Μεμιάς ζωντάνεψε ο τόπος και μια κόλαση φωτιάς διαδέχθηκε το σύνθημα. Επιτέλους η αγωνία και η αναμονή των ανταρτών βρίσκουν διέξοδο. Αδειάζουν τα όπλα τους επάνω στους στόχους που ώρα τώρα σημάδευαν περιμένοντας. Πρώτος πέφτει ο μοτοσικλετιστής, που την τρώει στην πλάτη. Συνέχεια χτυπιούνται τ' αυτοκί­νητα με χειροβομβίδες και αυτόματα. Οι Γερμανοί τα 'χασαν στην αρχή. Αμφιταλαντεύτηκαν. Τους ήρθε ξαφνικά. Γρήγορα όμως συνήλθαν. Πηδάνε όσοι προφθάνουν από τ' αυτοκίνητα8. Τότε τους γνώρισαν οι δικοί μας πως είναι Γερμανοί κι έβαλαν τις φωνές: «Γερμανοί, ωρέ, Γερμανοί είναι... τους κερατάδες». Πιάνουν θέσεις στα λάστιχα των αυτοκινήτων, σε πέτρες, σε νεροσυρμές, παντού όπου τους προσφέρεται το έδαφος. Έμπειροι πολεμιστές, χρησιμοποιούν το έδαφος σ' όλες του τις δυνατότητες. Πολεμάνε λυσσασμένα.

Ας δώσουμε και πάλι το λόγο στο ημερολόγιο του αντάρτη: «Η σάλπιγγα δίνει το σύνθημα πυρός. Στο άκουσμα της η δεύτερη μοτοσικλέτα, καθώς κι όλα τ' αυτοκίνητα σταματάνε ενώ αρχίζει η κόλαση της φωτιάς. Είμαστε ακροβολισμένοι επάνω από τις στροφές του δρόμου σε 50 με 100 μέτρα. Είχαμε δυο οπλοπολυβόλα, 20 περίπου αυτόματα και οι υπόλοιποι όπλα. Σημαδεύω το πρώτο αυτοκίνητο, που μαζί με τις ριπές του οπλοπολυβόλου της ομάδας μου, δέχεται και 30 σφαίρες από το αυτόματο μου. Όσοι Γερμανοί δεν σκοτώθηκαν μέσα, τους καθαρίσαμε μόλις έκαναν να πηδήσουν έξω από το αυτοκίνητο. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας καθώς σταμάτησε, έτρωγε ένα ροδάκινο, 2-3 ριπές τον έκαναν να χοροπηδάει σαν παλιάτσος και να ξαπλωθεί φαρδύς πλατύς. Μάλιστα σε άλλα αυτοκίνητα που βγήκαν και ξάπλωσαν κάτω από αυτά, τινάχθηκαν στον αέρα από χειροβομβίδες. Γερμανοί σκοτωμένοι μέσα στ' αυτοκίνητα, μισοκρεμασμένοι απ' έξω, στο δρόμο ξαπλωμένοι, παρουσιάζουν ένα αληθινό μακελειό. Καμιά εικοσαριά κατάφεραν να πηδήσουν έξω και να πιάσουν την άκρη του δρόμου και πιάνουν μάχη αληθινή...»

Η προσπάθεια διπλασιάζεται. Οι αντάρτες πια δεν συγκρατιούνται. Είναι έτοιμοι να πηδήσουν στον όχτο του δρόμου και να 'ρθουν στα χέρια με τους Γερμανούς που πολεμάνε ακόμα. Εκείνη την ώρα όμως το καραούλι ειδοποιεί πως οι Ιταλοί κινούνται προς Προστοβά, ανακέφαλα από τις θέσεις τους. Αυτό ήταν σημαντικό αν συνέβαινε. Αποσκοπούσε να κόψει το μοναδικό δρόμο υποχώρησης των ανταρτών προς Ταξιάρχη βάζοντας τους έτσι ανάμεσα στα δυο σκέλη της λαβίδας τους. Δίνεται αμέσως το σύνθημα της υποχώρησης. Υποχωρούν με τάξη και οι περισσότεροι συγκεντρώνονται λίγο πιο πάνω. Εκεί διαπιστώνεται ότι ο Επαμεινώνδας με λίγους ακόμα δεν πειθάρχησε αμέσως στο σύνθημα της υποχώρησης που ο ίδιος έδωσε. Ήταν δικαιολογημένο το αργοπόρημα του Επαμεινώνδα. Κινδυνεύει για λίγα λεπτά μόνο να μην ολοκληρωθεί η όλη προσπάθεια και να πάνε χαμένες όλες οι θυσίες. Ο Επαμεινώνδας δε μπορούσε ν' αφήσει ατελείωτο το έργο. Το Επιτελείο παρακολουθεί με τα κυάλια τις κινήσεις των Ιταλών. Ήταν φανερό πως έρχονταν για βοήθεια των συμμάχων τους. Όμως όχι. Σε λίγο κάνουν μεταβολή και γυρίζουν πίσω. Με τα κυάλια φάνηκε καθαρά προς τα πού τραβούσε η φάλαγγα. Συνέρχονται οι δικοί μας γρήγορα. Το Επιτελείο αποφασίζει: Όσοι αντάρτες είναι μαζεμένοι εκεί θα κατέβουν πάλι προς τα κάτω να ξεκαθαρίσουν τις γερμανικές φωλιές που είχαν στο μεταξύ τακτοποιηθεί καλύτερα. Χωρίζονται σε ομάδες. Παίρνει η καθεμιά τον τομέα της και αρχίζει το ξεκαθάρισμα του εδάφους. Τίποτα πια δεν συγκρατεί τους αντάρτες. Κατεβαίνουν όλοι κάτω στο δρόμο αλαλάζοντας. Λίγο-λίγο, με σύστημα και μέθοδο ξεκαθαρίζονται οι γερμανικές εστίες. Συλλαμβάνονται δυο Γερμανοί αιχμάλωτοι. Οι υπόλοιποι η είναι βαριά τραυματισμένοι ή σκοτωμένοι. Μόνο ένας κατόρθωσε χάρη στη γρηγοράδα των ποδιών του να φτάσει στην Παράβολα — είναι πιθανώς ο μοτοσικλετιστής-ανιχνευτής απ' όπου με ποδήλατο πήγε στο Αγρίνιο και μετέφερε τα μαντάτα.

Οι αντάρτες μετά το πέρας της μάχης ασχολούνται με την περι­συλλογή λαφύρων. Μαζεύονται όλα και φορτώνονται στο πρώτο αυτοκίνητο προς το Κεφαλόβρυσο. Δυστυχώς ένας μόνο αντάρτης ήξερε να οδηγεί αυτοκίνητο, ήταν ο Ερμής (Γιώργος Παπατρέχας) απ' τη Μαχαιρά Ξηρομέρου που σκοτώθηκε αργότερα σ' άλλη μά­χη. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Τα υπόλοιπα έπρεπε να καούν γιατί κιόλας στο δρόμο της Παραβόλας φάνηκαν τα γερμανικά θωρακισμένα που έρχονταν σε βοήθεια. Αυτό το αποτέλεσμα είχε η σωτηρία εκείνου του μοναδικού Γερμανού που μετέφερε στο Αγρίνιο τα μαντάτα της μάχης.

Η παραμονή στο πεδίο της μάχης δεν μπορούσε να παραταθεί περισσότερο. Άρχισαν κιόλας να πέφτουν οι πρώτες οβίδες πυροβολικού. Το τελευταίο τμήμα εκκαθάρισης αποχωρεί σιγά-σιγά. Αίγο ακόμα και ο τόπος καίγεται από το σφυροκόπημα του γερμανικού πυροβολικού και των αρμάτων που έχουν φθάσει πλέον πολύ κοντά στη Γουρίτσα. Είναι όμως αργά για να κάνουν οποιαδήποτε ζημιά στους αντάρτες, γιατί είναι πια εκτός βολής. Λίγο πριν δύσει ο ήλιος οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το αδειανό από αντάρτες πεδίο. Παίρνουν τους νεκρούς και τους τραυματίες τους και επιστρέφουν στο Αγρίνιο αργά τη νύχτα. Την άλλη μέρα ένα σμήνος από λίγα γερμανικά αεροπλάνα βομβάρδισαν το χωριό Γουρίτσα και τις Στροφές με αποτέλεσμα να σκοτώσουν ένα μουλάρι και να γκρεμίσουν μια γωνία ενός σπιτιού. Για μέρες οι Ιταλοί της φρουράς Αγρινίου κοροϊδεύουν τους συμμάχους τους Γερμανούς ανταποδίδοντας τα ίσα. Έλεγαν μάλιστα: Ιταλιάνοι παούρα, Ντεντέσκοι μόρτο. Οι Ιταλοί φοβούνται, οι Γερμανοί σκοτώνονται.

Η μάχη της Γουρίτσας ήταν η πρώτη σύγκρουση με τους Γερμανούς. Ποτέ μέχρι τότε οι αντάρτες μας δεν είχαν πολεμήσει μαζί τους. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις και μικροσυμπλοκές με τους Ιταλούς, όμως ο πόλεμος με τους Γερμανούς ήταν πολύ διαφορετικός. Ποτέ οι Γερμανοί δεν το έβαζαν στα πόδια σαν τους Ιταλούς. Επόμενο ήταν μετά την επιτυχία αυτή με τέτοιους αντιπάλους το ηθικό των ανταρτών ν' ανέβει πολύ ψηλά. Τώρα πια πίστεψαν κι αυτοί αλλά και όλοι οι κάτοικοι της περιοχής ότι ήταν δυνατό να τα βάλουν με τους Γερμανούς που μέχρι τότε τους νόμιζαν ακατανίκητους. Η μάχη εκτός των άλλων αποτελεσμάτων είχε άμεσο αποτέλεσμα ότι οι αντάρτες μας οπλίστηκαν στην εντέλεια με γερμανικά όπλα. Ιδιαίτερα με μυδράλια. Αυτό είχε ένα ακόμα σημαντικό αποτέλεσμα. Την άμεση ομαδική στρατολογία νέων μαχητών που δεν ήταν μόνο επειδή είχαμε πλέον όπλα, αλλά και γιατί το ηθικό κουράγιο αναπτερώθηκε. Απ' εδώ και πέρα το αντάρτικο πολλαπλασιάστηκε αριθμητικά και αποτέλεσε μια αξιόμαχη και υπολογίσιμη δύναμη. Τα κατοχικά στρατεύματα δεν μπορούσαν να σουλατσάρουν πια στην ύπαιθρο. Η προσπέλαση σ' αυτή και ιδιαίτερα στα ορεινά γινόταν με την κινητοποίηση σημαντικού αριθμού των δυνάμεων τους. Ήταν οι περίφημες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που πληρώνονταν με πολύ αίμα γι' αυτούς και πολλά χωριά καμένα για μας. Η ύπαιθρος ήταν λεύτερη. Οι αντικειμενικοί σκοποί της διοίκησης των κατοχικών δυνάμεων της περιοχής δεν εκπληρώθηκαν, σε αντίθεση με τους σκοπούς του Αρχηγείου και της Π.Ε. και του ΕΑΜ Αγρινίου που ολοκληρώθηκε στο ακέραιο, χάρη στην παλικαριά και το πείσμα των ανταρτών του Αρχηγείου του ΕΛΑΣ Τριχωνίδας.

Οι Γερμανοί που έλαβαν μέρος στη μάχη ήταν 120 σύμφωνα με τις ομολογίες το,ιν αιχμαλώτων. Νεκροί 117, τραυματίες 2 (αιχμάλωτοι). Κατεστραμμένα αυτοκίνητα 14. Λάφυρα, ολόκληρος ο οπλισμός του τμήματος.

Δικές μας απώλειες 5 αντάρτες νεκροί: 1. Μπάμπης Χαμαμτζής, 2. Παπουτσής Σωτήρης, 3. Γαρδέλης Σπύρ., 4. Υφαντής Δημ., 5. Παπαδονάσιος ή Νασαρής Κ.."

Πληροφορίες από: Το βιβλίο του Νίκου Ε. Σκιαδά προς τιμή του αδελφού του καπετάν "Επαμεινώνδα" Βασίλη Σκιαδά,& από την ιστοσελίδα https://archeionagriniouemerologio.blogspot.com/

*** Εάν σας ικανοποίησε το άρθρο βοηθήστε το να ταξιδέψει, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.***
Εκτύπωση άρθρου

Εθνική Αντίσταση
ΔΣΕ