Κώστας Κωνσταντινίδης



Ο Κώστας Κωνσταντινίδης υπήρξε αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού, συνδικαλιστής και μέλος του ΚΚΕ μέχρι το τέλος της ζωής του.
.


Γεννήθηκε στις 18/3/1925 στο χωριό Μαυροπηγή, της επαρχίας Εορδαίας του Νομού Κοζάνης. Με καταγωγή από αγροτική οικογένεια και πατέρα αγωνιστή του ΕΑΜ δούλευε από 12 χρονών στα χωράφια. Το 1942, οργανώνεται στην ΟΚΝΕ και το 1943 γίνεται μέλος του ΚΚΕ. Κατόπιν ιδρύεται η ΕΠΟΝ, της οποίας ορίζεται υπεύθυνος περιοχής και παίρνει μέρος στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη στο Καταφύγι Πιερίας, κάτω από τις μύτες των Γερμανών. Μετά την απελευθέρωση, και ιδιαίτερα μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, τα μπλόκα πλήθαιναν στο χωριό, ξυλοκόπησαν πολλούς ΕΠΟΝίτες και ΕΠΟΝίτισσες, μεταξύ των οποίων και εκείνον. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο οξύνονταν τα πράγματα έως ότου πήρε την απόφαση μαζί με άλλους 16 συναγωνιστές του να βγει στο βουνό με το Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδος.

Πήρε μέρος σε πολλές σημαντικές μάχες. Στο Βέρμιο, στα Χάσια, στο Καϊμακτσαλάν και μετά στο Γράμμο. Αηλιάς - Γουρούσια - Πόρτες Οσμάν - Πατώματα. Ακόμα και τραυματισμένος και αποκομμένος μετά τον ελιγμό από τον Γράμμο στο Βίτσι, δεν τα παράτησε. Προσπαθούσε να βρει τμήματα του ΔΣΕ να επανασυνδεθεί, τρεφόταν με ότι μπορούσε να βρει στα ορεινά δάση. Τα κατάφερε μετά από 180 μέρες, ζυγίζοντας μόλις 41 κιλά.
Από την ασιτία είχε χάσει μεγάλο μέρος απ’ την όρασή του, οι συναγωνιστές, στην μονάδα που επανασυνδέθηκε, με τις πενιχρές προμήθειές τους προσπάθησαν να τον στήσουν στα πόδια του με ότι καλύτερο μπορούσαν να του προσφέρουν.

(Σε μια από τις επιθέσεις του αστικού στρατού για να προλάβει το τάγμα του να στήσει οχυρωματικά έργα, έπρεπε να στηθεί πολυβόλο χαμηλότερα για να καθυστερήσει την επίθεση, με κόστος την ζωή του πολυβολητή.
Ο Κωνσταντινίδης ζήτησε από τον καπετάνιο να πάει ο ίδιος, «που θα πας βρε σύντροφε, εσύ καλά-καλά δεν μπορείς να πάρεις τα πόδια σου, άσε που δεν βλέπεις, πως θα κουβαλήσεις το πολυβόλο;» του απαντήθηκε. «Όμως έχω ένα προτέρημα», απάντησε επιχειρηματολογώντας, «ακόμα και να φοβηθώ δεν θα μπορώ να φύγω, όσο για το πολυβόλο και τις σφαίρες αρκεί κάποιος να με βοηθήσει».

Ενας νεαρός ανταρτοεπονίτης προσφέρθηκε εθελοντής. Ο καπετάνιος πείστηκε, δεν είχε και πολλές επιλογές.

Οντως με την βοήθεια του ανήλικου συντρόφου του κατέβηκαν σε χαμηλότερη θέση, κοντά στις ρίζες του υψώματος, και έστησαν το πολυβόλο. «Επειδή εγώ δεν βλέπω να μου λες πόσο πλησιάζουν και από πού» ζήτησε από τον μικρό γεμιστή του πολυβόλου.
Οι στρατιώτες φάνηκαν στον ορίζοντα, "μπάρμπα Κώστα έρχονται", «πόσο μακριά είναι», "περίπου 1,5 χιλιόμετρο", «όταν φτάσουν στα 500 μέτρα να μου το πεις».

Όταν έφτασαν στα 500 μέτρα το πολυβόλο του μπάρμπα Κώστα πήρε φωτιά, τρομαγμένοι οι στρατιώτες, που δεν περίμεναν κάτι τέτοιο, άρχισαν να υποχωρούν. Σε λίγο, όμως, ξανάρχισαν την επίθεση ανταποδίδοντας τα πυρά, πάλι το πολυβόλο του μπάρμπα Κώστα ξέρασε φωτιά και θανατικό. Ξανά αναδίπλωση των επιτιθεμένων και ξανά επίθεση. Αυτό συνεχίστηκε για ώρα χωρίς να μπορέσουν να εξουδετερώσουν το ταμπούρι του μπάρμπα Κώστα. Κάποια στιγμή τα πυρά σίγησαν, "μπάρμπα Κώστα φεύγουν υποχωρούν, έφυγαν", «περίμενε να δούμε τι θα γίνει» απάντησε ο Κωνσταντινίδης. Περίμεναν για πάνω από δυο ώρες, τα αστικά στρατεύματα ακύρωσαν την επίθεση, δεν ξαναφάνηκαν.

Εν τω μεταξύ, οι συναγωνιστές της μονάδας του μπάρμπα Κώστα, αφού πρόλαβαν να στήσουν τις πρόχειρες οχυρώσεις, ήταν έτοιμοι να αποκρούσουν την επίθεση. Μην ακούγοντας πυροβολισμούς είχαν ξεγράψει τους δυο μαχητές θεωρώντας ότι έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι.
Μα να προβάλει αγκομαχώντας, απ’ το τρέξιμο στην ανηφόρα, ο μικρός αγωνιστής φωνάζοντας «έφυγαν, έφυγαν, βοηθήστε να ανεβάσουμε το πολυβόλο και τον μπάρμπα Κώστα».

Κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει αυτήν την εξέλιξη, ανακουφισμένοι ανέβασαν στο ύψωμα το πολυβόλο και τον ήρωα μπάρμπα Κώστα). (Σ.Σ. Από προσωπική αφήγηση.)


Το 1949 περνάει με το τάγμα του στην Αλβανία και στη συνέχεια στο Μπακού, στην Τιφλίδα και τέλος εγκαθίσταται στην Τασκένδη, όπου έζησε στην Τρίτη Πολιτεία δουλεύοντας στο εργοστάσιο της αεροπορίας.

Το 1951 παρακολουθεί τη σχολή Ευελπίδων όπου διετέλεσε κομματικός γραμματέας της διμοιρίας για 38 μήνες. Το 1958 επαναπατρίστηκε μαζί με την οικογένειά του στην Πτολεμαΐδα, όπου κυνηγήθηκε πολύ και λόγω πολιτικών φρονημάτων δυσκολεύεται να βρει δουλειά. Τον καλούσαν κάθε μέρα στην ασφάλεια προσπαθώντας να του σπάσουν το ηθικό και να τον κάνουν χαφιέ. Αναγκάστηκε να μεταβεί στην Αθήνα, μετά στο Λαύριο και έπειτα πάλι στην Αθήνα. Το 1974 οργανώνεται στο σωματείο εργαζομένων του εργοστασίου της ΗΒΗ στο Μαρούσι, στο οποίο ήταν οργανωτικό μέλος. Το 1986 συνταξιοδοτείται, ενώ ήδη είχε συνδεθεί με την Κομματική Οργάνωση Μαρουσιού, στην οποία και ήταν μέλος μέχρι το τέλος της ζωής του.

Τη δύσκολη περίοδο της εσωκομματικής διαπάλης, έδωσε τη μάχη για την υπεράσπιση του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόμματος ενάντια στην οπορτουνιστική ομάδα που στόχευε στη διάλυση και διάχυσή του στο ΣΥΝ.

Yπήρξε παράδειγμα κομμουνιστή, αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης και μαχητή του ΔΣΕ. Ανήκει στη γενιά εκείνη που σαν μέλη και στελέχη του ηρωικού ΚΚΕ, σαν μαχητές και μαχήτριες του ηρωικού Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στην πρώτη ένοπλη σύγκρουση της τάξης μας με την αστική τάξη της Ελλάδας ανέδειξαν τα χαρακτηριστικά του κομμουνιστή - μαχητή, παράδειγμα στις νεότερες γενιές. Έφυγε το Σάββατο 23 Γενάρη 2021 από τη ζωή έχοντας τη συνείδησή του ήσυχη ότι έπραξε στο ακέραιο το καθήκον του απέναντι στο Κόμμα, στους Συντρόφους του, το λαϊκό κίνημα.



Προωθείστε την σελίδα

© Copyright 2021 Εθνική Αντίσταση - ΔΣΕ - All Rights Reserved

Design a website - Try it