Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookie από την Google για την παροχή των υπηρεσιών του και την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Κοινοποιούνται στην Google πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστοτόπου. Κάνοντας κλικ στην επιλογή Αποδοχή, δηλώνετε ότι συμφωνείτε με τη χρήση cookie.
Πολιτική cookie

Ποιοι ήταν οι γερμανοτσολιάδες; (ταγματαλήτες)



Ταγματασφαλήτες στον Κάλαμο


Η αρχή του κακού -Τάγματα Ασφαλείας ή ευζωνικά

Ο Δήμος Σταρένιος στην ταινία “Η Χαραυγή της Νίκης” έχει αποδώσει χαρακτηριστικά το ρόλο του προδότη – συνεργάτη των ναζί με τη γνωστή ατάκα: “Μας αγαπάνε οι Γερμανοί. Σαν φίλοι μας ήρθαν”. Δεν πρόκειται για καρικατούρα. Ο Ξενοφών Γιοσμάς, ένας από τους πιο γνωστούς ταγματασφαλίτες, στη δίκη του για την εμπλοκή στην υπόθεση Λαμπράκη δήλωνε: “Και αν συνεργάστηκα με τους Γερμανούς το έκανα για το καλό της πατρίδος… Τους Γερμανούς τους αγαπούσα και αυτοί με θεωρούσαν τον υπ’ αριθμόν ένα τίμιον Έλληνα.”
Ο Γιοσμάς που έχει μείνει στην ιστορία με το γερμανικό χαϊδευτικό του, “Φον Γιοσμάς” έχοντας “υπηρετήσει” σε διάφορες ομάδες συνεργατών, όπως στον “Εθνικό Ελληνικό Στρατό” και ως ανθυπολοχαγός στο τάγμα του Γεωργίου Πούλου, έφυγε μαζί με τους Γερμανούς στην απελευθέρωση, έμεινε για ένα διάστημα στη Βιέννη και επέστρεψε στην Ελλάδα το ‘47.
Ενώ είχε καταδικαστεί σε θάνατο ως προδότης, πήρε χάρη από τον βασιλιά Παύλο και βγήκε από τη φυλακή μόλις το ’51. Στη δεκαετία του ’60 με τον “Σύνδεσμο Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντιστάσεως Βορείου Ελλάδος” τροφοδοτούσε με τραμπούκους τον παρακρατικό μηχανισμό. Η συμμορία στηνόταν στρατολογώντας κοινωνικά απόβλητα και συναντιόταν στην ταβέρνα με το ταιριαστό όνομα: “Τα έξι γουρουνάκια”. Τα μέλη του Συνδέσμου πήγαιναν με περιβραχιόνια σε συνδικαλιστικές συγκεντρώσεις ενώ το ’63 επιστρατεύτηκαν από τη Χωροφυλακή για να “προστατέψουν” τον ντε Γκολ στη διάρκεια επίσκεψής του.

Ο Κοτζαμάνης, ένας από τους δύο που έκαναν την δολοφονική επίθεση στον βουλευτή της Αριστεράς, Γρηγόρη Λαμπράκη, το Μάη της ίδιας χρονιάς, ήταν μέλος του “Συνδέσμου”. Είναι λοιπόν πολύ δύσκολο το μασκάρεμα που προσπαθούν να κάνουν οι κάθε λογής φασίστες σήμερα όταν θέλουν να ψαρέψουν στα θολά νερά παίζοντας τους “αντιμνημονιακούς”, “πατριώτες” με δόσεις >“αντίστασης στη γερμανική κατοχή”.
Οι Χρυσαυγίτες (και όχι μόνο) δηλώνουν χωρίς ντροπή ότι “Τα τάγματα ασφαλείας ήταν ελληνικά στρατεύματα Εθνικιστών, που πολέμησαν εναντίον των κομμουνιστών. Οι Χίτες επίσης, όντας Εθνικιστές έκαναν αντικομμουνιστικό αγώνα.”
Είναι οι πολιτικοί απόγονοι και υπερασπιστές των γερμανοτσολιάδων, των ταγμάτων ασφαλείας και των υπόλοιπων ανάλογων οργανώσεων που συνεργάστηκαν ανοιχτά με τους ναζί στη διάρκεια της κατοχής και πρωτοστάτησαν στα εγκλήματά τους.
Οι φασιστικές συμμορίες επιβίωσαν στις επόμενες δεκαετίες μετά τον εμφύλιο επειδή άλλαξαν αφεντικό, από τους ναζί πουλήθηκαν στους Άγγλους και στη συνέχεια στις κυβερνήσεις που ήθελαν να τσακίσουν το εργατικό κίνημα και τους κομουνιστές.




Το 1943, οι απόστρατοι Θεόδωρος Πάγκαλος και Στυλιανός Γονατάς βολιδοσκόπησαν τις κατοχικές δυνάμεις μέσω του γερμανοτραφούς επιχειρηματία φίλου τους Ιωάννη Βουλπιώτη (ο οποίος ήταν εκπρόσωπος του ομίλου των εταιρειών AEG-Siemens-Telefunken στη σύναψη μεγάλων συμβάσεων προμήθειας τηλεφωνικών κέντρων και ραδιοφωνικών εγκαταστάσεων με το ελληνικό δημόσιο, την περίοδο της Κατοχής διετέλεσε γενικός διευθυντής της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, ενώ πρώτη του σύζυγος ήταν η κόρη του Γερμανού βιομηχάνου Καρλ Φρίντριχ Ζίμενς).

Ο Βουλπιώτης μετέφερε την ιδέα του Πάγκαλου στον πρώην στρατιωτικό ακόλουθο της Γερμανίας στην Αθήνα Κρίστιαν φον Κλεμ, με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις. Αυτός με τη σειρά του ενημέρωσε το αρχηγείο των Ες Ες στην Αθήνα και όταν τελικά πήραν θετική απόκριση προσέγγισαν τον Ιωάννη Ράλλη, ο οποίος απαίτησε την ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας προκειμένου να αναλάβει ως δοτός πρωθυπουργός μετά την παραίτηση Λογοθετόπουλου.

Μια ελληνική ένοπλη δύναμη που θα είχε ως σκοπό «τη διατήρηση της έννομης τάξης και την καταπολέμηση των κομμουνιστών του ΕΛΑΣ» αντιμετωπίστηκε θετικά από τους Γερμανούς, αφού είχε το πλεονέκτημα της εντοπιότητας, δηλαδή της άριστης γνώσης του εδάφους, αλλά και την αντίληψη και καλύτερη κατανόηση προσώπων και καταστάσεων, ενώ ταυτόχρονα, κατά τον Βάλτερ Σιμάνα (διοικητή των Ες Ες στην Ελλάδα): «Θα μπορούσε να εξοικονομηθεί γερμανικό αίμα». (1)

Ο στρατιωτικός διοικητής στην Ελλάδα Αλεξάντερ Λέερ στις 24/1/1944 διέταξε: «Να αξιοποιηθεί πλήρως η αντικομουνιστική μερίδα του ελληνικού λαού, έτσι ώστε να εκδηλωθεί φανερά και να εξαναγκαστεί σε απροκάλυπτη εχθρότητα κατά της κομμουνιστικής μερίδας». (2)




Εξάλλου οι Γερμανοί χρειάζονταν ένοπλα σώματα για να τους βοηθήσουν στην καταστολή της Αντίστασης. Η δύναμη του κινήματος όμως ήταν τέτοια που δεν εμπιστεύονταν ούτε ότι η Χωροφυλακή είναι “καθαρή από κομμουνιστές”.

Στο εγχείρημα των Ταγμάτων Ασφαλείας υπήρχαν δύο βασικές τάσεις ως προς τη μετέπειτα πολιτική κατάσταση: η βενιζελική τάση, που μακροπρόθεσμα επιθυμούσε τη ματαίωση της επανόδου του βασιλέα (Πάγκαλος, Γονατάς) και η βασιλική τάση, που αντιθέτως επιθυμούσε τη διασφάλιση της επανόδου του βασιλέα. Τελικά, στην πορεία -και λόγω Αγγλων- επικράτησε η δεύτερη τάση στους κόλπους των Ταγμάτων Ασφαλείας. Πάντως, κοινός παρονομαστής και των δύο τάσεων ήταν ο άκρατος αντικομουνισμός και η καταστολή του λαϊκού κινήματος της Εθνικής Αντίστασης.

Η δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας ψηφίστηκε με νόμο στις 7 Απριλίου 1943 και αρχικός πυρήνας τους στάθηκε η φρουρά των ευζώνων του Αγνώστου Στρατιώτη, που μέχρι τότε ήταν άοπλη (ο χαρακτηρισμός “γερμανοτσολιάδες” είναι λοιπόν απολύτως λογικός). Τον Φλεβάρη του 1944, με νόμο, (3) τα Τάγματα Ασφαλείας επεκτάθηκαν στην επαρχία: Πάτρα (20/1/1944), Αγρίνιο (18/2/1944), Κόρινθος (4/1944), Πύργος (19/5/1944), Ναύπακτος (22/G/1944), Χαλκίδα (29/12/1944). (4)

Στα Τάγματα Ασφαλείας κατατάσσονταν άνθρωποι φτωχοί και αμόρφωτοι, αντικομουνιστές αξιωματικοί, μέλη του υποκόσμου, εγκληματίες και καταζητούμενοι, αλλά και άτομα που είχαν χάσει συγγενείς τους λόγω της δράσης των ανταρτών. (5)
Αλλοι για καθαρά βιοποριστικούς λόγους, άλλοι για την αμνήστευση εγκλημάτων τους και άλλοι καθαρά για λόγους εκδίκησης. Δύο μέρες μετά την έγκριση του Χίτλερ, την 1η Νοεμβρίου 1943, ιδρύθηκε στη Λακωνία το Τάγμα «Λεωνίδας», το οποίο οπλίστηκε από τους Γερμανούς (6) και είχε επικεφαλής τον Λεωνίδα Βρεττάκο, αδελφό του Τηλέμαχου Βρεττάκου που είχε συστήσει προηγουμένως συμμορία στην Πελοπόννησο και σκοτώθηκε από τον ΕΛΑΣ. Αυτή η ταχύτατη συγκρότηση τάγματος αποτελεί σοβαρή ένδειξη για τις ομάδες που προϋπήρξαν των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Ο Διονύσιος Παπαδόγγονας, που ανέλαβε διοικητής των Ταγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου, είχε προηγουμένως δημιουργήσει τον ΕΣ («Ελληνικός Στρατός»), προσπαθώντας να οπλιστεί από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς ήδη από το 1943.


Ο Παναγιώτης Στούπας, διοικητής Τάγματος Ασφαλείας στον Μελιγαλά, ο οποίος αυτοκτόνησε κατά την πολιορκία της Πύλου από τον ΕΛΑΣ.



Το ΕΑΜ δημοσίευσε έγγραφη συμφωνία του Παπαδόγγονα με τον Ιταλό συνταγματάρχη διοικητή του 64ου Συντάγματος Πεζικού, Ντάριο Ντομένικο, με ημερομηνία: Καλάμαι 20 Ιουλίου 1943. Το σύμφωνο προέβλεπε την παροχή βοήθειας στον Παπαδόγγονα, ο οποίος θα φρόντιζε να εξαρθρώσει τις αντιστασιακές οργανώσεις Πελοποννήσου, «συνεργαζόμενος μετά πλήρους συναδελφώσεως μετά των στρατευμάτων κατοχής» και δημιουργώντας ένοπλα σώματα υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη Αθ. Γιαννακόπουλου. Το έγγραφο τυπώθηκε εις διπλούν και έφερε τις υπογραφές Παπαδόγγονα και Ντομένικο. (7)
Το έγγραφο υπεξαίρεσε από το ιταλικό γραφείο αντι-κατασκοπείας Μεσσηνίας ο δικηγόρος Γάιος Μαράκας, ο οποίος ήταν γιος του διευθυντή της εφημερίδας «Σημαία» της Καλαμάτας.(8)

Ανώτατος διοικητής των Ταγμάτων Ασφαλείας ετέθη ο διοικητής των Ες Ες και της αστυνομίας στην Ελλάδα αντιστράτηγος Βάλτερ Σιμάνα. Διοικητές των Ταγμάτων Ασφαλείας χρημάτισαν ο Βασίλειος Ντερτιλής και ο αντισυνταγματάρχης Ιωάννης Πλυτζανόπουλος.
Διοικητές των Ταγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου τέθηκαν ο συνταγματάρχης Διονύσιος Παπαδόγγονας (ο οποίος σκοτώθηκε σε μάχη των Δεκεμβριανών στο Γουδή), ο Παναγιώτης Στούπας (διοικητής Τάγματος Μελιγαλά, ο οποίος αυτοκτόνησε κατά την πολιορκία της Πύλου από τον ΕΛΑΣ), ο Λεωνίδας Βρεττάκος (αδελφός του Τηλέμαχου, διοικητής του Τάγματος «Λεωνίδας» στη Λακωνία) και ο Νικόλαος Κουρκουλάκος (διοικητής Τάγματος Πατρών).
Τα Τάγματα Ασφαλείας ανέλαβαν τη μεταγωγή των Εβραίων της Πάτρας που στάλθηκαν στο Αουσβιτς, (9) συμμετείχαν σε επιχειρήσεις κατά των ανταρτών μαζί με τον γερμανικό στρατό κατοχής και βοήθησαν σημαντικά στην επιχείρηση «Καλάβρυτα», διεξάγοντας έρευνες στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων και συλλέγοντας πληροφορίες για λογαριασμό των Γερμανών. Η επιχείρηση κατέληξε στη Σφαγή των Καλαβρύτων στις 13 Δεκεμβρίου 1943.
Τον Ιανουάριο 1944, το τάγμα του Βρεττάκου συμμετείχε μαζί με τους Γερμανούς στην εκκαθαριστική επιχείρηση «Κότσυφας».(10)

Στις 26 Ιανουαρίου 1944, το Τάγμα «Λεωνίδας» του Βρεττάκου, έπειτα από επίθεση που δέχτηκε, εισέβαλε στην πόλη της Καλαμάτας μαζί με το Πρώτο Τάγμα του 737ου γερμανικού Συντάγματος Ορεινών Καταδρομών, κάνοντας 142 συλλήψεις και τρεις επιτόπου εκτελέσεις Ελλήνων πατριωτών. (11) Οι συλληφθέντες εκτελέστηκαν αργότερα από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής.(12) Στις 26 Φεβρουάριου 1944, τα Τάγματα συμμετείχαν σε επιδρομή των Γερμανών στην Αχαΐα, τον Μάρτιο στη Λακωνία και τη Μεσσηνία και τον Απρίλιο σε Αχαΐα και Ηλεία, όπου φέρθηκαν με πρωτοφανή βαρβαρότητα.(13)

Στις 15 Μαρτίου 1944, εκτελέστηκαν στην Πάτρα 200 κομμουνιστές που βρίσκονταν σε γερμανική επιτήρηση, ενώ τον ίδιο μήνα εκτελέστηκαν από το Τάγμα Ασφαλείας Καλαμάτας 40 πατριώτες. Στις 25 Απριλίου 1944 τουφεκίστηκαν από τον Παπαδόγγονα (με δική του απόφαση, ήταν κολητάρι με τον Κρεχ) 110 Ελληνες πολίτες, σε αντίποινα για τη δολοφονία του Γερμανού στρατηγού Κρεχ από τον ΕΛΑΣ. Την 1η Μάίου 1944 και στις 17 Ιουνίου του ίδιου έτους, οπλίτες των Ταγμάτων Ασφαλείας Καλαμάτας συμμετείχαν στις εκτελέσεις 30 και 27 ομήρων αντίστοιχα στις όχθες του ποταμού Νέδα. (14) Τον Μάιο του 1944, όταν οι Γερμανοί κήρυξαν την Πελοπόννησο «πολεμική ζώνη», απαγορεύοντας την κυκλοφορία, τις μετακινήσεις και τις συγκεντρώσεις κατά τις βραδινές ώρες, τα Τάγματα Ασφαλείας ανέλαβαν την τήρηση αυτού του μέτρου.(15)




Παράλληλα, σε διάφορα σημεία της Ελλάδας, είχαν αρχίσει να στήνονται άλλες συμμορίες που χτυπούσαν το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, κάποιες φορές με πρωτοβουλία των τοπικών κατακτητών, άλλες με πρωτοβουλία Ελλήνων της “καλής κοινωνίας” που χρειάζονταν κάποιους για να προστατέψουν την περιουσία τους και τα χωράφια τους.

Ο Διονύσιος Παπαδόγκονας (πατέρας του μετέπειτα βουλευτή και Υπουργού της Νέας Δημοκρατίας) ανέλαβε να ενοποιήσει αυτά τα σώματα δωσίλογων, κάτι που έγινε την Άνοιξη του ’44. Συνέχισαν να υπάρχουν ομάδες που δεν μπήκαν σε απόλυτο έλεγχο, όπως για παράδειγμα, το τάγμα του συνταγματάρχη Πούλου στη Βόρεια Ελλάδα, που είχε προσχωρήσει ανοιχτά στο ναζισμό, φορώντας αγκυλωτούς σταυρούς και καταγγέλλοντας ακόμη και τις κατοχικές κυβερνήσεις ως όργανα “μασώνων και εβραίων”. Όμως, μικρή απόσταση τους χώριζε από τους Ταγματασφαλίτες του Παπαδόγκονα. Γερμανικά άρβυλα φορούσαν όλοι, είτε με φουστανέλα, είτε με χιτώνιο του ελληνικού στρατού ή της Βέρμαχτ.
Όταν έγινε απόπειρα δολοφονίας κατά του Χίτλερ τον Ιούλη του ’44, ο Παπαδόγκονας του έστειλε μήνυμα συμπαράστασης που τελείωνε με τη φράση “Κύριε, διαφύλασσε τον Χίτλερ”,ενώ σύμφωνα με την Καθημερινή της εποχής υπήρξε και απάντηση: “Ο Φύρερ εκφράζει τας ευχαριστίας του προς τον κ. Παπαδόγκονα και τους εθελοντάς του”. Οι ταγματασφαλίτες ήταν πλήρως ενσωματωμένοι στα γερμανικά στρατεύματα. Ο Γιούργκεν Στρόοπ και ο Βάλτερ Σιμάνα, τοπάρχες των SS και της γερμανικής αστυνομίας ήταν αυτοί που έδιναν τις διαταγές κινήσεων και τις άδειες οπλοφορίας. Στους πίνακες της Βέρμαχτ που μετράνε τους νεκρούς, οι ταγματασφαλίτες αθροίζονται μαζί με τους ναζί. Αντίστοιχα, στις αναφορές τους, οι ταγματασφαλίτες μετρούσαν τους Γερμανούς ως “δικούς τους”.


Ταγματαλήτης "εύζωνας"



Τον Ιούνη του ’44, ο συνταγματάρχης Χρήστος Γερακίνης στην Εύβοια αναφέρει: “Εκ των ημετέρων, εις Γερμανός βαρέως τραυματίας”. Τα “ευζωνικά τάγματα” στην Αθήνα διαδραμάτισαν βασικό ρόλο στα μπλόκα στις γειτονιές. Στην Κοκκινιά, την Καλογρέζα, τα Λιόσια, το Βύρωνα, τα Παλιά Σφαγεία (Κουκάκι), την Καλλιθέα και σε άλλες περιπτώσεις, ήταν οι ταγματασφαλίτες που διαλέγουν ποιοι θα εκτελεστούν, ποιοι θα σταλούν για καταναγκαστική εργασία στη Γερμανία και ποιοι θα αφεθούν ελεύθεροι. Πολλές φορές, το προσωπικό μίσος ξεπερνάει ακόμα και τις στοχεύσεις των ναζί. Στην Κοκκινιά οι ταγματασφαλίτες προσπάθησαν να συλλάβουν ξανά ανθρώπους που οι Γερμανοί είχαν αφήσει ελεύθερους.
Στην ύπαιθρο, τα Τάγματα συμμετείχαν στις σφαγές και στις πυρπολήσεις ολόκληρων χωριών. Στο Χορτιάτη το Σεπτέμβρη του ’44, δολοφόνησαν 146 ανθρώπους, από τους οποίους 128 γυναίκες και παιδιά. Επικεφαλής της επιχείρησης ήταν ο Φριτς Σούμπερτ, που και στη Βόρεια Ελλάδα και στην Κρήτη έστησε γύρω του αιμοβόρα τάγματα ασφαλείας. Μια περιγραφή από το Χορτιάτη λέει: “Περισσότερα από 80 γυναικόπαιδα οδηγήθηκαν από το καφενείο του Μπαντάτσιου στον φούρνο του Στ. Γκουραμάνη για να καούν ζωντανά.

Οταν το πλήθος έφτασε στο φούρνο, ο Σούμπερτ – κατ’ άλλους ο υπασπιστής του Γ. Καπετανάκης – φώναξε έξαλλος: «Φωτιά, φωτιά. Κλείστε τους και μην αφήνετε κανένα να φύγει. Θα τους κάψουμε όλους!» Απ’ έξω τοποθετήθηκαν φρουροί με την εντολή να σκοτώσουν όποιον τολμούσε να ξεμυτίσει απ’ τον φούρνο. Επειδή όμως, το οίκημα ήταν κατάμεστο από κόσμο και οι έγκλειστοι συνωστίζονταν πίσω από τις πόρτες και τα παράθυρα, οι Σουμπερτίτες, για να μειώσουν την πίεση, τοποθέτησαν ένα πολυβόλο και απ’ τό μικρό παράθυρο της μπροστινής πόρτας άρχισαν να πυροβολούν, σκοτώνοντας και τραυματίζοντας πολλά γυναικόπαιδα. Έπειτα έριξαν ξερά χόρτα πάνω στα σώματα των νεκρών και των τραυματιών και με ένα φλογοβόλο πιστόλι έβαλαν φωτιά.

Βασανιστήρια

Στα “κατορθώματα” των Σουμπερτιτών στην Κρήτη περιλαμβάνονται αναρίθμητα βασανιστήρια, κακοποιήσεις, εμπρησμοί και εκτελέσεις.
Ένα από τα εγκλήματα που καταγράφονται είναι κατά του βοσκού Ι. Ξυλούρη ή Ξυλουρογιάννη που τον έδεσαν με τρίχινο σχοινί από τον λαιμό σε ένα γάιδαρο και ενώ τον τραβούσαν του έβγαλαν τα μάτια. Τους Έλληνες που στρατολογούσε ο Σούμπερτ (ντόπιους γερμανόφιλους, δωσίλογους, αλλά και βαρυποινίτες από τις φυλακές της Κρήτης) τους περνούσε από τελετουργικά μύησης, από αυτά που κάνουν οι Χρυσαυγίτες.
Ο ιστορικός Χάγκεν Φλάισερ έχει καταγράψει: “Οι νεοσύλλεκτοι μεταφέρθηκαν στην Νέα Καλλικράτεια και το απόγευμα της ίδιας μέρας φόρεσαν ιταλικές στολές αφού πρώτα υποχρεώθηκαν να πλυθούν στη θάλασσα. Το βράδυ σε μια νεκροκεφαλή ζωγραφισμένη επάνω σε κράνος, που ο Σούμπερτ φύλαγε στην περιβόητη βαλίτσα του, έδωσαν τον όρκο του ταγματασφαλίτη που κατέληγε με τη φράση «ελευθερία ή θάνατος».”

Επιμέρους εκδοχή αυτής της κατηγορίας θα πρέπει να θεωρηθεί το «Τάγμα Χωροφυλακής Χανίων» που συγκροτήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1944 με απόφαση των τοπικών αρχών συνεργατών, διοικητή τον ταγματάρχη Δημήτριο Παπαγιανάκη και αποστολή, τυπικά μεν την καταστολή της ζωοκλοπής, ουσιαστικά όμως την καταδίωξη των ανταρτών. Το «ελληνικό τμήμα διώξεως ανταρτών Παπαγιαννάκη», όπως αναφέρεται στα γερμανικά έγγραφα της εποχής, αποτελούνταν από 180 – 200 εθελοντές «χωροφύλακες άνευ θητείας» και ήταν η μοναδική περίπτωση (σχετικής, έστω) επιτυχίας των προσπαθειών που κατέβαλαν οι κατακτητές για τη δημιουργία μιας ένοπλης, αντιαντάρτικης Αντικομμουνιστικής Οργανώσεως Κρήτης (ΑΟΚ) σε όλο το νησί.(16)

Μια άλλη διάσταση δίνει σχετικά έκθεση της αγγλικής υπηρεσίας πληροφοριών ως εξής: «Υπάρχει άλλη μια οργάνωση στην Κρήτη που αναφέρεται από πηγές του ΕΑΜ ως ‘δωσίλογη’. Αυτή είναι το Τάγμα Χωροφυλακής Χανίων με διοικητή τον ταγματάρχη Δημήτριο Παπαγιαννάκη. Αυτή η μονάδα Χωροφυλακής δημιουργήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου του ’44 και η κύρια δραστηριότητά της μέχρι στιγμής (Ιούλιος 1944) ήταν η καταπολέμηση των κλοπών προβάτων στο νομό Χανίων. Έχει αποφύγει τη μάχη με τους αντάρτες και η κατηγορία του ΕΑΜ βασίζεται μάλλον στο γεγονός ότι υπάρχει ένας Γερμανός προσκολλημένος στο διοικητήριο. Αναφέρεται, όμως, από έγκυρη πηγή ότι ο ταγματάρχης Παπαγιαννάκης ενεργεί απολύτως ανεξάρτητα και δεν παίρνει διαταγές από καμία άλλη αρχή, γερμανική ή ελληνική».(17)

Οι ταγματασφαλίτες είχαν μια διαφορά σε σχέση με τους ναζί. Οι Γερμανοί διοικητές είχαν να διαχειριστούν μια χώρα υπό κατοχή, ενώ οι συνεργάτες τους σκέφτονταν ήδη την επόμενη μέρα. Γι’ αυτό και ο έλεγχός τους και η καταστολή τους πήγαινε σε μεγαλύτερο βάθος μέσα τις τοπικές κοινωνίες. Για παράδειγμα, όπως αναφέρει ένα μέλος τοπικού θεατρικού ομίλου στον Πύργο, μετά την είσοδο των ταγματασφαλιτών στην πόλη, “διέλυσαν όλους τους συλλόγους της πόλης και σταμάτησε κάθε πολιτιστική κίνηση… Τα πάντα νεκρώθηκαν. Αρχίζει μια νέα Κατοχή, χειρότερη από τη Γερμανική”.


Γερμανοστσολιάδες



Στην Εύβοια, οι ταγματασφαλίτες προχωρούσαν σε επανειλημμένο κάψιμο ιδιωτικών βιβλιοθηκών. Από την Εύβοια υπάρχει και η μαρτυρία για την είσοδο των ταγμάτων στο χωριό Στρόπωνες, όπου έπιασαν την εβραία δασκάλα του χωριού “την παλούκωσαν όπως οι Τούρκοι το Διάκο, αφού την ατίμασαν και τη βασάνιζαν όλη μέρα”. Το αποτέλεσμα συνήθως ήταν από όπου περνούσαν οι ταγματασφαλίτες, το ΕΑΜ να καταφέρνει να κερδίζει ακόμη περισσότερο κόσμο που μισούσε τους συνεργάτες των ναζί. Το φθινόπωρο του ’44, ο ΕΛΑΣ αναλαμβάνει πλέον να αφοπλίσει τους Ταγματασφαλίτες και να καθαρίσει τις περιοχές από την τρομοκρατία τους. Τις περισσότερες φορές αυτό έγινε αναίμακτα. Κάποιες φορές, ο κόσμος αυθόρμητα ήταν που λιντσάρισε τους ταγματασφαλίτες, ακόμα και όταν το τοπικό ΕΑΜ-ΕΛΑΣ προσπαθούσε να κρατήσει τα προσχήματα. Αυτό έγινε στις κεντρικές πλατείες της Πύλου και της Καλαμάτας. Αλλού χρειάστηκε ο ΕΛΑΣ να τους συντρίψει στρατιωτικά: στον Πύργο, την Καλαμάτα, το Μελιγαλά, τον Αχλαδόκαμπο, τους Γαργαλιάνους και αλλού. Οι Ταγματασφαλίτες θα ήταν μια άθλια λεπτομέρεια της ιστορίας.

Θα έπρεπε, οι περισσότεροι, με το στίγμα του προδότη και του εγκληματία, να κρυφτούν ή να αυτοκτονήσουν. Όμως, το νέο καθεστώς που στηνόταν στα τέλη του ’44, δεν είχε άλλο ντόπιο ένοπλο σώμα να στηριχτεί πάνω του. Η κυβέρνηση Παπανδρέου βάζει τουλάχιστον χίλιους ταγματασφαλίτες να πολεμήσουν ως συντεταγμένη μονάδα στη μάχη της Αθήνας το Δεκέμβρη του ’44. Ταγματασφαλίτες επανδρώνουν και τα καινούργια Τάγματα Εθνοφυλακής. Οι γερμανοτσολιάδες γίνανε σε μια νύχτα βρετανοτσολιάδες. Αρκετοί μπήκαν στο στράτευμα, στους Ευέλπιδες και έγιναν αξιωματικοί καριέρας.


Ο Walter Shimana



Ο υποδιοικητής των ταγματασφαλιτών της Χαλκίδας, Χρήστος Γερακίνης, έγινε υποδιοικητής της Σχολής Ευελπίδων λίγο μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας. Το κράτος τούς είχε ανάγκη και τους προστάτεψε, αθωώνοντάς τους στις δίκες των δωσίλογων που ακολούθησαν. Γιατί, όπως δήλωνε ένας επώνυμος εθνικόφρονας, πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, υπερασπιζόμενος έναν ταγματασφαλίτη στο δικαστήριο: “Αν δεν ήταν αυτός κύριε πρόεδρε, ούτε εσείς θα ήσασταν στην έδρα που κατέχετε, ούτε εγώ μάρτυς”.

Οι ταγματασφαλίτες υπηρέτησαν τους ναζί ως γερμανοτσολιάδες και τους Εγγλέζους σαν βρετανοτσολιάδες, έτσι βοήθησαν στη διάσωση όλου του σάπιου παλιού καθεστώτος μετά την Απελευθέρωση. Είναι πρόκληση οι πολιτικοί τους απόγονοι να τολμάνε ακόμη και να εμφανίζονται δημοσίως, πόσο μάλλον να το παίζουν “αντιστασιακοί”.

* Πολλά από τα στοιχεία αυτού του κειμένου προέρχονται από το βιβλίο “Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα τάγματα ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη” του Τάσου Κωστόπουλου, εκδ. Φιλίστωρ.

Παραπομπές

1: Χέρμαν Μάγερ, Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα, σ. 502.
2: Hagen Fleischer, «Νέα στοιχεία για τη σχέση γερμανικών αρχών κατοχής και Ταγμάτων Ασφαλείας». Μνημών 8 (1980-1982), σ. 193.
3: ΦΕΚ 1944/Α/48, Ν. 1249 της 25/2/1944.
4: Τάσος Κωστόπουλος, Αυτολογοκριμένη Μνήμη, σ. 17.
5: Μαζάουερ, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, σ. 352.
6: Χρονολόγιο Γεγονότων 1940-44, Αρχεία του Βρετανικού Υπ. Εξωτερικών, σ. 529.
7: Εγγραφο: Διοίκησις Τομέως Μεσσηνίας, Εμπιστευτικό Πρωτόκολλον 005.856. Απόρρητον, Καλάμαι, 20 Ιουλίου 1943.
8: Δ. Χαριτόπουλος, Αρης, ο Αρχηγός των Ατάκτων, σελ. 551.
9: Μαζάουερ, σ. 354.
10: Μάγερ, σ. 504.
11: Μάγερ, σ. 528-530.
12: Μιχάλης Π. Λημπεράτος, Τα γερμανικά αντίποινα, τα Τάγματα Ασφαλείας και ο ΕΛΑΣ, Νότια Πελοπόννησος 1935-1940, σ. 71.
13: Εκθεση PIC, σ. 114.
14: Στάθης Ν. καλύβας. Η γεωγραφία της εμφύλιας βίας στην κατοχική Μεσσηνία, Νότια Πελοπόννησο 1935 -1950 σ 43
15: Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας, σ. 403.
16: Κωστόπουλος, 2005, σ. 19
17: Γενικό Επιτελείο Στρατού, 1998, σ. 120, (Φ.956/Α/1: PIC/263/21, PIC PAPER No 55. Αναφορά για τα Τάγματα Ασφαλείας, Παράρτημα B').

Πηγές:
https://agonaskritis.gr/
https://vathikokkino.gr/


Υποστηρίξτε την σελίδα μας στο Facebook
κάνοντας "κλικ" στον παρακάτω σύνδεσμο, ευχαριστούμε.



Αν σας άρεσε το άρθρο, μπορείτε να το διαδώσετε

ή να το εκτυπώσετε (Εκτύπωση)



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ
Στείλτε ιδέες, προτάσεις, κριτικές για τον ιστότοπό μας.



© 2017-2026 Εθνική Αντίσταση - ΔΣΕ - Το περιεχόμενο τις ιστοσελίδας διατίθεται με άδεια χρήσης CC BY-SA 4.0