ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ






Το Σύμφωνο του Μονάχου και η σημασία του

Ομαδική φωτογραφία μετά την υπογραφή της συμφωνίας.Ομαδική φωτογραφία μετά την υπογραφή της συμφωνίας
Μισή ώρα μετά το μεσημέρι της 29ης Σεπτέμβρη του 1938 ο Αδόλφος Χίτλερ υποδέχτηκε στο Μόναχο τους αρχηγούς των κυβερνήσεων της Μεγάλης Βρετανίας Ν. Τσάμπερλεν, της Γαλλίας Εντ. Νταλαντιέ και της Ιταλίας Μπ. Μουσολίνι για την πραγματοποίηση κοινής διάσκεψης που, όπως εκ των πραγμάτων αποδείχτηκε, σφράγισε τις διεθνείς εξελίξεις προς την κατεύθυνση έκρηξης του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου1. Ο Αμερικανός δημοσιογράφος Ουίλιαμ Σίρερ χρωματίζει τη συνάντηση των τεσσάρων ηγετών στο Μόναχο ως εξής2: «Εις την βαυαρικήν αυτήν πόλιν με τον μπαρόκ ρυθμόν ένθα εις τους σκοτεινούς οπισθοδρόμους των μικρών της καφενείων είχε κάμει την βραδείαν έναρξιν της πολιτικής του σταδιοδρομίας και εις τους δρόμους της οποίας είχεν υποστή το φιάσκο του κινήματος της Μπιραρίας, ο Αδόλφος Χίτλερ υπεδέχθη, ως κατακτητής τους αρχηγούς των κυβερνήσεων της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας». Ο Σίρερ δεν έχει καθόλου άδικο. Στο Μόναχο ο Χίτλερ είχε τον κυρίαρχο λόγο κι αυτό φάνηκε μέσα σε λίγες ώρες, όταν η διάσκεψη έφτασε στο τέλος της.

Η Διάσκεψη του Μονάχου ξεκίνησε στις 12 και 45' της ίδιας ημέρας και κράτησε περί τις 13 ώρες έχοντας ως μοναδικό θέμα τη διευθέτηση της Γερμανοτσεχοσλοβάκικης κρίσης που τυπικά μόνο αφορούσε την «αυτοδιάθεση» των Γερμανόφωνων που ζούσαν στη Σουδητία της Τσεχοσλοβακίας, ενώ το κύριο ζήτημα ήταν ο διαμελισμός του τσεχοσλοβακικού κράτους κι εντέλει η κατάλυσή του προς όφελος των στρατιωτικών και οικονομικών συμφερόντων του Τρίτου Ράιχ. «Οσο συνταρακτική κι αν υπήρξε η συνάντηση κορυφής των τεσσάρων δυνάμεων για τον κόσμο - γράφει ο Ian Kershaw3 - η απόφαση είχε ήδη παρθεί γύρω στο μεσημέρι της 28ης Σεπτεμβρίου, όταν ο Χίτλερ είχε συμφωνήσει με την πρόταση του Μουσολίνι για έναν κανονισμό με διαπραγματεύσεις. Τελικά γύρω στις 2.30 π.μ., το πρωί της 30ής Σεπτεμβρίου, το προσχέδιο της συμφωνίας υπογράφτηκε». Με βάση τη συμφωνία των τεσσάρων στο Μόναχο , η Τσεχοσλοβακία ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει στη Γερμανία τη Σουδητία μέσα σε δέκα ημέρες και μέσα σε τρεις μήνες να ικανοποιήσει τις εδαφικές αξιώσεις που πρόβαλλαν σε βάρος της - με την παρότρυνση του Χίτλερ - η Ουγγαρία και η Πολωνία. Ολες οι βιομηχανικές επιχειρήσεις, τα ορυχεία, οι συγκοινωνίες και τα μέσα τηλεπικοινωνίας, το τροχαίο υλικό, τα στρατιωτικά οχυρά, οι αποθήκες και οι πρώτες ύλες που βρίσκονταν στα παραχωρούμενα εδάφη θα παραδίδονταν σε απολύτως καλή κατάσταση. Συνολικά από την Τσεχοσλοβακία αφαιρέθηκε μια εδαφική έκταση από 41.098 τετραγωνικά χιλιόμετρα με περίπου πέντε εκατομμύρια κατοίκους, από τους οποίους το ένα εκατομμύριο ήταν Τσέχοι και Σλοβάκοι. Με τη συμφωνία , η Αγγλία και η Γαλλία παρέδιδαν στα χέρια του Χίτλερ βιομηχανικές περιοχές με σπουδαία μεταλλουργικά και χημικά εργοστάσια, μεθοριακά οχυρά και μια σημαντική ποσότητα οπλισμού».

Το Σύμφωνο του Μονάχου


Αφίσα που μοιράστηκε σε όλη την Τσεχοσλοβακία στα 1938: «Στην ανάγκη θα γίνουμε όλοι στρατιώτες». Το ηθικό των Τσέχων παρέμεινε υψηλό στη διάρκεια του πολέμου νεύρων που τους έκανε ο ΧίτλερΑφίσα που μοιράστηκε σε όλη την Τσεχοσλοβακία στα 1938: «Στην ανάγκη θα γίνουμε όλοι στρατιώτες». Το ηθικό των Τσέχων παρέμεινε υψηλό στη διάρκεια του πολέμου νεύρων που τους έκανε ο Χίτλερ
Ας δούμε όμως αναλυτικά ολόκληρο το κείμενο του Συμφώνου του Μονάχου το οποίο έχει ως εξής5:
«Η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Ιταλία, λαμβάνοντας υπόψη τη συμφωνία που έχει ήδη επιτευχθεί κατ' αρχήν για την παραχώρηση στη Γερμανία της περιοχής των Γερμανών Σουδητών, συμφώνησαν στους ακόλουθους όρους, οι οποίοι διέπουν την εν λόγω παραχώρηση και τα συνακόλουθα μέτρα και διά της παρούσης συμφωνίας αναλαμβάνει εκάστη την ευθύνη για τα αναγκαία μέτρα που θα εξασφαλίσουν την εφαρμογή της.

1. Η εκκένωση θ' αρχίσει την 1η Οκτωβρίου.
2. Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Ιταλία συμφωνούν ότι η εκκένωση της περιοχής θα συμπληρωθεί ως τις 10 Οκτωβρίου χωρίς να καταστραφούν οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις και ότι η τσεχοσλοβακική κυβέρνηση θα φέρει την ευθύνη για την πραγματοποίηση της εκκενώσεως χωρίς να προκληθεί ζημιά στις εν λόγω εγκαταστάσεις.
3. Οι όροι που διέπουν την εκκένωση θα καθορισθούν λεπτομερειακά από μια διεθνή επιτροπή αποτελούμενη από αντιπροσώπους της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Τσεχοσλοβακίας.
4. Η κατά στάδια κατάληψη του επικρατεστέρως γερμανικού εδάφους από τα γερμανικά στρατεύματα θ' αρχίσει την 1η Οκτωβρίου. Οι τέσσερις περιοχές οι σημειούμενες στη συνημμένο χάρτη θα καταληφθούν από τα γερμανικά στρατεύματα κατά την εξής σειρά: η περιοχή υπ' αριθ. I την 1η και 2α Οκτωβρίου, η περιοχή υπ' αριθ. II την 2α και 3η Οκτωβρίου, η περιοχή III την 3η, την 4η και την 5η Οκτωβρίου, η περιοχή IV την 6η και 7η Οκτωβρίου. Η υπόλοιπη περιοχή επικρατεστέρως γερμανικού χαρακτήρα θα διαπιστωθεί από την προαναφερθείσα διεθνή επιτροπή παραχρήμα και θα καταληφθεί από τα γερμανικά στρατεύματα μέχρι της 10ης Οκτωβρίου.
5. Η διεθνή Επιτροπή η αναφερομένη στην παράγραφο 3 θα καθορίσει τις περιοχές όπου θα διεξαχθεί δημοψήφισμα. Οι περιοχές αυτές θα καταληφθούν από διεθνή σώματα μέχρι ολοκληρώσεως του δημοψηφίσματος. Η ίδια επιτροπή θα καθορίσει τους όρους με τους οποίους θα διεξαχθεί το δημοψήφισμα έχοντας σαν βάση τους όρους του Σάαρ. Η επιτροπή θα καθορίσει επίσης την ημερομηνία - όχι πέραν από τα τέλη Νοεμβρίου - για τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος.
6. Ο τελικός καθορισμός των συνόρων θα γίνει από τη διεθνή επιτροπή. Η ίδια επιτροπή εξουσιοδοτείται επίσης να προτείνει στις τέσσερις δυνάμεις - Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία και Ιταλία - ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις ελασσόνων τροποποιήσεων στον αυστηρά εθνογραφικό καθορισμό των ζωνών οι οποίες θα μεταβιβαστούν χωρίς δημοψήφισμα.
7. Θα υπάρξει το δικαίωμα εκλογής εξόδου ή εισόδου στις μεταβιβαζόμενες περιοχές και η εκλογή πρέπει να ασκηθεί εντός έξι μηνών από της ημερομηνίας της παρούσης συμφωνίας. Μια Γερμανοτσεχοσλοβακική επιτροπή θα καθορίσει τις λεπτομέρειες της εκλογής, θα μελετήσει τρόπους που θα διευκολύνουν τη μεταφορά του πληθυσμού και θα διευθετήσει ζητήματα αρχής προκύπτοντα από την εν λόγω μεταφορά.
8. Η τσέχικη κυβέρνηση μέσα σε τέσσερις εβδομάδες από την ημερομηνία της παρούσης συμφωνίας, θα απολύσει από τις στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις της όσους Γερμανούς Σουδήτες επιθυμούν να απολυθούν, και η τσέχικη κυβέρνηση, στην ίδια περίοδο θα απολύσει τους κρατούμενους Γερμανούς Σουδήτες που εκτίουν ποινές φυλακίσεως για πολιτικά αδικήματα.
Μόναχο 29 Σεπτεμβρίου 1938».

Στο Παράρτημα της συμφωνίας αναφερόταν:

* «Η κυβέρνηση της Α.Μ. στο Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλική κυβέρνηση συμφώνησαν στα ανωτέρω επί τη βάσει ότι εμμένουν στην προσφορά που περιέχεται στην παράγραφο 6 των αγγλογαλλικών προτάσεων της 19ης Σεπτεμβρίου, σχετικά με τη διεθνή εγγύηση των νέων συνόρων του τσέχικου κράτους εναντίον απρόκλητης επιθέσεως. Οταν διακανονιστεί το ζήτημα της πολωνικής και ουγγρικής μειονότητας στην Τσεχοσλοβακία η Γερμανία και η Ιταλία θα παράσχουν από της πλευράς τους εγγύηση στην Τσεχοσλοβακία.
Μόναχο 29 Σεπτεμβρίου 1938».

* «Οι αρχηγοί των κυβερνήσεων των τεσσάρων Δυνάμεων δηλώνουν ότι τα προβλήματα της πολωνικής και ουγγρικής μειονότητας στην Τσεχοσλοβακία, αν δεν διευθετηθούν μέσα σε τρεις μήνες με συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων κυβερνήσεων, θα αποτελέσουν το θέμα μιας νέας συναντήσεως των αρχηγών των κυβερνήσεων των παρισταμένων τεσσάρων δυνάμεων.
Μόναχο 29 Σεπτεμβρίου 1938».

Η συμφωνία εμπεριείχε και την εξής συμπληρωματική διακήρυξη:
* «Ολα τα ζητήματα τα οποία ενδέχεται να προκύψουν από τη μεταβίβαση της περιοχής θα θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της διεθνούς επιτροπής.
Μόναχο 29 Σεπτεμβρίου 1938».

* «Οι τέσσερις αρχηγοί των παριστάμενων κυβερνήσεων συμφωνούν ότι η διεθνής επιτροπή που προβλέπεται από τη συμφωνία η οποία υπεγράφη από αυτούς σήμερα θ' απαρτισθεί από τον υπουργό των Εξωτερικών της Γερμανίας, τους πρεσβευτάς της Βρετανίας, Γαλλίας και Ιταλίας που είναι διαπιστευμένοι στο Βερολίνο και από εκπρόσωπο τον οποίο θα ορίσει η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας.
Μόναχο 29 Σεπτεμβρίου 1938».

Πριν προχωρήσουμε σε περισσότερες αναφορές γύρω από το «Σύμφωνο του Μονάχου » οφείλουμε να πάμε λίγο πίσω και να δούμε με περισσότερες λεπτομέρειες πώς ξεδιπλώνεται στρατιωτικοπολιτικά η φασιστική απειλή, πώς ξεπροβάλλει ο κίνδυνος ενός παγκόσμιου πολέμου και πώς τα πράγματα οδηγήθηκαν ως το σημείο της παράδοσης της Τσεχοσλοβακίας στον Χίτλερ.

Η φασιστική απειλή και ο κίνδυνος ενός νέου παγκόσμιου πολέμου


«Πάρτε το μαχαίρι από το χέρι του θηρίου»». Σοβιετική αφίσα ζητά ισχυρό αντιφασιστικό μέτωπο«Πάρτε το μαχαίρι από το χέρι του θηρίου»». Σοβιετική αφίσα ζητά ισχυρό αντιφασιστικό μέτωπο
Ο κίνδυνος ενός νέου παγκόσμιου πολέμου φάνηκε καθαρά από την αρχή της δεκαετίας του '30, όταν στις 18/9/1931 η Ιαπωνία εισέβαλε στη Βορειοανατολική Κίνα (Μαντζουρία) και προς το τέλος του ίδιου χρόνου την κατέλαβε δημιουργώντας (στις 9/3/1932) το κράτος - μαριονέτα Μαντσουκούο. Στις 27/3/1933 η Ιαπωνία έκανε ένα ακόμη μεγάλο βήμα προς τον πόλεμο, εγκαταλείποντας επίσημα την Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ). Τέσσερα χρόνια μετά, το Καλοκαίρι του 1937, τα ιαπωνικά στρατεύματα άρχισαν την επιχείρηση για την κατάληψη ολόκληρης της Κίνας πράγμα που κατάφεραν, στο μεγαλύτερο βαθμό, ένα χρόνο αργότερα. Τον Οκτώβρη του 1938 ήλεγχαν το μεγαλύτερο μέρος του κινέζικου εδάφους, τα βιομηχανικά κέντρα της χώρας και τις βασικές σιδηροδρομικές αρτηρίες6. Ταυτόχρονα, στο διάστημα αυτό εντείνονται οι ιαπωνικές προκλήσεις κατά της ΕΣΣΔ μέσω του Μαντσουκούο ενώ δεν λείπουν και οι συνοριακές πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα σε ιαπωνικές και σοβιετικές στρατιωτικές δυνάμεις. Το Μάη του 1939 εξαπολύονται επιθέσεις εναντίον την ΛΔ Μογγολίας που κράτησαν τέσσερις μήνες και έληξαν με νίκη των Σοβιετικών στρατευμάτων τα οποία, βάσει συμφωνίας, έτρεξαν προς βοήθεια της τελευταίας7.

Στη Γερμανία οι ναζί αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας προχωρούν στη στρατιωτικοποίηση της οικονομίας και της χώρας ολόκληρης. Από το καλοκαίρι του 1933 η χιτλερική Γερμανία θέτει θέμα αποικιών και ζητά να της επιστραφούν οι αποικίες της στην Αφρική. Στις 19/10/1933 αποχωρεί από την ΚτΕ και περίπου δύο χρόνια μετά - στις 16/3/1935 - εκδίδεται νόμος στη χώρα που εισάγει τη γενική υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και προβλέπει τη δημιουργία στρατού μισού εκατομμυρίου ατόμων. Στη συνέχεια, το Μάρτη του 1936, χιτλερικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη του Ρήνου. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους η Γερμανία μπαίνει στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο στο πλευρό του Φράνκο. Το Μάρτη του 1938, η Αυστρία προσαρτάται στη Γερμανία και το φθινόπωρο του ίδιου έτους αρχίζει η αποψίλωση της Τσεχοσλοβακίας8.

Στην Ιταλία, οι φασίστες από τον Ιούνη του 1925 που πραγματοποιήθηκε το Συνέδριο του φασιστικού κόμματος ξεκαθαρίζουν πως στόχος τους είναι η δημιουργία της ιταλικής αυτοκρατορίας. Η μετατροπή της Μεσογείου σε ιταλική λίμνη και η ένταξη των κρατών της βαλκανικής στη σφαίρα επιρροής της Ιταλίας από τότε θεωρούνταν επίσημο πρόγραμμα της ιταλικής πολιτικής. Με γοργούς ρυθμούς στρατιωτικοποιείται η χώρα και η οικονομία της και το Δεκέμβρη του 1934 εκδίδεται νόμος για την πλήρη στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας. Με βάση αυτό το νόμο η στρατιωτική εκπαίδευση αρχίζει από τη στιγμή που το παιδί μπαίνει στο σχολείο και συνεχίζεται σ' όλη τη διάρκεια ενηλικίωσης του μέχρι, πολίτης πια, να είναι σε θέση να χειρίζεται τα όπλα.

Στις 3/10/1935 τα ιταλικά φασιστικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Αιθιοπία (Αβησσυνία), την οποία στη συνέχεια καταλαμβάνουν. Η επόμενη επιθετική κίνηση της Ιταλίας ήταν η ενεργός συμμετοχή της στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο στο πλευρό των φασιστών του Φράνκο. Το Δεκέμβρη του 1937, η Ιταλία εγκαταλείπει επιδεικτικά την ΚτΕ και τον Απρίλη του 1939 εισβάλλει στην Αλβανία και την καταλαμβάνει9.

Μέσα στη δεκαετία του '30 διαμορφώνονται και οι συμμαχίες των φασιστικών κρατών. Στις 25/10/1936 υπογράφεται στο Βερολίνο ιταλογερμανική συμφωνία για το διαχωρισμό των σφαιρών οικονομικής επιρροής στα Βαλκάνια και στο λεκανοπέδιο του Δούναβη, για κοινό αγώνα εναντίον της δημοκρατικής Ισπανίας, για αναγνώριση της ιταλικής κατάληψης της Αιθιοπίας. Ετσι, συγκροτείται ο άξονας Ρώμης - Βερολίνου. Τρία χρόνια αργότερα, στις 22/5/1939, πάλι στο Βερολίνο, υπογράφεται η διμερής στρατιωτική συμφωνία Γερμανίας - Ιταλίας, που πήρε την ονομασία «Χαλύβδινο Σύμφωνο ». Το 1936, στις 25 Νοέμβρη, Γερμανία και Ιαπωνία υπογράφουν το ΑΝΤΙΚΟΜΙΤΕΡΝ (αντικομμουνιστικό) ΣΥΜΦΩΝΟ 10. Ενα χρόνο μετά, στις 6/11/1937, προσχώρησε σ' αυτό και η Ιταλία και το Φλεβάρη - Μάρτη του 1939 στο αντικομιτέρν σύμφωνο μπήκαν η Ουγγαρία, η Ισπανία και το κράτος - μαριονέτα Μαντσουκούο. Το σύμφωνο αυτό, κατά κύριο λόγο, στρεφόταν ενάντια στην ΕΣΣΔ και στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα.

Η Δύση ενθαρρύνει το φασισμό: Η περιβόητη πολιτική του «κατευνασμού»

Το ερώτημα που προβάλλει ευθέως είναι τούτο: Πώς αντέδρασαν τα ισχυρά δυτικά κράτη, βλέποντας το φασισμό να οδηγεί τα πράγματα σε πόλεμο; Είναι πλέον αποδεδειγμένο, μέσα από πλήθος ιστορικών στοιχείων, ότι η καπιταλιστική Δύση είδε στο πρόσωπο του φασισμού την αιχμή του δόρατός της ενάντια στο παγκόσμιο εργατικό - κομμουνιστικό κίνημα και την ΕΣΣΔ. Προς τα εκεί προσπάθησε να στρέψει τις φασιστικές ορδές, έχοντας την ψευδαίσθηση πως έτσι θα κατάφερνε, από τη μια, να ξεμπερδέψει με τον μπολσεβικισμό κι, από την άλλη, να εξασθενίσει τους ανταγωνιστές της στις παγκόσμιες αγορές Γερμανούς και Ιάπωνες, κατά πρώτο λόγο, και κατά δεύτερο, τους Ιταλούς. Ετσι, η ιταλική επίθεση στην Αιθιοπία έγινε με την ουσιαστική έγκριση της Γαλλίας - ύστερα από συνάντηση του Μουσολίνι με τον Γάλλο υπουργό Εξωτερικών Π. Λαβάλ, που αργότερα καυχιόταν ότι «χάρισε στον Ντούτσε την Αιθιοπία». Αλλά και η Αγγλία είχε δώσει «πράσινο φως», πράγμα που έκανε τον Α. Ιντεν να λέει στα απομνημονεύματά του ότι «εμείς μετατρέψαμε τον Μουσολίνι σε σημαντική δύναμη»11.

Οι ΗΠΑ έδωσαν κι αυτές τη βοήθειά τους στους Ιταλούς φασίστες στο συγκεκριμένο θέμα. Τον Αύγουστο του '35 το Κογκρέσο, με νόμο που ψηφίζει, απαγορεύει τις εξαγωγές όπλων και πυρομαχικών σε εμπόλεμες χώρες. Ετσι, το θύμα εξισωνόταν με τον θύτη και στην περίπτωση της Αιθιοπίας - που, ας σημειωθεί, ήταν και μέλος της ΚτΕ - εκείνος που έχει ανάγκη από όπλα για να προστατευτεί δεν ήταν η Ιταλία.

Φανερή υπήρξε η ενθάρρυνση που έδωσαν Αγγλία, Γαλλία και ΗΠΑ στην Ιαπωνία, σχετικά με την εισβολή της τελευταίας στη Μαντζουρία. Μάλιστα, ο Αμερικάνος Πρόεδρος Χ. Χούβερ χαρακτήρισε την εισβολή σαν «αποκατάσταση της τάξης» στην Κίνα. Στη συνδιάσκεψη των 18 κρατών στις Βρυξέλλες (3 έως 24/11/1937), όπου εξετάστηκε η κατάσταση στην Απω Ανατολή, δεν πάρθηκε κανένα πρακτικό μέτρο κατά της Ιαπωνίας, στην ουσία επιβεβαιώθηκε η προκλητικά ανεκτική στάση των Δυτικών απέναντί της και απορρίφθηκε η πρόταση των Σοβιετικών για συνεργασία με την ΕΣΣΔ και υπεράσπιση της ειρήνης στην περιοχή. Το θέμα, όμως, με τις ιαπωνικές κτήσεις στην Απω Ανατολή δε σταματάει εδώ. Οταν η Ιαπωνία εισέβαλε στη ΛΔ Μογγολίας - και πριν ακόμη λήξουν οι συγκρούσεις - η Αγγλία και οι ΗΠΑ προσέτρεξαν να συμπαρασταθούν στον ιαπωνικό επεκτατισμό, ώστε αυτός να συνεχίσει αμείωτα κατά της ΕΣΣΔ.

Η ευνοϊκή στάση των Δυτικών απέναντι στο φασισμό είναι εξίσου προκλητική στο θέμα του ισπανικού εμφυλίου πολέμου και στο γεγονός ότι αποδέχτηκαν την προσάρτηση της Αυστρίας στη Γερμανία. Σχετικά με τον ισπανικό εμφύλιο, αξίζει να σημειώσουμε ότι Γαλλία και Αγγλία κράτησαν στάση ουδετερότητας, ενώ οι ΗΠΑ, με απόφασή τους το Γενάρη του 1937, συμπεριέλαβαν στο εμπάργκο όπλων και την Ισπανία, πράγμα που σήμαινε στέρηση της δημοκρατικής Ισπανίας από πηγές όπλων και έμμεση ενίσχυση των φασιστών του Φράνκο, αφού αυτοί ενισχύονταν με όπλα και έμψυχο υλικό από Γερμανία και Ιταλία.

Ακόμη πιο προκλητική ήταν η στάση των Δυτικών, όσον αφορά το ζήτημα του επανεξοπλισμού της Γερμανίας. Στις 16/3/1935, όπως έχουμε ήδη πει, εκδόθηκε στη Γερμανία ο νόμος για την υποχρεωτική θητεία. Τρεις μήνες μετά, στις 18/6/1935 υπογράφηκε στο Λονδίνο αγγλογερμανική συμφωνία , βάσει της οποίας επιτρεπόταν στη χιτλερική Γερμανία να σχηματίσει πολεμικό στόλο που να φτάνει όσον αφορά τα πλοία στο 35% της χωρητικότητας του βρετανικού πολεμικού στόλου και όσον αφορά τα υποβρύχια στο 45%. Δηλαδή, η Γερμανία αύξησε πάνω από 5 φορές το στόλο της, εξισώθηκε με την πολεμική ναυτική δύναμη της Γαλλίας και έτσι της επιτράπηκε να κυριαρχήσει στη Βαλτική Θάλασσα. Παράλληλα, τα μονοπώλια των ΗΠΑ και της Αγγλίας εφοδίαζαν το Ράιχ με πατέντες, πρώτες ύλες και στρατηγικά υλικά. Βοήθεια, όμως, έδωσε και η Γαλλία στη Γερμανία. Πέρα απ' όλα τ' άλλα, όταν ο γερμανικός στρατός κατέλαβε την αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη του Ρήνου, ήταν ασυγκρίτως κατώτερος του γαλλικού και σε μια στρατιωτική αντίδραση της Γαλλίας είχε διαταγή να υποχωρήσει. Τέτοια, όμως, γαλλική αντίδραση δεν υπήρξε ποτέ12.

Η προκλητική ενθάρρυνση του φασισμού από τις δυτικές αντιδραστικές δυνάμεις θα ξεπεράσει κάθε όριο, όταν η Γερμανία θα θελήσει να βάλει στο χέρι την Τσεχοσλοβακία.

Η γερμανοτσεχοσλοβακική κρίση

Επίλογος του Μονάχου: Γερμανικά στρατεύματα μπαίνουν στην Πράγα, το Μάρτη του 1939. Αγωνιώδεις φυσιογνωμίες Τσέχων παρακολουθούν την παρέλασή τουςΕπίλογος του Μονάχου: Γερμανικά στρατεύματα μπαίνουν στην Πράγα, το Μάρτη του 1939. Αγωνιώδεις φυσιογνωμίες Τσέχων παρακολουθούν την παρέλασή τους
Η Γερμανία άρχισε να δείχνει τα δόντια της στην Τσεχοσλοβακία αμέσως μετά την προσάρτηση της Αυστρίας, χρησιμοποιώντας γι' αυτό το σκοπό τη γερμανική μειονότητα που ζούσε στην τσεχοσλοβακική επικράτεια και συγκεκριμένα στην περιοχή της Σουδητίας. Σε μια συνάντηση στο Βερολίνο στις 28 Μάρτη του 1938, ο Χίτλερ συμβούλεψε τον ηγέτη του Γερμανικού Σουδητικού Κόμματος Χενλάιν να ανεβάσει όλες τις αξιώσεις του τόσο ψηλά, ώστε ποτέ να μην μπορούν να ικανοποιηθούν. Ο Χενλάιν υπάκουσε αμέσως και στο συνέδριο του κόμματός του, που έγινε στις 24 Απρίλη του 1938 στο Κάρσμπαντ (Κάρλοβι Βάρι), ζήτησε όχι μόνο την πλήρη αυτονομία για τους Γερμανούς της Τσεχοσλοβακίας, αλλά και αποζημιώσεις για αδικίες σε βάρος των Σουδητών Γερμανών από το 1918. Εφτασε δε στο σημείο να κάνει λόγο και για δημιουργία γερμανικών συνταγμάτων εντός του τσεχοσλοβακικού στρατού13. Παράλληλα, ο Χίτλερ και οι επιτελείς του στο Βερολίνο επεξεργάζονταν σχέδιο στρατιωτικής κατάληψης της Τσεχοσλοβακίας, στο οποίο έδωσαν την κωδική ονομασία «Πράσινο Σχέδιο» ή «Πράσινη Υπόθεση»14. Οι πιέσεις και οι προκλήσεις σε βάρος της Τσεχοσλοβακίας συνεχίστηκαν και εντάθηκαν το επόμενο διάστημα με τις ισχυρές δυνάμεις της Δύσης, την Αγγλία και τη Γαλλία να ζητούν από την τσεχοσλοβακική κυβέρνηση να επιδείξει πνεύμα συμβιβασμού.

Το καλοκαίρι του 1938, η γερμανοτσεχοσλοβακική κρίση εντάθηκε ακόμη περισσότερο, η απειλή στρατιωτικής εισβολής από μέρους της Γερμανίας πρόβαλε ως βεβαιότητα, το γερμανοσουδητικό στοιχείο - ιδίως το φιλοχιτλερικό τμήμα του - συνέχιζε να παίζει το ρόλο του, στις γερμανικές αξιώσεις, με προτροπή του Χίτλερ, προστέθηκαν και αξιώσεις από την Πολωνία και την Ουγγαρία, ενώ οι πιέσεις των Αγγλογάλλων πάνω στην τσεχοσλοβακική κυβέρνηση να υποταχθεί γίνονταν αφόρητες. Στην κατεύθυνση αυτή εντάσσεται και η κοινή επιτροπή που συγκρότησαν οι δύο χώρες, η οποία με επικεφαλής τον Αγγλο χιτλερόφιλο λόρδο Ράνσιμαν επισκέφθηκε την Τσεχοσλοβακία τον Αύγουστο του 1938 για να διατυπώσει προτάσεις για τη λύση της γερμανοτσεχοσλοβακικής κρίσης, αφού θα εξέταζε, δήθεν, επιτόπου την κατάσταση. Η επιτροπή Ράνσιμαν εμφανίστηκε ως «ουδέτερος» μεσολαβητής ανάμεσα στους Σουδήτες και την τσεχοσλοβακική κυβέρνηση, αλλά μόνον αυτό δεν ήταν. Ετσι, στην έκθεσή της, «ήταν άκρως επικριτική για τη μεταχείριση των μειονοτήτων στην Τσεχοσλοβακία», γράφει ο Γάλλος ιστορικός Μορίς Μπομόν. Και προσθέτει: «Ο Ράνσιμαν επέστησε την προσοχή στα δεινά των Γερμανών Σουδητών, που, όπως ήταν ευνόητο, δεν εμπιστεύονταν τους Τσέχους κυριάρχους τους, και γι' αυτό συνετάχθη με την ιδέα του διαμελισμού της Τσεχοσλοβακίας»15.

Εχοντας στη βαλίτσα του τις προτάσεις της Επιτροπής Ράνσιμαν, ο Βρετανός πρωθυπουργός Τσάμπερλεν συναντήθηκε με τον Χίτλερ στο Μπερχεσγκάντεν στις 15/9/1938. Αποτέλεσμα εκείνης της συνάντησης ήταν η κοινή αγγλογαλλική νότα, που απευθύνθηκε προς την τσεχοσλοβακική κυβέρνηση τέσσερις μέρες αργότερα, ύστερα από τις συνομιλίες ανάμεσα στην κυβέρνηση της Αγγλίας και της Γαλλίας στο Λονδίνο, στις 18 και 19 Σεπτέμβρη. Η νότα έγραφε16: «Οι εκπρόσωποι της γαλλικής και της βρετανικής κυβερνήσεως είχαν σήμερα διαβουλεύσεις επί της γενικής καταστάσεως και μελέτησαν την έκθεση του Βρετανού πρωθυπουργού για τις συνομιλίες του με τον χερ Χίτλερ. Οι Βρετανοί υπουργοί εξέθεσαν επίσης στους Γάλλους συναδέλφους τους τα συμπεράσματα, τα οποία αποκόμισαν από τον απολογισμό που τους υπέβαλε ο λόρδος Ράνσιμαν περί του έργου της Αποστολής του. Είμεθα αμφότεροι πεπεισμένοι ότι, κατόπιν των τελευταίων συμβάντων, έφτασε το σημείο όπου η περαιτέρω διατήρηση εντός των ορίων του τσεχοσλοβακικού κράτους των περιοχών οι οποίες κατοικούνται κυρίως από Γερμανούς Σουδήτες δεν μπορεί πράγματι να συνεχιστεί χωρίς να εκθέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα της ίδιας της Τσεχοσλοβακίας και της Ευρωπαϊκής Ειρήνης. Υπό το φως των σκέψεων αυτών και οι δύο κυβερνήσεις κατέληξαν υποχρεωτικώς στο συμπέρασμα ότι η διατήρηση της ειρήνης και η ασφάλεια των ζωτικών συμφερόντων της Τσεχοσλοβακίας δεν μπορούν να διασφαλιστούν αποτελεσματικά εάν δε μεταβιβαστούν οι περιοχές αυτές στο Ράιχ... Τόσο η γαλλική, όσο και η βρετανική κυβέρνηση αναγνωρίζουν πόσο μεγάλη είναι η θυσία που ζητείται από την τσεχοσλοβακική κυβέρνηση για την υπόθεση της ειρήνης. Επειδή όμως η υπόθεση αυτή είναι κοινή, τόσο για την Ευρώπη εν γένει, όσο και για την Τσεχοσλοβακία ειδικότερα, αισθάνονται την υποχρέωση να εκθέσουν από κοινού με ειλικρίνεια τους ουσιώδεις όρους για τη διασφάλισή της. Ο πρωθυπουργός (σ.σ. ο Τσάμπερλεν δηλαδή) πρέπει να επαναλάβει τις συνομιλίες του με τον χερ Χίτλερ όχι αργότερα από την Τετάρτη και ει δυνατόν ενωρίτερα. Γι' αυτό θεωρούμε ότι πρέπει να σας παρακαλέσωμε όπως απαντήσετε όσο το δυνατόν ταχύτερα».

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το κοινό σχέδιο για τη λύση του τσεχοσλοβακικού προβλήματος που αποφάσισαν οι Αγγογάλλοι στο Λονδίνο το Σεπτέμβρη του 1938, προέβλεπε ότι οι στρατιωτικές συμφωνίες της Τσεχοσλοβακίας με τη Γαλλία και την ΕΣΣΔ θα ακυρώνονταν17. Αυτό σήμαινε ότι η Γαλλία παραιτούνταν από την υποχρέωσή της να παράσχει στην Τσεχοσλοβακία στρατιωτική υποστήριξη σε περίπτωση που η τελευταία δεχόταν στρατιωτική επίθεση από άλλο κράτος. Σήμαινε επίσης ότι η Τσεχοσλοβακία έπρεπε να καταγγείλει τη σχετική συμφωνία που είχε με την ΕΣΣΔ. Αντί αυτού, η τσεχοσλοβακική κυβέρνηση ζήτησε να μάθει αν η Σοβιετική Ενωση θα ανταποκρινόταν στα συμφωνηθέντα στην περίπτωση που και η Γαλλία έπραττε το ίδιο18. Η σοβιετική απάντηση ήταν άμεση και κάτι περισσότερο από καταφατική. Η ΕΣΣΔ δήλωνε πως θα ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της απέναντι στην Τσεχοσλοβακία ακόμη και στην περίπτωση που η στάση της Γαλλίας ήταν η ακριβώς αντίθετη19. Μόνη προϋπόθεση για να βοηθήσει η ΕΣΣΔ την Τσεχοσλοβακία στρατιωτικά ήταν η ίδια η Τσεχοσλοβακία να αντισταθεί τόσο στη χιτλερική όσο και στην αγγλογαλλική πίεση. Η τσεχοσλοβακική όμως αστική τάξη ακολούθησε άλλο δρόμο, αυτόν του συμβιβασμού. Στις 2 το πρωί της 21ης Σεπτεμβρίου του 1938 ο Τσεχοσλοβάκος Πρόεδρος Μπένες υπέκυψε στις αγγλογαλλικές πιέσεις και δήλωσε στους πρεσβευτές των δύο χώρων τη συμμόρφωση της χώρας του προς τις απαιτήσεις τους. Ετσι τα πράγματα μοιραία οδηγήθηκαν στη Διάσκεψη του Μονάχου που, όπως υπογραμμίζει ο Γερμανός ιστορικός Κ. Χ. Γιάνσεν, είχε περισσότερο τυπικό παρά ουσιαστικό χαρακτήρα με την έννοια ότι επικύρωσε προειλημμένες αποφάσεις. «Η μοίρα της Τσεχοσλοβακίας - γράφει ο Γιάνσεν20 - είχε σφραγιστεί πριν από τη Συνδιάσκεψη του Μονάχου . Πραγματικά η θανατική καταδίκη εξεδόθη σε δύο σημαντικές προγενέστερες συναντήσεις. Η πρώτη ήταν ανάμεσα στον Νέβιλ Τσάμπερλεν και τον Χίτλερ στο Μπερχεσγκάντεν, η δεύτερη ανάμεσα στο Βρετανό και Γάλλο πρεσβευτή και στον πρόεδρο Μπένες στην Πράγα τη νύχτα της 20ής-21ης Σεπτεμβρίου. Στη δεύτερη αυτή περίσταση η Τσεχοσλοβακία εξαναγκάστηκε να παραδώσει στο Ράιχ τις επαρχίες εκείνες που ο πληθυσμός τους ήταν πάνω από 50% γερμανικός. Ο,τι ακολούθησε δέκα μέρες αργότερα στο Μόναχο ήταν απλώς η επισημοποίηση μιας συμφωνίας για την οποία είχαν γίνει πλήρεις διαπραγματεύσεις και η οποία ήταν νομικά δεσμευτική».

Αξιοσημείωτες πλευρές του αίσχους

Μετά το Μόναχο: Πλήθη στο Βερολίνο επευφημούν τον Χίτλερ κατά την επιστροφή του από το Μόναχο. Ηταν αηδιασμένος από τον ενθουσιασμό τους για την ειρήνη.Μετά το Μόναχο: Πλήθη στο Βερολίνο επευφημούν τον Χίτλερ κατά την επιστροφή του από το Μόναχο. Ηταν αηδιασμένος από τον ενθουσιασμό τους για την ειρήνη.
Στη Διάσκεψη του Μονάχου δεν κλήθηκε να συμμετάσχει η Σοβιετική Ενωση. Το χειρότερο μάλιστα είναι ότι δεν κλήθηκε να συμμετάσχει ούτε η Τσεχοσλοβακία για την τύχη της οποίας αποφάσισαν ερήμην της οι ηγέτες της Μ. Βρετανίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας. Γράφει ο Ιβάν Μάισκι21: «Στις 29 του Σεπτέμβρη έφτασαν μετά από πρόσκληση δύο εκπρόσωποι της τσεχοσλοβακικής κυβέρνησης (ο Τσεχοσλοβάκος πρέσβης στο Βερολίνο Α. Μάστνι και ο ανώτατος υπάλληλος του τσεχοσλοβακικού υπουργείου Εξωτερικών Χούμπερτ Μάζαρικ) όχι για να συμμετέχουν στη διάσκεψη, ω όχι! Μόνο για να ακούσουν την απόφαση και όχι ενώπιον όλων γιατί οι Γερμανοί και οι Ιταλοί εγκατέλειψαν την αίθουσα των συνεδριάσεων κι άφησαν τον Τσάμπερλεν και τον Νταλαντιέ να δεχτούν μόνοι τους τους Τσέχους εκπροσώπους. Ο Νταλαντιέ φέρθηκε πολύ απότομα, ο Τσάμπερλεν αντίθετα σαν όσιος ήταν και πιο ομιλητικός. Οι δηλώσεις των δύο πρωθυπουργών... ήταν με δυο λόγια: "Αν δεν αποδεχτείτε, θα λύσετε τα προβλήματά σας μόνοι σας με τους Γερμανούς"».

Ο αποκλεισμός της ΕΣΣΔ από τη Διάσκεψη του Μονάχου ήταν επίσης ένα πολύ σοβαρό ζήτημα που συγκέντρωσε εκείνη την εποχή, αλλά και αργότερα, πολλές επικρίσεις. Γράφει ο Alastair Parker στο πλαίσιο μιας γενικότερης θεώρησης της Συμφωνίας του Μονάχου 22: «Αυτό το αποκορύφωμα της "πολιτικής κατευνασμού" έχει εγείρει έντονες αντιπαραθέσεις. Λέγεται ότι το "Μόναχο " πολλαπλασίασε τις πιθανότητες να ξεσπάσει πόλεμος. Αν η Βρετανία κι η Γαλλία "όρθωναν το ανάστημά τους στον Χίτλερ", θα τον είχαν αναγκάσει να αποδεχτεί την ήττα ή, αν επιχειρούσε πόλεμο, θα ανατρεπόταν - υπήρχαν - τουλάχιστον, τέτοιες πληροφορίες είχαν οι Βρετανοί - στρατιωτικοί σε θέσεις-κλειδιά, έτοιμοι να εκθρονίσουν τον Χίτλερ αν οι απαιτήσεις του στην Τσεχοσλοβακία συναντούσαν τη σθεναρή αντίσταση των δυτικών Συμμάχων. Αντ' αυτού, το "Μόναχο " ενίσχυσε το γόητρο του Χίτλερ και μείωσε τις πιθανότητες οποιασδήποτε χαλιναγώγησής του στο μέλλον. Επιπλέον η Γερμανία κέρδισε σε δύναμη, ιδιαίτερα χάρη στην εξουδετέρωση του τσεχοσλοβακικού στρατού. Η συμπεριφορά των Συμμάχων, οι πιέσεις προς την Τσεχοσλοβακία να παραδοθεί, δυσκόλεψαν τη συσπείρωση για μελλοντική αντίσταση κατά της Γερμανίας, μάλιστα, είναι πολύ πιθανό η Συμφωνία του Μονάχου να ανάγκασε τον Στάλιν να εγκαταλείψει τις προσπάθειές του για οργάνωση της αντίστασης κατά του Χίτλερ, οδηγώντας τη Σοβιετική Ενωση στην υπογραφή του σοβιετοναζιστικού συμφώνου , τον Αύγουστο του 1939. Το ότι αγνοήθηκαν τα σοβιετικά συμφέροντα - η Ρωσία αφέθηκε έξω από τις διαπραγματεύσεις του Μονάχου - προκάλεσε πολλά επικριτικά σχόλια στη Δύση εκείνη την εποχή κυρίως επειδή αυτό ισοδυναμούσε με περιφρόνηση της Κοινωνίας των Εθνών και του δόγματος της "συλλογικής ασφάλειας". Η Κοινωνία των Εθνών είχε πάρα πολλούς υποστηρικτές στη Βρετανία, κυρίως στις τάξεις των φιλελεύθερων, των προοδευτικών και των σοσιαλιστών, ως όργανο αποτροπής πολέμων. Αλλά οι βρετανικές κυβερνήσεις σκόπιμα παρέκαμψαν την Κοινωνία των Εθνών (και τη Σοβιετική Ενωση, που μετά το 1935 κατείχε εξέχουσα θέση στην Κοινωνία των Εθνών) επειδή πίστευαν ότι θα τους δυσκόλευε περισσότερο στην επίτευξη συμφωνιών με τον Χίτλερ».

Μετά τη λήξη της Διάσκεψης του Μονάχου και πριν αναχωρήσει για το Λονδίνο ο Τσάμπερλεν είχε μια συνάντηση με τον Χίτλερ, καρπός της οποίας μια κοινή δήλωση - εμπνεύσεως του Βρετανού πρωθυπουργού - η οποία έλεγε23: «Ημείς, ο Γερμανός Φύρερ και καγκελάριος και ο Βρετανός πρωθυπουργός, είχομεν μίαν νέαν συνάντησιν σήμερον και συνεφωνήσαμεν εις την αναγνώρισιν, ότι η υπόθεσις των αγγλογερμανικών σχέσεων είναι πρωτίστης σημασίας διά τας δύο χώρας και διά την Ευρώπην. Θεωρούμεν την συμφωνίαν που υπεγράφη χθες την νύχτα και την αγγλογερμανικήν ναυτικήν συμφωνίαν, ότι συμβολίζουν την επιθυμίαν των δύο λαών μας να μην έλθουν ποτέ εις πόλεμον προς αλλήλους. Είμεθα αποφασισμένοι, ότι η μέθοδος των συσκέψεων θα είναι η μέθοδος που υιοθετείται διά τον χειρισμόν οιωνδήποτε άλλων ζητημάτων, τα οποία πιθανόν ν' αφορούν τας δύο χώρας μας και είμεθα αποφασισμένοι να συνεχίσωμεν τας προσπαθείας μας προς άρσιν των πιθανών πηγών διαφορών και ούτω να συμβάλωμεν εις την εξασφάλισιν της Ειρήνης εις την Ευρώπην».

Οταν ο Τσάμπερλεν έφυγε, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Φον Ρίμπεντροπ είπε στον Χίτλερ ότι δεν ήταν και τόσο σίγουρος αν είχε πράξει ορθά που υπέγραψε αυτό το έγγραφο. Η απάντηση του Γερμανού δικτάτορα υπήρξε άκρως αφοπλιστική: «Α, αυτό το χαρτάκι! Δεν έχει καμιά ιδιαίτερη σημασία»24. Την ίδια άποψη είχε και ο Τσάμπερλεν, παρά το γεγονός ότι χρησιμοποίησε αυτό το έγγραφο για να καθαγιάσει την πολιτική του στην αγγλική κοινή γνώμη. Γράφει ο Τσόρτσιλ στα απομνημονεύματά του25: «Ο Τσάμπερλεν επέστρεψε στην Αγγλία. ...όταν προσεγειώθη στο αγγλικό έδαφος, έβγαλε και έδειξε την κοινή δήλωση που είχε υπογράψει με τον Χίτλερ, και την εδιάβασε στις προσωπικότητες και στο πλήθος που τον υπεδέχθησαν. Ενώ εγκατέλειπε το αεροδρόμιο και το αυτοκίνητό του άνοιγε δρόμο ανάμεσα σ' αυτό το πλήθος που τον επευφημούσε, είπε στον Χάλιφαξ που εκάθητο πλάι του: "Σε τρεις μήνες, δε θα έχη μείνει τίποτα από αυτά". Από τα παράθυρα όμως του κτηρίου της Ντάουνινγκ Στριτ έδειξε ακόμη μια φορά την κοινή δήλωση και είπε τα εξής: "Είναι η δεύτερη φορά στην Ιστορία μας που από τη Γερμανία ήλθε στην Ντάουνινγκ Στριτ η έντιμος ειρήνη. Πιστεύω ότι η ειρήνη αυτή θα διαρκέση σε όλη μας τη ζωή"».

Επιστρέφοντας από το Μόναχο στο Παρίσι, ο Νταλαντιέ αντιμετώπισε τις επευφημίες του πλήθους, αλλά και τις προπόσεις των εφέδρων για την ειρήνη. Ο ίδιος όμως γνώριζε πώς ακριβώς είχαν τα πράγματα και δε δίσταζε να σαρκάσει: «Οι ανόητοι, αν ήξεραν τι επευφημούν!»26. Ολοι συνεπώς γνώριζαν πως η «ειρήνη» τους στο Μόναχο ήταν ένα βήμα πιο κοντά στον πόλεμο.

Γερμανικά στρατεύματα περνούν τα τσέχικα σύνορα και μπαίνουν στην περιοχή των Σουδητών, όπως προέβλεπε η συμφωνία του ΜονάχουΓερμανικά στρατεύματα περνούν τα τσέχικα σύνορα και μπαίνουν στην περιοχή των Σουδητών, όπως προέβλεπε η συμφωνία του Μονάχου





Υστερα απ' όλα αυτά μοιάζει μάλλον περιττό να πούμε ότι σε λιγότερο από έξι μήνες, το Μάρτη του 1939, η Τσεχοσλοβακία έπαψε και τυπικά να υπάρχει, αφού πέρασε ολοκληρωτικά στην κατοχή της Γερμανίας.

(Σ.Σ.: Στην ΕΣΣΔ ο Στάλιν βεβαιώθηκε ότι οι Δυτικοί δεν είχαν καμία πρόθεση να συνεργαστούν όπως τους πρότεινε για την αντιμετώπιση της γερμανικής επιθετικότητας, αλλά ότι αυτοί σχεδίαζαν με διπλωματικούς ελιγμούς να στρέψουν προς εκτόνωση την επιθετικότητα αυτή σε βάρος της ανατολικής Ευρώπης αρχικά, και κατόπιν κατά της χώρας του. Εξάλλου το Αντιδιεθνιστικό Σύμφωνο μεταξύ Βερολίνου-Ρώμης και αργότερα Τόκιο, ήταν σε ισχύ προ δύο ετών.

Ο Χίτλερ από την πλευρά του βεβαιώθηκε ότι δεν θα συναντούσε εντέλει ισχυρές εμπράγματες αντιστάσεις στο σχέδιό του για κυριαρχία στην Ευρώπη, και υποτιμούσε απολύτως την δύναμη πυρός του σοβιετικού στρατού, που κατά την γνώμη του δεν ήταν αξιόμαχος επειδή είχε διαβρωθεί και από τον κομμουνισμό — το δε πλήθος του δεν ήταν παράμετρος που υπολόγιζε ιδιαιτέρως, καθώς είχε πλήρη εμπιστοσύνη στο ηθικό, την εκπαίδευση, τον εξοπλισμό του γερμανικού στρατού.

Κατά έναν τρόπο, το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ που έγινε 11μήνες αργότερα και σηματοδότησε μια απρόσμενη προσέγγιση Γερμανίας και ΕΣΣΔ, προοικονομήθηκε ως τακτικός ελιγμός των δύο μερών, για το κέρδισμα πολύτιμου χρόνου: ο Στάλιν ήλπιζε να προετοιμαστεί για πόλεμο, ο Χίτλερ να αποφύγει τον πόλεμο σε 2 μέτωπα, ανατολικό και δυτικό, όπως είχε γίνει στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο.)


Παραπομπές

1. Στη Διάσκεψη του Μονάχου συμμετείχαν επίσης οι υπουργοί Εξωτερικών της Αγγλίας Χάλιφαξ, της Γαλλίας Μπονέ, της Γερμανίας Ρίμπεντροπ και της Ιταλίας Τσιάνο.
2. William Shirer: «Η Ανοδος και η Πτώσις του Γ' Ράιχ», εκδόσεις Αρσενίδη, τόμος Α', σελ. 617.
3. Ian Kershaw: «Χίτλερ 1936-1945: Νέμεσις», εκδόσεις SCRIPTA, σελ. 114.
4. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια ιστορία», εκδόσεις Μέλισσα, τόμος Θ1-Θ2, σελ. 694-695.
5. «Παρνέλ: Ιστορία του 20ού αιώνα», εκδόσεις Χρυσός Τύπος, τόμος 4ος, σελ. 1653-1654.
6. «Παρνέλ: Ιστορία του 20ού αιώνα», εκδόσεις Χρυσός Τύπος, τόμος 4ος, σελ.1375-1386 και 1626-1630.
7. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια ιστορία», εκδόσεις Μέλισσα, τόμος Θ1-Θ2, σελ.720.
8. «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος», «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 1ος, σελ. 22-25.
9. Στάνλεϊ Πέιν: «Ιστορία του φασισμού», εκδόσεις ΦΙΛΙΣΤΩΡ, σελ. 332-346.
10. Ρίτσαρντ Στόρι: «Η Ιαπωνία και το Σύμφωνο Αντικομιτέρν» στο «Παρνέλ: Ιστορία του 20ού αιώνα», εκδόσεις Χρυσός Τύπος, τόμος 4ος, σελ. 1626-1630.
11. «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος», «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 1ος, σελ. 45.
12. Υπουργείο Αμύνης ΕΣΣΔ: Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, εκδόσεις 20ός αιώνας, Αθήνα 1959, σελ. 25-26, Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια ιστορία», εκδόσεις Μέλισσα, τόμος Θ1-Θ2, σελ. 438- 439.
13. Ian Kershaw, στο ίδιο, σελ. 90.
14. Ρ. Α. Στεϊνιγκερ: «Η δίκη της Νυρεμβέργης», Αθήνα 1960, σελ. 87.
15. Μορίς Μπομόν: «Μόναχο , σύμβολο Καταισχύνης», «Παρνέλ: Ιστορία του 20ού αιώνα», εκδόσεις Χρυσός Τύπος, τόμος 4ος, σελ. 1656.
16. Βέρα Ολίβοβα: «Η θυσία της Τσεχοσλοβακίας», «Παρνέλ: Ιστορία του 20ού αιώνα», εκδόσεις Χρυσός Τύπος, τόμος 4ος, σελ. 1647-1650.
17. Ιβάν Μάισκι: «Το δράμα του Μονάχου », εκδόσεις Ιδεολογική Πάλη, Αθήνα 1977, σελ. 48.
18. Ιβάν Μάισκι, στο ίδιο, σελ. 50.
19. Υπουργείο Αμύνης ΕΣΣΔ: Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, εκδόσεις ΚΑΔΜΟΣ, Αθήνα 1959, τόμος Α΄ σελ. 43.
20. Κ. Χ. Γιάνσεν: «Οταν ο Χίτλερ ενέδωσε», «Παρνέλ: Ιστορία του 20ού αιώνα», εκδόσεις Χρυσός Τύπος, τόμος 4ος, σελ. 1651.
21. Ιβάν Μάισκι, στο ίδιο, σελ. 65.
22. Alastair Parker: «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος», εκδόσεις ΕΠΙΛΟΓΗ/ ΘΥΡΑΘΕΝ - Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, σελ. 28-29.
23. William Shirer: «Η Ανοδος και η Πτώσις του Γ' Ράιχ», εκδόσεις Αρσενίδη, τόμος Α΄, σελ. 626.
24. David Irving: «Ο πόλεμος του Χίτλερ», εκδόσεις Γκοβόστη, τόμος Α΄, σελ. 197.
25. Ουιν. Τσόρτσιλ: «2ος Παγκόσμιος Πόλεμος - Απομνημονεύματα», εκδόσεις: Ελληνική Μορφωτική Εστία, μετάφραση Α. Σαμαράκη, τόμος Α΄, σελ. 274.
26. «Παρνέλ: Ιστορία του 20ού αιώνα», εκδόσεις Χρυσός Τύπος, τόμος 4ος, σελ. 1654.

Πηγές: Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ / Ριζοσπάστης Κυριακή 25 Σεπτέμβρη 2005

Print Friendly and PDF

Μοιραστείτε το