Στοιχεία από τη δράση του κομμουνιστή ποιητή, όπως καταγράφεται μέσα από τους τέσσερις φακέλους που διατηρούσε γι' αυτόν η κρατική Ασφάλεια
Ούτε έναν, ούτε δύο, αλλά τρεις και τέσσερις φακέλους διατηρούσε η κρατική Ασφάλεια για λογοτέχνες και διανοούμενους που είχαν συνδέσει τη δημιουργία τους με το εργατικό - λαϊκό κίνημα και ειδικότερα με το ΚΚΕ.
Στο φάκελο με αριθμό 35796 που συνοψίζει το περιεχόμενο τριών ακόμα φακέλων (τους φ.2558, φ.18370 και φ.30047), διαβάζουμε για τον Κώστα Βάρναλη πως «τυγχάνει κομμουνιστής από της προπολεμικής περιόδου. Την 4-8-34 ανεχώρησε μετά του Γληνού Δημητρίου ατμοπλοϊκώς ίνα λάβη μέρος εις το εν Μόσχα Συνέδριον των διανοουμένων».
Ο φάκελος στην πορεία εμπλουτίζεται με στοιχεία για την ίδια τη συμμετοχή του στο κομμουνιστικό κίνημα, οπότε και αναφέρεται: «Εν έτει 1940 παρεσχέθη η πληροφορία ότι συντάκτης της εφημερίδος "Πρωΐα" τυγχάνων είχε σχηματίσει κομμουνιστικόν πυρήνα μετά των Ν. Μαραβέλη και Χ. Μήτσιου και ότι επροπαγάνδιζεν υπέρ του κομμουνισμού».
Οι πληροφορίες συγκεντρώνονται και κατά τη διάρκεια της τριπλής Κατοχής, οπότε και διαπιστώνεται ότι «υπήρξε συντάκτης της εφημερίδος "Η φωνή του λαού" όργανον του ΕΑΜ Δυτικής Στερεάς Ελλάδος».
Στη διάρκεια του ηρωικού Δεκέμβρη '44, που και οι χωροφύλακες είχαν άλλη φωτιά στα μπατζάκια τους, χάνουν τα ίχνη του, οπότε στο σχετικό φάκελο αναγράφεται εκ των υστέρων: «Κατά το Δεκεμβριανόν Κίνημα 1944 δεν διεπιστώθη ανάμιξίς του εις αντεθνικάς οργανώσεις». Ομως, «μετά την Συμφωνίαν της Βαρκίζης ειργάσθη ως συντάκτης εις τα εφημερίδας "Ριζοσπάστης", "Ελεύθερη Ελλάδα" και "Ρίζος της Δευτέρας"».
Για το αμέσως επόμενο διάστημα, ανάμεσα στις σχετικές καταγραφές στο φάκελό του διαβάζουμε πως: «Συνυπέγραψε διαμαρτυρίαν Ελλήνων διανοουμένων διά την δήθεν ασκούμενην τρομοκρατίαν». Οπως και «διαμαρτυρίαν κατά των εκτάκτων μέτρων τάξεως», ενώ δεν περνά απαρατήρητο και το γεγονός ότι «ήτο μέλος της οργανωτικής επιτροπής για το πολιτικόν μνημόσυνον του κομμουνιστού δημοσιογράφου Κ. Βιδάλη όπερ ετελέσθη την 11-9-46».
Εξόριστοι στον 'Αι-Στράτη. Αναμεσά τους και ο Γιάννης Ρίτσος
«Μετά την συντριβήν των Κ/Σ - γράφει ο αρμόδιος που τηρεί το φάκελο - διετέλεσε συντάκτης των εφημερίδων "Ελεύθερα Γράμματα" "Φρουροί της ειρήνης" και "Δημοκρατικός"», ενώ στις καταγραφές των επόμενων χρόνων ξεχωρίζουμε αυτήν σύμφωνα με την οποία «υπέγραψε μετ' άλλων διαμαρτυρίας διά την φυλάκισιν του Εμ. Γλέζου, κατάργησιν των στρατοπέδων Μακρονήσου, μη εκτέλεσιν του κατασκόπου Μπελογιάννη κ.λπ.».
Στα 1955, πλέον, καταγράφεται ότι «υπέγραψεν έκκλησιν υπέρ της ειρήνης και της καταργήσεως των ατομικών όπλων».
Στα επόμενα χρόνια, οι καταγραφείς ακολουθούν κατά βήμα τη δραστηριότητά του που σχετίζεται με τις σοσιαλιστικές χώρες και διαβάζουμε ενδεικτικά ότι «εν έτη 1958 του απενεμήθει το βραβείο Λένιν», ενώ για τα προηγούμενα χρόνια ότι «αλληλογραφούσε με τον ραδιοσταθμό της Σόφιας» και ότι ήταν μέλος του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου. Το 1959 ότι «εξελέγη μέλος της διοικούσας επιτροπής της ΕΔΑ» και το 1960 «μέλος του ΔΣ του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου».
«Την 1-5-60 εδημοσιεύθη εις την εφημερίδα Λιτερατούρναγια Γκαζέτα άρθρον του εις ό εξεθείαζε τα επιτευχθέντα υπό του κομμουνιστικού καθεστώτος», ενώ το 1961 βρίσκουμε καταγραφή ότι «ζήτησε την απελευθέρωση του Γλέζου» κι ότι τον ίδιο χρόνο «παρέστη σε δεξίωση του πρέσβη της Κούβας».
Στη Μόσχα μετά την απονομή του βραβείου Λένιν (1959)
Ηρνήθη
«Κληθείς την 23-4-62 εις Ι' Παράρτημα Ασφαλείας Αθηνών ηρνήθη να υποβάλη δήλωσιν αποκηρύξεως του ΚΚΕ» και λίγο αργότερα «δυνάμει της υπ' αριθ. 35796/112213/7-9-62 διαταγής του υπουργείου Εσωτερικών, εκρίθη εθνικώς ασύμφορος η μετάβασίς του εις Βουλγαρίαν μετά της συζύγου του».
Οι αναφορές για τη σχέση του Κ. Βάρναλη με τον Ελληνοσοβιετικό Σύνδεσμο πιάνουν κοντά τις δύο σελίδες στον έναν από τους φακέλους που διατηρούσαν γι αυτόν. Και μάλιστα με καταγραφές έως και για δεκάλεπτα περάσματά του από τα γραφεία του Συνδέσμου: «Περί ώραν 20.35 επεσκέφθη τα γραφεία του Ελληνοσοβιετικού αναχωρήσας εκ τούτων την 20.45».
Στις 15 Ιούνη 1968, ο Βάρναλης, 87 ετών πλέον, ζητάει από την Ασφάλεια την επαναλειτουργία του τηλεφώνου του (του το 'χαν κόψει προφανώς), σημειώνοντας πως επειδή τόσο ο ίδιος όσο και η γυναίκα του είναι «αθεραπεύτως ανάπηροι», πρέπει να επανασυνδεθεί το τηλέφωνο ώστε να μπορούν να καλούν γιατρό. Το αρμόδιο όργανο αποφαίνεται: «Εγένετο πρότασις επανεξετάσεως την 15-7-68» και βεβαίως το τηλέφωνο δεν συνδέθηκε...
Η δημοσιογραφική του ταυτότητα
Ο μπάρμπα Κώστας Βάρναλης απαντάει σε πατριδοκάπηλους με ένα χρονογράφημα του το οποίο είχε δημοσιευτεί στο “Ρίζο της Δευτέρας” στις 27/10/1947 για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, πιο επίκαιρο από ποτέ.
"Η βουβή επέτειος
Γιορτή και λαός
H 28 του Οχτώβρη είναι μια μεγάλη μέρα για τον ελληνικό λαό – και μέρα ντροπής για τους προδότες του. Κι όμως ετούτοι γιορτάζουνε το "αλβανικό έπος". Και πάλι χωρίς το λαό. Και πάλι με φράχτη γύρω τους τα όπλα -για να τους φυλάνε όταν πηγαίνουν στην τελετή – να φυλάνε από το λαό τους εχθρούς του λαού.
Το τι νόημα δίνουνε στον όρο "αλβανικό έπος" οι φυγάδες του "έπους" φαίνεται από το νόημα που δίνουνε σε κάτι ανάλογες και παράλληλες ορολογικές απάτες όπως π.χ "απελευθέρωση", "ανεξαρτησία","δημοκρατία", "αμερικάνικη βοήθεια", "πνευματική ελευθερία" κλπ. Το ουσιαστικό περιεχόμενο των λέξεων είναι διαμετρικά αντίθετο με την ετυμολογική τους σημασία.
Αλλά το νόημα, που έδινε η 4η Αυγούστου στο "αλβανικό έπος", μας το εξήγησε τότες με τρόπον επίσημον ο τότε διευθυντής της Ασφαλείας κ. Παξινός. Ενώ δηλαδή ο ελληνικός λαός γυμνός και άοπλος, εγκαταλειμμένος από τους "αρχηγούς" του χτύπαε στο μέτωπο και μπροστά και πίσω του τους εχθρούς της ελευθερίας του, τους φασίστες, οι αρχηγοί του ελληνικού φασισμού ετοιμάζανε στην πρωτεύουσα την παράδοση του λαού – γιατί η συνθηκολόγηση του μετώπου δεν ήταν παράδοση του στρατού μονάχα (των 200 χιλιάδων ανδρών), αλλά ολάκερου του ελληνικού λαού (των 7 εκατομμυρίων).
Ο μοναρχοφασισμός που είπε το μαύρο του "όχι", μονάχα για τον τύπο, κοίταε από την πρώτη στιγμή πώς θα έσωζε όχι την "πατρίδα", παρά το καθεστώς του. Πώς θα περνούσε τον ελληνικό λαό από τα δικά του χέρια στα ξένα χέρια, χωρίς ο μεσίτης να χάσει ούτε την ηγεσία του λαού, ούτε τα κέρδη του απ΄αυτόν.
Η συνθηκολόγηση του μετώπου δεν ήτανε πράξη ανωτέρας βίας παρά θεληματική συμμαχία με τον εχθρό εναντίον του λαού. Και κανένας από τους μεταδεκεμβιανούς κυβερνήτες δεν αμφιβάλλει πως στην σημερινή επέτειο δεν γιορτάζεται το "αλβανικό έπος", παρά η "συνθηκολόγηση" και η συνεργασία με τον εχθρό. Αν τότε ο ελληνικός λαός νικούσε ως το τέλος τους εχθρούς κι έσωζε την ελευθερία του, οι σημερινοί συνεχιστές της 4ης Αυγούστου, τη σημερινή επέτειο θα την είχανε ημέρα "εθνικού πένθους".
Λοιπόν. Τότες κ’ εμείς οι αριστεροί δημοσιογράφοι και διανοούμενοι πήραμε στα σοβαρά (όπως κι ο λαός) τον πόλεμο κατά των "βαρβάρων επιδρομέων". Και γράφαμε πύρινα άρθρα εναντίον τους - εναντίον του "φασισμού". Μα το είπαμε: ο δικός μας ο φασισμός, τέκνο και ομοίωμα του ιταλικού και του γερμανικού, δεν του καλάρεσε να βρίζουμε το "σύστημα". Κι ένα βράδυ (χειμώνας ήτανε) μας μαζέψανε στη Γενική Ασφάλεια τους ξεροκέφαλους αριστερούς που χαλούσαμε τη "δουλειά". Ήτανε (όσο θυμάμαι) ο Καρβούνης, ο Κορδάτος, ο Κορνάρος, ο Πανσέληνος, ο Μέξης, ο Σπ. Θεοδωρόπουλος. Και ξαφνικά για λίγες ώρες μονάχα μας φέρανε ωραίον, κομψόν και γόητα, με ύφος "υπεράνω όλων" μας, τον κ. Καραγάτση. Μα ως το βράδυ τον αφήσανε.
Το άλλο βράδυ μας ξαναπήγανε στη Διεύθυνση της Γεν. Ασφαλείας, όπου μας παρουσιάσανε στον κ. Παξινό. Εκεί πήραμε το "πρώτο βάπτισμά" μας στο νόημα του "αλβανικού έπους". Ο κ. Διευθυντής, κοφτά και μελετημένα μας είπε να μην κάνουμε τον έξυπνο στα άρθρα μας βρίζοντας το φασισμό (έτσι βρίζαμε έμμεσα και την 4η Αυγούστου. Και σ’ αυτή την άποψη δεν είχε άδικο ο κ. Διευθυντής) και πως δεν φταίει καθόλου ο φασισμός για τον πόλεμο.
Με άλλα λόγια, εννοούσε πως έφταιγε ο ιταλικός λαός που μας μισούσε ή που είχε καταχτητικές βλέψεις, λες κ’ οι λαοί αισθάνονται ή ενεργούνε μοναχοί τους κ’ είναι υπεύθυνοι αυτοί για ό,τι αγαπούνε ή μισούνε και για ό,τι κάνουνε -όπως τα ομαδικά εγκλήματα εναντίον των αμάχων.
Κι αφού μας ενουθέτησε και μας έκανε προσεχτικούς για το μέλλον μάς άφησε "λέυτερους", δηλ. μας "εδέσμευσε" τη σκέψη και τη γλώσσα. Έπρεπε δηλ. κ’ εμείς να βοηθήσουμε τον ξένο φασισμό να κατεβεί και να θρονιαστεί άνετα στην Ελλάδα δίπλα στο ντόπιο.
Κάτι ανάλογο μου είπε μια μέρα κι ο διευθυντής της εφημερίδας, που εργαζόμουνα τότες. Έγραφα μια ιστορία (επί διόμισυ μήνες) της διαφθοράς και απανθρωπίας των πολιτικών ηθών της Ρώμης από το Σύλλα και πέρα. Η περίσταση και η πεποίθησή μου με κάνανε να χρωματίζω κάπως ζωηρότερα τα πρόσωπα και τα πράγματα και να τα χαρακτηρίζω με τον ίδιο τρόπο – κυρίως την αρπαχτικότητα και τη φιλοχρηματία των ισχυρών της "αιώνιας πόλεως": Σύλλα, Κράσσου, Οκταβίου, Κικέρωνα, Σενέκα κλπ.
Ο διευθυντής μου λοιπόν με κάλεσε και μου λέγει:
– Είπαμε να βρίζεις τους Ρωμαίους, αλλ’ όχι και τους πλουτοκράτες! Δυστυχώς οι περισσότεροι αναγνώστες μας (της Κηφισιάς) είναι πλουτοκράτες.
- Μα εγώ βρίζω, του απάντησα γελώντας, τους τότε Ρωμαίους πλουτοκράτορες, όχι τους τώρα Έλληνες πλουτοκράτες. Εκείνοι ήταν τέρατα. Οι δικοί μας είναι εντάξει : πατριώτες και καλοί χριστιανοί…
Μ’ άλλα λόγια οι δυο διευθυντές της Ασφαλείας και της αστικής εφημερίδας, θέλανε ο πρώτος να μη βρίζουμε τους εξωτερικούς εχθρούς κι ο δεύτερος τους εσωτερικούς. Ας χάνεται η πατρίδα, αλλ’ όχι το σύστημα. Θέλετε τώρα άλλην εξήγηση του τι σημαίνει γι’ αυτούς ο όρος "αλβανικόν έπος";
Όταν λοιπόν οι εχθροί του λαού ξηγιούνται με τόση ειλικρίνεια, τότε γιατί ο λαός να μην έχει το δικαίωμα να τους τα λέει κι αυτός από την καλή; Θα πείτε δεν τον αφήνουν. Θα τον αφήσουν! Κι αν τώρα ο λαός τιμά ανεπίσημα αυτήν την επέτειο, θα έρθει η μέρα σύντομα, που θα την γιορτάζει επίσημα κι όπως της αξίζει".
(Θυμίζουμε ότι οι αρχές απαγόρευσαν την έκδοση Ριζοσπάστη στις 18 Οκτώβρη του 1947, το δευτεριάτικο όμως φύλλο συνέχισε την έκδοσή του ως “εβδομαδιαία δημοκρατική εφημερίδα του λαού- Πολιτική, Οικονομική, Φιλολογική και Σατιρική”, με διευθυντή και υπεύθυνο έκδοσης τον Μανώλη Γλέζο, μέχρι τις 22 Δεκέμβρη του 1947).
Πάσχα στη Νέα Ερυθραία το 1960
ή να το εκτυπώσετε (Εκτύπωση)
Αν σας άρεσε το άρθρο, μπορείτε να το διαδώσετε