ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ





Το ολοκαύτωμα στο Μεσόβουνο

Μνημείο πεσόντων
Ένα κείμενο του Ηλία Ακριτίδη που δημοσιεύτηκε στον «Εορδαϊκό Παλμό» και αφορούσε απάντηση σε αναγνώστη:

«Θα ξεκινήσω απαντώντας στον αγαπητό φίλο με ένα αξίωμα αναγνωρισμένο πανταχόθεν, ότι την επίσημη ιστορία την γράφουν οι νικητές και ως συνήθως την γράφουν πάντα όπως τους συμφέρει, μα πολλές φορές την αποσιωπούν, αυτό προσπάθησαν να κάνουν και με την μεγαλειώδη αντίσταση του Ελληνικού λαού και του μαρτυρικού χωριού Μεσσοβουνου.

Το μετεμφυλιακό κράτος που φτιάχτηκε από της συμμορίες των δωσίλογων συνεργατών των Ναζί ( Πούλιου, Μηχάλ Αγά, Τσαούς Αντών των Μαγγανάδων των Πανωλιασκέων και των Σούρληδων ) και αργότερα τους εγκάθετους των Αγγλοαμερικάνων κι΄από κοντά οι πατριδοκάπηλοι γενοκτονολόγοι κάθε απόχρωσης, αυτό ήθελε να κάνει, και μέσα σ΄αυτό εντάσσεται και η απαγόρευση της δημιουργίας μνημείων που να θυμίζουν της φασιστικές θηριωδίες, οι Μεσοβουνιώτες απαγορεύονταν να κλάψουν φανερά τους νεκρούς τους, πού για μνημόσυνα και άλλες τελετές, μεγάλη απόδειξη ότι μνημείο στον τόπο της θυσίας έγινε μετά το 1974.

Όσο για το εξουσιαστικό κέντρο όπως ανερυθρίαστα γράφει και κάνει πως δεν γνωρίζει είναι γνωστό ότι ήταν ο Τσολάκογλου και η κυβέρνηση του υποχείρια των Ναζί αλώστε αυτοί την διόρισαν, που πολλές φορές υπερθεμάτιζε σε αγριάδα και βαρβαρότητα τους Ναζί. Όσο για της ανιστόρητες και αγεωγράφητες ανοησίες ότι το Μεσσόβουνο ήταν μακριά από τα «εθνικά και διοικητικά κέντρα, δεν είναι περίεργο ότι χωριά όπως η Κλεισούρα εδώ κοντά μας η Κάνδανος στην Κρήτη που ήταν κι΄ αυτά μακριά από εθνικά και διοικητικά κέντρα έπαθαν τα ίδια και χειρότερα από το μαρτυρικό Μεσσόβουνο, δεν είναι γνωστό ότι με την άμεση συνεργία και προτροπή του κατοχικού νομάρχη Κοζάνης Γεωργαντά συντελέστηκε το τερατούργημα του ολοκαυτώματος του χωριού.

Μεγάλο κεφάλαιο είναι ο ξεριζωμός των Πόντιων η ανταλλαγή των χριστιανικών πληθυσμών με τους μουσουλμανικούς από την Μικρά Ασία και τον Πόντο στην Μακεδονία και τανάπαλιν, με τις εκατέρωθεν ευθύνες και των δυο χωρών Τουρκίας και Ελλάδας, και των πατρώνων τους οι οποίοι έπαιξαν τον κυρίαρχο και καθοριστικό ρόλο στην Μικρασιατική καταστροφή.

Θέλω να θυμίσω ότι οι κάτοικοι του Μεσσόβουνου συγκρούστηκαν με την Αστυνομία στις αρχές της δεκαετίας του 30 για το θέμα δημόσιου δρόμου, οι τότε αρχές ήθελαν να περνά έξω από το χωριό ενώ οι κάτοικοι μέσα από το χωριό όπως ήταν χαραγμένος πάνω στον παλιό, αυτό έγινε αιτία να συλληφθούν και να οδηγηθούν στην εξορία στο νησί Ανάφη που σημειωτέων ήταν τότε τόπος εξορίας, πέντε Μεσσοβουνιώτες με το περίφημο ιδιώνυμο του (εθνάρχη Βενιζέλου ), αυτοί οι πέντε εξόριστοι Μεσσοβουνιώτες με το που έπεσε το μέτωπο δραπέτευσαν από την εξορία (ο Μεταξάς βλέπεται ήθελε να τους παραδώσει σιδηροδέσμιους στους ναζί ) και έγιναν η μαγιά για να οργανωθεί η αντίσταση.

Στην εξορία έμαθαν να γράφουν και να διαβάζουν από τους συγκρατούμενους τους, έμαθαν να διεκδικούν συλλογικά και να επιλύουν τα προβλήματα τους, ενστερνίστηκαν τα ιδανικά της ελευθέριας δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης έμαθαν να οργανώνουν την πάλη τους με βάση τα συμφέροντα τους, (έγιναν δηλαδή κομμουνιστές) κι΄έτσι όταν επέστρεψαν στο χωριό έγιναν οι πρώτοι πυρήνες αντιστασιακών οργανώσεων ενόπλων και μη, αυτό ήταν η αιτία και όχι τα ανιστόρητα φληναφήματα του κ. Μωϋσιάδη περί δήθεν μεγαλείου των Ελλήνων και της Ποντιακής ψυχής.

Για την ιστορία του χωριού Μεσσόβουνου γράφτηκαν πολλά από διάφορους, ένας εκ των οποίων είναι και επί κεφαλής των γενοκτονολόγων ο κ. Φωτιάδης ο οποίος ανέσυρε σε ομιλία του στον τόπο της θυσίας όλες τις δικαιολογίες των ναζί που είναι καταγεγραμμένες στα γερμανικά αρχεία της Βέρμαχτ στην Νυρεμβέργη.

Το κατοχικό κράτος για να εδραιωθεί καθαίρεσε τους νομάρχες δήμαρχους και προέδρους σ΄όλη την επικράτεια και τοποθέτησε τοποτηρητές (όπως έκανε η χούντα των συνταγματαρχών ακριβώς 27 χρόνια αργότερα) έτσι και στο Μεσσόβουνο διόρισαν τοποτηρητή, όπως ήταν φυσικό αυτό οι Μεσσοβουνιώτες δεν το δέχτηκαν στη προσπάθεια τους να τον επιβάλουν συγκρούστηκαν μαζί τους με την ένοπλη αντάρτικη ομάδα (ΛΕΥΤΕΡΙΑ) η οποία πήρε την απόφαση για την εκτέλεση του τοποτηρητή διορισμένου προέδρου, όπως είναι γνωστό τους προδότες σε περιόδους πολεμικών συγκρούσεων τους εκτελούν επί τόπου οι εχθροί και οι φίλοι τους όταν τελειώσουν την δουλειά τους γιατί φοβούνται ότι μετά θα κάνουν και σ΄αυτούς το ίδιο.

Στο Μεσσόβουνο λοιπόν δεν δοκιμάσθηκαν αδυναμίες ούτε απερισκεψίες, δοκιμάστηκε ο έντιμος και ανιδιοτελής αγώνας για ελευθερία και αντίσταση στον καταχτητή από την μια και από την άλλη η ιδιοτέλεια και η προδοσία, είναι αν μη τι άλλο ύβρις στην μνήμη των θυμάτων να γράφονται τέτοια πράγματα. Όσο για τον χαρακτηρισμό Τουρκόσποροι ο συγγραφέας του πονήματος επιχειρεί να ανασύρει τα ποιο ταπεινά εθνικιστικά ένστικτα των πόντιων και όλων εκείνων που υποθάλπουν τον ρατσισμό και ξενοφοβία για το αν ήταν έμπειροι πολεμιστές είναι κυριολεκτικά ψέμα κατάπτυστο, οι φιλήσυχοι κτηνοτρόφοι και ξυλοκόποι Μεσσοβουνιώτες ζούσαν στην περιοχή του Απές, μια περιοχή χαμένη νότια των ποντιακών ορέων και σε απόσταση 150 χιλιομέτρων από την Σεβάστεια προς τα βόρεια, και σε υψόμετρα άνω 1500 μέτρων ζούσαν σε αρμονία με τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της περιοχής χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα την όποια πολεμική εμπειρία απέκτησαν την απέκτησαν εδώ συμμετέχοντας στο Αλβανικό μέτωπο.

Το μετεμφυλιακό κράτος ήθελε να καταργήσει την εθνική αντίσταση από τη συλλογική λαϊκή μνήμη με απαγορεύσεις. Απέτυχε οικτρά. Η σύγχρονη χούντα των ιμπεριαλιστών επιχειρεί κάτι πιο πονηρό: ΝΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ. Ιστορικοί σε διατεταγμένη υπηρεσία, εδώ και στην Ευρώπη και στη Ρωσία και αλλού, επιχειρούν να ταυτίσουν τους αντιστασιακούς με τους φασίστες. Να ταυτίσουν, δηλαδή, τους θύτες με τα θύματα, τους βασανιστές με τους βασανισμένους, τους ήρωες με τους προδότες, τους αετούς με τα σκουλήκια. Και όπου αυτό δεν περνάει εύκολα, όπως στη χώρα μας, επιχειρούν να πείσουν τις νεότερες γενιές ότι η εργατική και λαϊκή αντιφασιστική αντίσταση, έγινε για προσωπικούς λόγους, ότι για οικογενειακές ή ιδιοκτησιακές διαφορές ο ένας βρέθηκε με το ΕΑΜ και ο άλλος με τους Χίτες και τους συνεργάτες.

Για την περαιτέρω ιστορία του χωριού θα συγκεράσω τις μαρτυρίες των Μεσσοβουνιωτών Τερικανίδη Θεόφιλου και Ακριτίδη Παντελή που πέθαναν και δυο σε βαθύ γήρας.

Όπως προανέφερα μετά την εκτέλεση του διορισμένου προέδρου οι Μεσσοβουνιώτες φοβούμενοι αντίποινα εγκατέλειψαν όλοι το χωριό και πήγαν σε άλλα χωριά κυρίως όπου είχαν συγγενείς φίλους η συχωριανούς από τον Πόντο. Ο Νομάρχης Γεργαντάς σε συνεργασία με τους ναζί και την Ελληνική Αστυνομία προχώρησαν σ΄ένα ασύλληπτο για την εποχή σχέδιο για την επαναφορά των κατοίκων στο χωριό .Μετέφεραν και εγκατέστησαν στο χωριό τον σταθμό χωροφυλακής Πύργων και μέσω των χωροφυλάκων άρχισαν να διαδίδουν ότι δεν θα πειράξουν κανέναν αν επιστρέψει στο χωριό, βλέποντας τότε ότι χαλάρωσαν τα πράγματα και πιεζόμενοι από τις δουλειές στα κτήματα τους φυγάδες, έπρεπε να οργώσουν και να σπείρουν άλως θα πεινούσαν τότε τα νοικοκυριά στηρίζονταν μόνο στα δικά τους πόδια, αν δεν ήταν γεμάτο το αμπάρι με αλεύρι λιμοκτονούσαν. Έτσι σιγά σιγά άρχισαν να επιστρέφουν στο χωριό.

Όταν αντιλαμβάνονται οι χωροφύλακες ότι οι περισσότεροι έχουν γυρίσει στο χωριό, ειδοποιούν τον Νομάρχη Γεωργαντά, ο οποίος ως γνήσιος Έλλην πατριώτης επιτελή το καθήκον στο ακέραιο, ειδοποιεί τους ναζί. Το τι επήλθε είναι γνωστό τις πάση, στις 23-10-1941 οι ναζί σαν αγρία θηρία που διψούν για αίμα κυκλώνουν το χωριό μαζεύουν τους κάτοικους στην πλατεία και ξεχωρίζουν τους άνδρες από 16 έως 60 χρόνων από την μια μεριά και από την άλλη τα γυναικόπαιδα, στα σπίτια έβαζαν φωτιά και τα έκαιγαν.

–Εκεί στην πλατεία του χωριού εκτυλίχτηκαν σκηνές ασύλληπτου ηρωισμού που δίνουν νόημα και άξια στο γένος των ανθρώπων, ο ανάπηρος Ασφαλτίδης Ιορδάνης διαχωρίζεται από τους ναζί από το γκρούπ των μελλοθάνατων να μην εκτελεστή, και τότε τους λεει, «Αούτην ούλ τα συνέλκαμ ας τα χάνταν ας χάμε κι΄εγώ ζατίμ ντο αξίαν θα έχς για τεμέν η ζήση», (Αυτοί όλοι οι συνομήλικοι μου αν χαθούν ας χαθώ και εγώ τι άξια θα έχει για μένα η ζωή ).

–Μια μάνα της οποίας το όνομα συγχωρέστε με δεν συγκράτησα και η οποία είδε τα 3 παιδία της να καίγονται μέσα στο πυρπολημένο από τους ναζί σπίτι της τους εκλιπαρεί ουρλιάζοντας να την σκοτώσουν βλέποντας ότι δεν την καταλαβαίνουν τα θηρία πηγαίνει και με νοήματα αναγκάζει τον Γερμανό στρατιώτη να την σκοτώσει.

–Μια ακόμη σκηνή οι οποία έμεινε ανεξίτηλη στην μνήμη μου από την εξιστόρηση των χωριανών που προανέφερα είναι την ώρα που ακούστηκε το κροτάλισμα των πολυβόλων, τα γυναικόπαιδα τα βαλαν στον δρόμο για να τα κατεβάσουν στην Πτολεμαϊδα περίπου διακόσια μέτρα από τον τόπο του μαρτυρίου, με το άκουσμα των πολυβόλων οι γυναίκες με τα μωρά στις αγκαλιές ορμούν πάνω στα τέρατα γίνετε μάχη σώμα με σώμα με τους Γερμανούς στρατιώτες οι οποίοι χρησιμοποιώντας τους υποκόπανους των οπλών χτυπούσαν παντού σπασμένα κεφάλια ώμοι πλευρά όπου έβρισκαν κτυπούσαν τα κτήνη.

Οι ναζί στο τόπο του μαρτυρίου ολοκληρώνουν το έργο τους μετά την μαζική εκτέλεση ο επί κεφαλής αξιωματικός γυρίζει πάνω από τον καθένα και του δίνει την χαριστική βολή ,κάπως έτσι τελειώνει η ιστορία για την μέρα της μεγάλης σφαγής στο χωριό Μεσσόβουνο της Επαρχίας Εορδαίας του νομού Κοζάνης.

Θρήνος βαρύς πόνος αβάσταχτος βουβός οι κάτοικοι που ακόμα ζουν και έζησαν αυτήν την μέρα σιωπούν η σιωπή γίνεται μοιρολόι και τα δάκρυα αναβλύζουν σαν ανοιξιάτικες πηγές από τα μάτια τους.

Έτσι λοιπόν, αγαπητοί αναγνώστες/ριες το Μεσσόβουνο θα μείνει στην ιστορία τόπος μαρτυρίου και σύμβολο αγώνα για όλους τους λαούς του κόσμου που αγωνίζονται και θυσιάζονται για τo ιδανικό της ελευθέριας και τότε και σήμερα όσο κι άν οι εξωνημένοι παραχαράκτες προσπαθήσουν να το αλλάξουν.

μνημείο ο Γιώργος Θεοδοσιάδης, συνταξιούχος εκπαιδευτικός, μας είπε «περιφρόνησαν το θάνατο, στάθηκαν στα πόδια τους γιατί πίστεψαν στις βαθιές και αναπαλλοτρίωτες αξίες όπως η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη, η κοινωνική δικαιοσύνη και πάνω από όλα στην απόφασή τους να ορίζουν οι ίδιοι τη μοίρα τους”.

Θυμίζουμε ότι το Μεσόβουνο ήταν μεταξύ των πρώτων χωριών της Ελλάδας που με απόφαση του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ, οι κάτοικοί του πήραν τα όπλα κατά των κατακτητών.

Σύμφωνα με τον ομιλητή, «σε επίσημα έγγραφα του κατοχικού Νομάρχη Γεωργαντά, το 90% των κατοίκων του Μεσόβουνου είναι επικίνδυνοι κομμουνιστές. Και το Μάρτη του 1941 ο τότε Νομάρχης Κοζάνης ζητά τη διάλυση του Κοινοτικού Συμβουλίου Μεσόβουνου λόγω των κομμουνιστικών φρονημάτων των μελών του. Και τον Ιούλη του 1941 αντικαταστάθηκε το Κοινοτικό Συμβούλιο από την Εθνικόφρονα Επιτροπή. Οι κάτοικοι του Μεσόβουνου πήραν από τις αποθήκες της τοπικής στρατιωτικής μονάδας όπλα και πυρομαχικά. Ακολούθησε η δημιουργία πυρήνα της αντιστασιακής οργάνωσης «Ελευθερία», και η συγκρότηση ένοπλης πολιτοφυλακής που ανέλαβε την περιφρούρηση του χωριού. Ενώ οι κάτοικοι αρνήθηκαν να παραδώσουν τη σοδειά τους στις δοσίλογες αρχές και ένοπλες ομάδες ανταρτών άρχισαν να ανεβαίνουν στο Βέρμιο.

Ο Νομάρχης Κοζάνης απευθύνει διαρκώς εκκλήσεις στη Βέρμαχτ να επέμβει και να καθαρίσει το Μεσόβουνο από τους κομμουνιστές. Έτσι τα ξημερώματα της 23ης Οκτώβρη του 1941 το Μεσόβουνο περικυκλώνεται, συγκεντρώνονται και εκτελούνται οι άνδρες του χωριού, απομακρύνονται τα γυναικόπαιδα και πυρπολείται το χωριό. Η αναφορά του Νομάρχη κάνει λόγο για 135 εκτελεσμένους, της Γερμανικής διοίκησης για 142 ενώ άλλες πηγές ανεβάζουν τους εκτελεσμένους στους 165.

Το 1942 οι κάτοικοι επέστρεψαν στο χωριό τους και έχτισαν και πάλι τα σπίτια τους.

Στις 22 Απρίλη του 1944, οι Γερμανοί και οι δοσίλογοι ξαναχτύπησαν στο χωριό, στο πλαίσιο της επιχείρησης «Μαγιάτικη Καταιγίδα» που είχε διατάξει ο Γερμανός διοικητής. Αυτή τη φορά εκτέλεσαν 108 γυναικόπαιδα.

Έρημον Μεσόβουνον

Μαύρον ημέραν ξημερών’
μαύρον καταραμένον
Μεσόβουνον ερήμωσες
αέτσ΄ έτον γραμμένον

Είκοσι τρία Οκτωβρή
και του σαράντα έναν
έκαψαν και ν´ ερήμαξαν
κι΄ οπίσ΄ τηδέν ‘κ΄ επέμναν

Ραχία επερικύκλωσαν
ανθρώπ΄ ορθά ‘κ´ εγνεύσαν
άχ έρημον Μεσόβουνον
τα όνειρας ενεύσαν

Κλαίν οι μανάδες, τα μωρά
βοούν τα πολυβόλα
εχάσαμε τ΄ ανθρώπ’σ’ εμουν
εχάσαμ’ατα όλα>

Σείουν βοούνε τα ραχ(ι)ά
τα παλληκάρα σβήνε
και τα πουλία από ψηλά
ατά πα δάκρα ξύνε>

Το αίμαν ξύεται ποτάμ´
πόνος και δυστυχία
πρόσφυγες ξαν εγένουμνες
σα ξένα τα χωρία

Στίχοι : Ακριτίδη Χρήστου

Print Friendly and PDF

Μοιραστείτε το



Η σελίδα μας στο FB