Στα βουνά της Πέλλας
Ήταν οι πρώτες μέρες του Γενάρη του 1944. Ο Φελούρης ήταν ενταγμένος στο 30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ και εκείνη την εποχή βρισκόταν στα βουνά της Πέλλας. Μάλιστα είχε πάρει μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον των γερμανών ναζί και των βούλγαρων φασιστών κατακτητών. Στις επιχειρήσεις εκείνες, οι αντάρτες του ΕΛΑΣ πολέμησαν μαζί με γιουγκοσλάβους και βούλγαρους αντιφασίστες αντάρτες που βρίσκονταν στα βουνά της Πέλλας, επίσης.
Η επιτυχία των ενεργειών τους προκάλεσε την οργή των Γερμανών, οι οποίοι στις 3 Γενάρη ξεκίνησαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή της Αριδαίας κινητοποιώντας 6.000 στρατιώτες με στόχο να κυκλώσουν και να διαλύσουν τις αντάρτικες ομάδες.
Έτσι, τα τμήματα του 30ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ αποφάσισαν να τραβηχτούν στις χιονισμένες και παγωμένες κορυφές του όρους Τζένα. Οι καιρικές συνθήκες ήταν τόσο άσχημες που οι Γιουγκοσλάβοι αρνήθηκαν να τους ακολουθήσουν θεωρώντας την πορεία μες στη χιονοθύελλα ξεκάθαρη τρέλα.
Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ ξεκίνησαν να ανεβαίνουν στην Τζένα, όμως μετά από πορεία ωρών συνειδητοποίησαν ότι ήταν αδύνατον να συνεχίσουν. Έτσι, άρχισαν να επιστρέφουν στη βάση τους. Όταν τα τμήματα του ΕΛΑΣ επέστρεψαν παγωμένα και διαλυμένα από τη χιονοθύελλα ήταν η σειρά των Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων να περιποιηθούν τους ταλαιπωρημένους ΕΛΑΣίτες.
Να πως το περιγράφει ο Θανάσης Μητσόπουλος στο βιβλίο του «Το 30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ»:
«Ήμασταν και νηστικοί. Οι Γιουγκοσλάβοι βράζανε όλοι τους στις καραβάνες κρέας, κάνοντας νερό από χιόνι. Μόλις φύγαμε εμείς το πρωί για τη Τζένα αυτοί έστειλαν χαμηλά, κοντά στο χωριό, μια διμοιρία και κόβει κάμποσα γίδια από ένα κοπάδι. Στον ιδιοχτήτη εξήγησαν ότι βρίσκονται σε μεγάλη ανάγκη, οι Γερμανοί είναι απέναντι, δεν έχουν τροφή. Και ότι πρέπει να τους δώσει τριάντα γίδια. Ο τσομπάνης, δικός μας άνθρωπος, ήταν οργανωμένος. Μα τριάντα γίδια ήταν η μισή στάνη του, η μισή περιουσία του. Αλλά τι να ‘κανε τα ‘δωσε. Μα κι αν δεν τα ‘δινε θα τα ‘παιρναν γιατί πραγματικά βρίσκονταν σε μεγάλη ανάγκη. Έπρεπε να ‘χουν τουλάχιστο ένα κομμάτι κρέας, ώσπου να βλέπανε πως θα ξέμπλεγαν με τους Γερμανούς. Στον τσομπάνη δώσανε μια απόδειξη με δικαίωμα αποζημίωσης από το μελλοντικό κράτος. Τί έκανε ύστερα με την απόδειξη αυτή δε ξέρω. Ζητήσαμε από τη διοίκηση των Γιουγκοσλάβων μήπως είχαν κάτι να δίναμε στους δικούς μας. Δεν είχαν. Έτσι βολευτήκαμε με ότι έδωσαν οι παρτιζάνοι ο καθένας από το μερτικό του, έτσι όπως ήταν μαζεμένοι στις φωτιές.
Το επόμενο πρωί η διοίκηση του ΕΛΑΣ θα αντιληφθεί ότι λείπουν πάνω από 80 αντάρτες, οι οποίοι είχαν αποκοπεί στην πορεία στη χιονοθύελλα. Τότε, συγκροτείται ένα μικτό τμήμα 30 Ελλήνων και 30 Γιουγκοσλάβων ανταρτών με σκοπό να τους εντοπίσει. Οι περισσότεροι τελικά εντοπίζονται κι επιστρέφουν σοβαρά κρυοπαγημένοι. Τοποθετούνται δίπλα στις φωτιές. Τότε όμως είναι η σειρά του Γερμανού Άλφρεντ να προσφέρει τις γνώσεις και τη βοήθειά του.
Και τότε συνέβη ένα περιστατικό που μένει ακόμα ζωντανό στη μνήμη μου. Ο Γερμανός Άλφρεντ σαν αντιλήφθηκε πως μαζέψαμε τους κρυοπαγημένους γύρω από τη φωτιά, πετιέται από τη θέση του, τρέχει εκεί και αρχίζει με μανία να πατάει με τις μπότες του τις φωτιές να τις σκορπάει και να τις σβήνει, ενώ βλαστημάει γερμανικά. Όσοι αντάρτες ήταν γεροί σηκώθηκαν αγριεμένοι έτοιμοι να του επιτεθούν. Ο Άλφρεντ φωνάζει το διερμηνέα και μας εξηγεί τί σήμαινε για τους κρυοπαγημένους η φωτιά.
΄- Νιξτ γκουτ! Νίξτ γκούτ! Θα τους πεθάνετε, φώναζε.
Ζήτησε τέλος να του εμπιστευθούμε τους κρυοπαγημένους. Πήρε πέντε-έξι γερούς αντάρτες και αφού τους έδειξε πως να τρίβουν με το χιόνι τα κρυοπαγήματα, άρχισε τη μάχη για τη σωτηρία των αγωνιστών μας. Τον έναν άφηνε, τον άλλον άρπαζε. Είχε πλημμυρίσει στον ιδρώτα από την τρομερή προσπάθεια που συνεχίστηκε μέχρι το βράδυ. Οι κρυοπαγημένοι άρχισαν να συνέρχονται. Τον Άλφρεντ τον τοποθετήσαμε αρχινοσοκόμο του κινητού νοσοκομείου μας. Ήταν ο καταλληλότερος.
Πάντα γελαστός και ενθουσιώδης. Οι άρρωστοι κατευχαριστημένοι μαζί του. Κι αυτός τους πρόσεχε έναν-έναν και τους φέρονταν με πολλή στοργή».
Ένας απ’ τους κρυοπαγημένους αντάρτες αυτού του τμήματος που σώθηκαν ήταν και ο τερματοφύλακας του ΠΑΟΚ, Σωκράτης Φελούρης.
Έτσι, ο Φελούρης και οι άλλοι αντάρτες γλίτωσαν τα πόδια τους από τη γάγγραινα και συνέχιζαν να αγωνίζονται εναντίον του φασισμού, για την ελευθερία. Δυστυχώς οχτώ άλλοι αντάρτες του 30ου Συντάγματος δεν τα κατάφεραν και χάθηκαν άδικα στις πλαγιές της Τζένας. Οι συμπολεμιστές τους βρήκαν τους σκελετούς τους και τα όπλα τους, μόνο την Άνοιξη του ‘44, όταν έλιωσαν τα χιόνια.
Μετά από όλες αυτές τις ηρωικές περιπέτειες, ο Φελούρης επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και τη σεζόν 1945/46 αντικαθιστά στην ομάδα του ΠΑΟΚ τον προηγούμενο τερματοφύλακα της ομάδας, Νίκο Σωτηριάδη, ο οποίος είχε πέσει ηρωικά, μαχόμενος εναντίον του ιταλικού φασισμού στο αλβανικό μέτωπο, στις 28/1/1941, σε ηλικία 33 ετών. Παιχνίδια της μοίρας. Τέσσερα χρόνια μετά το θάνατο του Σωτηριάδη, την ίδια μέρα ο Φελούρης έμπαινε με τη φανέλα με το νούμερο 1 του ΠΑΟΚ στο γήπεδο…
*Τα στοιχεία για τον Σωκράτη Φελούρη αναφέρονται στα απομνημονεύματα του πολιτικού επιτρόπου του 30ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, Θανάση Μητσόπουλου, όπως τα κατέγραψε στο (εξαντλημένο δυστυχώς) βιβλίο του “Το 30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Στα μακεδονικά βουνά”. Πρόκειται για ένα βιβλίο, πολύ πλούσιο σε πληροφορίες, που βασίζεται στα απομνημονεύματα του ίδιου του συγγραφέα αλλά και σε συζητήσεις και συνεντεύξεις άλλων μαχητών του 30ου Συντάγματος.
Υποστηρίξτε την σελίδα μας στο Facebook
κάνοντας "κλικ" στον παρακάτω σύνδεσμο, ευχαριστούμε.
Αν σας άρεσε το άρθρο, μπορείτε να το διαδώσετε
ή να το εκτυπώσετε (Εκτύπωση)
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ
Στείλτε ιδέες, προτάσεις, κριτικές για τον ιστότοπό μας.