ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ




Βαγγελίτσα Κουσιάντζα, Μια ηρωίδα του λαού.

Βαγγελίτσα Κουσιάντζα
Βαγγελίτσα Κουσιάντζα
Με αφορμή την δημοσίευση του άρθρου "Το χρονικό της Νιάλας - Αγράφων" , την αναφορά στον Βασίλη Φυτσιλή και το βιβλίο που είναι αφιερωμένο στην ηρωίδα του λαού Βαγγελίτσα Κουσιάντζα, βρήκαμε στις σελίδες του Ριζοσπάστη και σας παρουσιάζουμε το εν λόγω βιβλίο - αφιέρωμα. Το βιβλίο του Βασίλη Φυτσιλή με τίτλο "Βαγγελίτσα Κουσιάντζα" αναφέρεται σε μια σπάνια τραγική ιστορική στιγμή, μαχητών του ΔΣΕ, στα μέσα του Απρίλη 1947 που αναδεικνύει το μεγαλείο του λαϊκού αγώνα και των αγωνιστών της "Νιάλας".

Οπως αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου, "είναι κάποιοι τόποι, που όσο είσαι μακριά, μπορούν να σε κρατούν δεμένο μια ζωή, να κουβαλάς στη μνήμη σου εκείνο το φοβερό, το ασήκωτο βάρος που 'χουν τα βράχια τους, οι πλαγιές με την ανεμοδαρμένη χλόη τους κι οι γκρεμοί με τις πετροσπαρμένες σάρες τους. Και πιο πολύ σαν αναλογίζεσαι πως κάτω από τούτα τα βράχια και τους γκρεμούς και τις σάρες, βλασταίνει πάντα τρυφερή, πάντα καθαρή κι αθόλωτη η μνήμη συντρόφων αγαπημένων, που ο θάνατος τούς αγκάλιασε εκεί, την ώρα που έγραφαν ένα τραγούδι για τη ζωή!...".

Πορεία στο χιόνι

.
Βαγγελίτσα Κουσιάντζα. Μια ηρωίδα του λαού. Το χρονικό μιας τραγωδίας.


  Σχηματίσαμε μια μεγάλη φάλαγγα, βαδίζοντας ο ένας πίσω από τον άλλο. Μπροστά ήταν τα ένοπλα τμήματα, στη μέση οι πολιτικές οργανώσεις και ο άμαχος πληθυσμός και οπισθοφυλακή πάλι ένα τμήμα ένοπλο, ο λόχος του Ερμή.Υστερα από καμιά ώρα πορεία, συναντήσαμε ένα ποτάμι. Περνούσαν ένας - ένας πάνω από ένα ξύλινο γεφύρι, καμωμένο από κορμούς δέντρων. Το μουλάρι μας, φορτωμένο με όλα τα σύνεργα του τυπογραφείου, ήταν αδύνατο να περάσει πάνω από κείνο το γεφύρι. Το πήρα απ' το καπίστρι και περάσαμε μαζί μέσα απ' το ποτάμι. Είχα βραχεί μέχρι τα γόνατα και πιο πάνω.

Ανεβαίναμε σ' ένα στενό μονοπάτι, σε μια πλαγιά με αραιά έλατα και βράχια κοφτερά. Ο καιρός, από στιγμή σε στιγμή, όλο και χειροτέρευε. Ενας δυνατός αέρας με βροχή κι ύστερα από λίγο δρολάπι χιονόνερο, μας έδερνε απ' όλες τις μεριές. Η πορεία στο μονοπάτι, που όσο ανεβαίναμε τόσο πιο πολύ το σκέπαζε το στρώμα του χιονιού, γινόταν όλο και πιο πολύ το σκέπαζε το στρώμα του χιονιού, γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Ενα παραπάτημα πάνω στην πέτρα, που είχε πιάσει γυαλί απ' το παγωμένο χιόνι και μπορούσες να βρεθείς στο βάθος της χαράδρας, χωρίς καμιά ελπίδα επιστροφής.
Τα μεταγωγικά του τάγματος ήταν πια αδύνατο να προχωρήσουν. Τα ξεφόρτωσαν, κι έκρυψαν πρόχειρα το μοναδικό κανόνι μας και τον άλλο βαρύ οπλισμό, εκεί γύρω στα βράχια.
Το δικό μας το μουλάρι πάλεψε φιλότιμα, όσο μπόρεσε. Στο φρύδι ενός γκρεμού, τα πισινά του πόδια γλίστρησαν πάνω στον πάγο και έπεσε προς τα πίσω. Μόλις που πρόφτασα ν' αφήσω την αλυσίδα. Θα με τραβούσε και μένα μαζί του.
Στάθηκα βουβός, κι άκουγα το κατρακύλισμα μέσα στο σκοτάδι. Το μοναδικό ζώο που πήρε μέρος στην πορεία μας κι έφτασε τόσο κοντά στον αυχένα της Νιάλας, με όλο το πολύτιμο φορτίο του, τον πολύγραφο, τις μηχανές κι όλο το υλικό του τυπογραφείου μας, χάθηκε μέσα στην άγρια χαράδρα. Μαζί του χάθηκε και το μαντολινάκι μου. Το δώρο του αδελφού...
- Προχωρείτε! Προχωρείτε!.. Μην κόβετε τη φάλαγγα! φώναζαν κάθε λίγο οι επικεφαλής. Μια καθυστέρηση, ένα κόψιμο της φάλαγγας μέσα σε κείνον το χιονιά και το σκοτάδι, ήταν κίνδυνος θανάτου για τους παραπίσω.


Βαδίζαμε, κρατώντας ο ένας τον άλλον απ' τη χλαίνη, απ' το σακάκι, απ' τα χέρια. Μια ανθρώπινη αλυσίδα, που πάλευε, με πείσμα, να νικήσει αυτή την ξαφνική, την αναπάντεχη οργή της φύσης. Χιόνι και αέρας και παγωνιά θανατερή, στα μέσα του Απρίλη...

- Προχωρείτε! Προχωρείτε!..
Προχωρούσα μέσα στη φάλαγγα, με το κεφάλι σκυμμένο μπροστά, με τα μάτια μισόκλειστα. Με το ένα χέρι κρατούσα το δίκοχο, και το 'φερνα μπροστά στο πρόσωπο, για να προφυλάξω τα μάτια μου, που έπιαναν απάνω στα τσίνουρα ένα στρώμα από γυαλί.
Ενας επίτροπος προσπέρασε βιαστικά, με το χέρι λυγισμένο μπροστά στα μάτια του, σαν ασπίδα.
- Κουράγιο σύντροφοι! Προχωράτε κοντά - κοντά. Να κρατιέστε ο ένας απ' τον άλλον. Μην κόβετε τη φάλαγγα. Θα περάσουμε! Μετά τον αυχένα θα έχουμε κατήφορο. Κουράγιο!
Η πείνα μου έσκαβε το στομάχι, μέχρι βαθιά στη ραχοκοκαλιά. Στο σακίδιό μου είχα ένα μικρό κουτί γάλα, εβαπορέ. Μας τα είχαν μοιράσει στα Βραγγιανά, πριν ξεκινήσουμε. Δεν μπορώ τώρα να θυμηθώ, τι τρόπο βρήκα και το άνοιξα. Με την πρόκα απ' την αγκράφα του ζωστήρα ή με τα δόντια έκανα μια τρύπα στο κουτί και το ρουφούσα έτσι καθώς περπατούσαμε.
Εχω την εντύπωση πως και κείνο το λίγο γάλα, με βοήθησε πολύ ν' αντέξω στη συνέχεια της πορείας, εκεί που παλικάρια σιδερένια, ψημένα σε δυο αντάρτικα, δεν άντεξαν. Γιατί, απ' τη στιγμή που βγήκαμε απ' τα έλατα και πιάσαμε ψηλά τη γυμνή κορυφογραμμή της Νιάλας, η ανθρώπινη αντοχή ήταν παιχνιδάκι μπροστά σε κείνη την απίστευτη μανία των στοιχείων της φύσης.


Είχε ξημερώσει. Μεγάλο Σάββατο. Βαδίζαμε σ' ένα μονοπάτι που πήγαινε πλάι - πλάι στη βουνοσειρά, με ανεβοκατεβάσματα. Το χιόνι ερχόταν απ' το βοριά και γινόταν απάνω μας ένα στρώμα από πάγο. Το δίκοχο στο χέρι μου είχε γίνει ένα κομμάτι κρύσταλλο. Το πέταξα, κι έβαζα το χέρι μου γυμνό μπροστά στα μάτια.

Μια κουβέρτα, ξυλιασμένη, σαν άδειο καβούκι από χελώνα, έφυγε απ' τα χέρια κι απ' το κορμί κάποιου πολίτη και πέρασε δίπλα μου σφυρίζοντας. Ταλαντεύτηκε λίγο στον αέρα, σα χαρτάκι που το σηκώνει ο ανεμοστρόβιλος κι ύστερα χάθηκε στο βάθος, μέσα στη θολούρα της θύελλας, που όλο δυνάμωνε.
Είπα πιο πάνω πως είχε ξημερώσει. Μα η μέρα εκείνη δεν είχε και μεγάλη διαφορά απ' τη νύχτα... Ενας θολός άσπρος κύκλος, με ακτίνα πεντέξι μέτρα το πολύ, ήταν όλη η ορατότητα. Ενα άσπρο σταχτί σκοτωμένο κι ένα σφύριγμα μανιασμένο κι αδιάκοπο, έφερνε κύματα - κύματα το παγωμένο χιόνι, που σκόρπιζε γύρω μου το θάνατο.
Είδα δίπλα μου αντάρτες και πολίτες να πέφτουν και να πεθαίνουν σε ένα λεφτό. Εβγαζαν απ' τα ρουθούνια τους λίγο αίμα, τρεμόπαιζαν για μια στιγμή τα βλέφαρα και σε λίγο ήταν νεκροί. Πρέπει, από τον παγωμένο αέρα που αναπνέαμε, να πάθαιναν κάποια ψύξη στο στήθος, να έσπαγαν τα πλεμόνια τους!..
Είδα μια οικογένεια ολόκληρη, μια μάνα με τα δυο παιδιά της, μια κοπελίτσα μέχρι δεκαπέντε χρονών κι ένα αγοράκι ακόμα πιο μικρό, να κάθονται κι οι τρεις αγκαλιασμένοι μέσα στο χιόνι, δίπλα στο μονοπάτι... Δεν μπορούσες να σταθείς. Δεν μπορούσες να σκύψεις στον πεσμένο, να του δώσεις βοήθεια.
- Προχωρείτε! Προχωρείτε!.. Μην κόβετε τη φάλαγγα! ούρλιαζε άγρια κάθε τόσο μια φωνή πίσω μας. Να φτάσουμε κάπου, όσοι μπορέσουμε. Να γλιτώσουμε όσοι καταφέρουμε να περάσουμε αυτό τον αυχένα. Αυτή την παγωμένη ασπριδερή κόλαση!..
Πολλοί απ' τους επικεφαλής, καθώς και οι ντόπιοι σύνδεσμοι, οι οδηγοί, είχαν πεθάνει ή είχαν χαθεί. Η φάλαγγα κόπηκε... Και η πορεία συνεχιζόταν, ακέφαλη σχεδόν, χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση, χωρίς καμιά δυνατότητα προσανατολισμού.

Στη μάχη με τη χιονοθύελλα.



Δεν ξέραμε αν πηγαίναμε ανατολικά ή δυτικά. Δεν ξέραμε αν θα βρίσκαμε μπροστά μας στρατό δικό μας ή τους άλλους.Σαν από ένστικτο τρέχαμε κυνηγημένοι από τη χιονοθύελλα, μυρμήγκια ανυπεράσπιστα μπροστά στη δύναμη μιας ανελέητης σκούπας που σάρωνε τα πάντα!..

Προχωρούσα σφίγγοντας τα δόντια, συγκεντρώνοντας όσο μπορούσα τις δυνάμεις μου. Εβαζα το χέρι μου μπροστά στα ρουθούνια, για να τα προφυλάξω. Μου φαινόταν πως ανάπνεα κάτι φλογισμένο, που μ' έκαιγε μέχρι μέσα στα πλεμόνια. (Αυτό το κάψιμο στα ρουθούνια και βαθιά μέσα στο λάρυγγα, μια γεύση και μια μυρωδιά σαν από καμένη γη, το αιστανόμουν για χρόνια μετά).

Πιο κάτω, στην πλαγιά, ακούγονται φωνές, φασαρία.

"Εδώ πέσανε κι άλλοι!"
"Πάρτε τους οι άλλοι στον ώμο! Οποιος μπορεί".

Ο Βαγγέλης Ταγκούλης, ο Σούλας Τσιαμανής, νεκροί. Αλλα παιδιά, αντάρτες, καμιά δεκαριά άνθρωποι ξαπλωμένοι πάνω στον πάγο να χαροπαλεύουν.
Τους φορτώνονται στην πλάτη άλλοι αντάρτες, που αντέχουν ακόμα, να τους βγάλουν πιο κάτω, ίσως μπορέσουν να τους σώσουν.
Ο Ταγκούλης, ο Σούλας Τσιαμανής μαζί με τη γυναίκα του την Κούλα, η Ελένη Μπουλτζή, η γυναίκα του Γιώργου Ράγια με τα δυο παιδιά της, ο Κωστάκης Πατρίκης και τόσοι άλλοι, έμειναν ξυλιασμένοι απάνω στον πάγο, άψυχα κουφάρια εκεί στην αφιλόξενη ράχη της Νιάλας...   Μπροστά μου, δίπλα στο μονοπάτι, για να μην εμποδίζει τους άλλους να περνούν, είδα γονατισμένη μια γνωστή γυναικεία σιλουέτα. Εσκυψα αμέσως και την έπιασα απ' τους ώμους. Ηταν η Βαγγελίτσα Κουσιάντζα. Η δασκάλα απ' τον Παλαμά της Καρδίτσας. Στέλεχος του Κόμματος. Η πιο φλογερή αγωνίστρια που γνώρισα. Τη θαύμαζα, μ' έναν θαυμασμό απέραντο. Μιλούσε στις συγκεντρώσεις και ξεσήκωνε θύελλες ενθουσιασμού. Είχε δόσει όλες τις δυνάμεις της, όλη τη ζωή της στον Αγώνα. Είχε μείνει κι είχε δουλέψει στο χωριό μας αρκετό καιρό, στα χρόνια της Αντίστασης και μετά την απελευθέρωση. Με την αδερφή μου ήταν συνομήλικες και φιλενάδες.

Μάζευε στο σχολείο τις αγράμματες γυναίκες του χωριού μας και τους μάθαινε την αλφαβήτα. Ακόμα και σε κείνες τις ζοφερές μέρες, μετά τη Βάρκιζα, μιλούσε με μια θέρμη και με μια σιγουριά στη φωνή της, που έλεγες πως τίποτα δε χάθηκε ακόμα.

- Βαγγελίτσα!.. Την κούνησα δυνατά απ' τους ώμους. Σήκω, Βαγγελίτσα!

Τη σήκωσα με κόπο. Γύρισε και με κοίταξε.
- Βασιλάκη... (Ετσι με φώναζαν τότε όλοι στη Νομαρχιακή). Φύγε, εσύ, Βασιλάκη. Προχώρα. Θάρθω εγώ... Προσπαθούσε να με διώξει κι ας ήξερε πως την περίμενε σίγουρα ο θάνατος.

Εσφιξα το ένα χέρι μου γύρω στη μέση της, γαντζώθηκε και κείνη με τα χέρια της απ' το λαιμό μου και ξεκινήσαμε πάλι.
Είναι απίστευτο, πόση αντοχή μπορεί να κρύβει μέσα του ο άνθρωπος και να τη φανερώνει σε κάτι τέτοιες στιγμές. Ενιωθα τα νεύρα μου να τεντώνουν σαν σύρματα, και τα ποδάρια μου να πατάνε σίγουρα κι αποφασιστικά σε κείνον το γυάλινο ανεμοδαρμένο αυχένα. Μου φαινόταν μάλιστα πως πήρα πιο πολλή δύναμη. Δεν ήμουν πια μόνος μέσα σε κείνη τη συντέλεια. Σε κείνη τη θανατερή χιονοθύελλα. Δεν είχα στους ώμους μου ένα βαρύ φορτίο. Είχα κοντά μου, δίπλα μου, έναν πολύτιμο σύντροφο. Πολύτιμο για τον αγώνα, για το λαό, αλλά και για μένα τον ίδιο.

Η πλαγιά κατηφόριζε και γινόταν τώρα πιο ομαλή, χωρίς βράχια. Ενα μέρος ίσιο και στρωτό, σα λιβάδι, σκεπασμένο μ' ένα άσπρο στρώμα γυαλιού.Αθέλητα περπατούσαμε, σχεδόν τρέχαμε, σπρωγμένοι απ' τη χιονοθύελλα και το δυνατό αέρα που σφύριζε στις πλάτες μας.

Γύρω μας σε κάθε βήμα έβλεπα ανθρώπους που προσπαθούσαν να προχωρήσουν. Κι άλλους που δεν προσπαθούσαν πια... Είχαν γονατίσει. Είχαν πέσει, σ' αυτή την παράξενη μάχη που δίναμε, με αντίπαλο τη χιονοθύελλα, με μοναδικό όπλο μας τη θέληση και την αντοχή. Κι έμειναν, άταφοι νεκροί, εκεί στην ολόγυμνη ράχη της Νιάλας.
Σακίδια, όπλα, κουβέρτες, άλλες δεμένες ρολό, κι άλλες ανοιχτές, ξυλιασμένες, κιλίμια σπιτίσια χρωματιστά, ήταν πεταγμένα σ' όλο το μάκρος της βουνοπλαγιάς. Τα πιο ελαφριά τα 'παιρνε ο σίφουνας του χιονιού, τα στριφογύριζε λίγο σαν παιχνιδάκια, και μετά χάνονταν, σαν ιπτάμενοι δίσκοι στο άπειρο...
Σκοντάψαμε πάνω σ' ένα οπλοπολυβόλο, τυλιγμένο στον πάγο.
- Τα όπλα... αχ, τα όπλα μας!.. έλεγε σχεδόν κλαίγοντας η Βαγγελίτσα. Τ' αποχτήσαμε με τόσες θυσίες... Γιατί τα πετάξανε... Τα όπλα μας...
Ηταν κάτι σαν παραμιλητό. Σαν παράπονο και σαν κλάμα μικρού παιδιού...
Στον αυχένα ακριβώς, σ' ένα γουπατάκι, που έκοβε κάπως την ορμή της θύελλας, πέσαμε πάνω σ' ένα τσαντίρι. Ενα μικρό στρατιωτικό αντίσκηνο, μισοθαμμένο μέσα στο χιόνι!

Η Βαγγελίτσα είχε γίνει μολύβι στα χέρια μου. Την έσυρα, με όση δύναμη μου απόμενε, μέσα στο αντίσκηνο. Ηταν εκεί στριμωγμένοι κι άλλοι δικοί μας. Ο μπαρμπα - Μήτσιος ο Παπαγεωργίου, ο Βασίλης Τσιρώνης κι ο Αλέκος ο Γαλανίτσας απ' τη Νομαρχιακή, καθώς κι άλλα παιδιά, αντάρτες. Στριμώχτηκαν ακόμα πιο πολύ και ξαπλώσαμε ανάμεσά μας τη Βαγγελίτσα.

Ενα μικρό αντίσκηνο, ένα κομμάτι ύφασμα, ήταν εκείνη τη στιγμή η σωτηρία για οχτώ και δέκα ανθρώπους! Μια σανίδα που βρίσκει αναπάντεχα μπροστά του ο εξαντλημένος ναυαγός, μέσα στο φουρτουνιασμένο πέλαγος...
Ενιωθα τον αέρα χλιαρό στο πρόσωπό μου και οι δυνάμεις μου μ' ένα μυρμήγκιασμα σ' όλο μου το κορμί, άρχιζαν σιγά - σιγά να ανασυγκροτούνται.Η Βαγγελίτσα ήταν ξυλιασμένη, αναίσθητη. Με εντριβές στο λαιμό, στα χέρια, στα πόδια, κατορθώσαμε ύστερα από πολλές ώρες να τη συνεφέρουμε.
Ρούχο, φυσικά, δεν υπήρχε τίποτα στεγνό απάνω μας, αλλά έτσι στριμωγμένοι κοντά κοντά, δίναμε ο ένας στον άλλο μια ιδέα ζεστασιάς. Προσπαθούσαμε να μείνουμε ξύπνιοι και ζωντανοί, σκουντώντας ο ένας τον άλλο. Γιατί ο ύπνος, σε κείνες τις στιγμές, θα ήταν πραγματικά θάνατος.
Καταλαβαίναμε, βέβαια, πως το αντίσκηνο αυτό ήταν των αλλωνών. Είχαν βγάλει απ' την προηγούμενη μέρα φυλάκιο εδώ πάνω και έπιασαν θέση. Αλλά με το ξέσπασμα της χιονοθύελλας το εγκατέλειψαν και φύγαν κακήν κακώς για τ' Αγραφα. Αργότερα μάθαμε πως είχαν κι αυτοί αρκετούς νεκρούς, απ' το χιόνι, κι από μια συμπλοκή που έγινε με τους δικούς μας. Ενας ταγματάρχης τους, με μια μικρή δύναμη, προσπάθησε ν' ανέβει στο φυλάκιό τους. Πρέπει να είχαν χάσει κι αυτοί το δρόμο.

Παγερή αναμονή.


  Στο μονοπάτι, ο ταγματάρχης ήρθε φάτσα με φάτσα, με το δικό μας λοχαγό του 3ου λόχου, τον Ερμή, που περνούσε τελευταίος, με τα υπολείμματα της οπισθοφυλακής μας.Να πώς περιγράφει τη σκηνή αυτή ο Θωμάς Τσεκούρας, αντάρτης, που ανήκε στον 3ο λόχο:

"Και βγήκαμε στο ύψωμα της Νιάλας, που ήταν ο στρατός εκεί. Πριν φτάσουμε στην κορφή της Νιάλας, ρωτώ το σύνδεσμο, τι δουλιά έχουμε από δω; Εκείνος είπε, ο δρόμος είναι από δω. Τότε σταματάτε, του είπα και περιμένετε. Και γυρίζω πίσω, να βρω το λοχαγό μου Ερμή. Τότες με φώναξε πρώτος ο Βαγγέλης Ζορμπάς, Θωμά, πεθαίνω. Και πέθανε αμέσως. Θα μου πεις, εσύ πώς γλίτωσες; Να σου πω. Με έσωσε μια πετσέτα που είχα και είχα το κεφάλι και το στόμα τυλιγμένο.

Ας αφήσουμε το Ζορμπά. Γύρισα πιο πίσω, βρίσκω το Βασίλη Μπισλή τα μπρούμυτα, να φωνάζει βοήθεια. Μόλις βρήκα τον λοχαγό, του είπα τι συμβαίνει, και ήρθε στη διμοιρία ανιχνευτών, μπροστά. Και είπε στο σύνδεσμο, μας πρόδωσες προδότη. Και μου άρπαξε το αυτόματο, να τον πυροβολήσει. Αλλά ήταν άχρηστο το αυτόματο, δεν έπαιρνε φωτιά, από τον πάγο. Και μας είπε: Πίσω παιδιά! Εκεί που είπε πίσω, ακούστηκε μια φωνή: - Παιδιά από δω! Τότες ο λοχαγός φώναξε: Ποιος είσαι; Είμαι ο ταγματάρχης Αλευράς, φώναξε αυτός, του αστικού στρατού. Τότες τράβηξε το πιστόλι ο Ερμής και τον σκότωσε. Και τότες τα χάσαμε όλοι. Δρόμος δεν υπήρχε. Σκορπίσαμε σαν τα πρόβατα και πού να πάμε; Εβλεπες κάτω από το χιόνι να φωνάζουν βοήθεια, ποιος όμως να σε γλιτώσει από το κρύο. Μόλις ανεβήκαμε στην κορφή δεν αντέξαμε, είδαμε μια πέτρα και εκεί πέσαμε τα μπρούμυτα, να γλιτώσουμε απ' το κρύο. Ομως δεν ήταν πέτρα, ήταν σκηνές του στρατού. Και μπήκαμε μέσα".

Περάσαμε μέσα στο αντίσκηνο όλη τη νύχτα. Ξημέρωσε Κυριακή 13 του Απρίλη. Πάσχα του 1947...Εκανα μια προσπάθεια και βγήκα, να ρίξω μια ματιά γύρω. Είχα τυλίξει το κεφάλι μου μ' ένα λουρίδι ύφασμα, σαν πετσέτα, που μου έδωσε ένας αντάρτης. Λίγα μέτρα πιο πέρα απ' το αντίσκηνο, ένας όλμος, με την κάννη υψωμένη, είχε πιάσει γύρω - γύρω μια παλάμη κρούσταλλο και φάνταζε σαν ψεύτικος, σαν μπιμπελό μέσα σε γυάλινη βιτρίνα...

Προχωρούσα, προσπαθώντας να στηρίζομαι καλά πάνω στον πάγο, για να μη με σηκώσει ο αέρας. Πιο πέρα βρήκα ένα άλλο αντίσκηνο, μισοθαμμένο κι αυτό μέσα στο χιόνι, να το ταρακουνάει πέρα - δώθε το δρολάπι. Εχωσα το κεφάλι μου απ' το άνοιγμα.
- Δε χωράμε, συναγωνιστή, πού να μπεις!.. είπε κάποιος από μέσα. Ηταν πατικωμένοι κι αυτοί, καμιά δεκαριά, μέχρι το άνοιγμα της σκηνής.
- Δε θέλω να μπω. Είμαι στην άλλη σκηνή, εδώ δίπλα. Πώς πάτε εσείς;
- Εδώ είναι και φαντάροι!.. μου ψιθύρισε στ' αυτί. Τους βρήκαμε εδώ. Ο ένας νομίζω έχει πεθάνει. Είναι άλλοι, εκτός από σας;
- Δεν ξέρω...

Δίπλα στο αντίσκηνο είδα μέσα στον πάγο ένα κουτί σφραγισμένο. Είχε μέσα γάλα σκόνη. Το ξεκόλλησα απ' τον πάγο και το πήρα.
Ξαναγύρισα στους δικούς μου. Τους είπα τα νέα. Πως και οι διπλανοί ήταν όλοι οι ξένοι. Μακεδόνες αντάρτες. Σύνδεσμος ντόπιος δεν υπήρχε. Δεν ήξεραν κι αυτοί πού βρισκόμαστε. Τους είπα και για τους φαντάρους που έμειναν εδώ και τώρα ήταν ανακατεμένοι μαζί με τους δικούς μας, στην άλλη σκηνή.Αποφασίσαμε να περιμένουμε. Αλλο τίποτα δεν μπορούσαμε να κάνουμε. Αν φεύγαμε έτσι μέσα σε κείνη τη συντέλεια, προς άγνωστη κατεύθυνση, θα κινδυνεύαμε πιο πολύ να πεθάνουμε. Αν ερχόταν ο στρατός, θα ήμασταν εμείς οι αιχμάλωτοι. Αν έρχονταν οι δικοί μας, τότε θα παίρναμε και τους στρατιώτες μαζί μας.

Τους είχα δώσει το κουτί και ένας αντάρτης έπιασε και το άνοιξε. Αλλά, πώς να το φάμε, γάλα σκόνη... Επαιρναν χιόνι, το ανακάτευαν με τη σκόνη να μουλιάσει, γινόταν μια λάσπη παγωμένη και έβαζε ο καθένας από μια δαχτυλιά στο στόμα του...
Ετσι, περιμέναμε άπραγοι ώρες ατέλειωτες, μέσα σε κείνο το αντίσκηνο - σωτηρία και παγίδα μαζί - μισοπεθαμένοι - μισοζωντανοί, ποιος ξέρει σε πόσους βαθμούς κάτω από το μηδέν, με μόνη "θέρμανση" τα κορμιά μας και τα χνότα μας...
Ξαφνικά, μέσα στο βουητό της χιονοθύελλας και στα σφυρίγματα του αέρα, ακούστηκαν πυροβολισμοί. Μια ριπή αυτόματου κακάρισε δίπλα μας. Φωνές κι αναταραχή στο διπλανό αντίσκηνο.

- Εξω όλοι! Και ψηλά τα χέρια! Πετάξτε τα όπλα. Βούλγαροι!..

Μια παγερή σιωπή απλώθηκε μέσα στο αντίσκηνό μας... Ηρθαν οι "άλλοι". "Ολα τέλειωσαν"...- Οποιαδήποτε αντίσταση είναι μάταιη, είπε κάποιος δικός μας. Ο Τσιρώνης ίσως, ή ο μπαρμπα - Μήτσιος.
Και πραγματικά, ήταν αδύνατη οποιαδήποτε αντίσταση, στην κατάσταση που βρισκόμασταν και εμείς και τα όπλα μας.
Εφτασαν και σε μας. Μια κάννη αυτόματου γυάλισε στη σχηματιά του αντίσκηνου.

- Ολοι έξω!.. ούρλιαξε άγρια ο "κυβερνητικός".

Βγήκαμε ένας - ένας, προσπαθώντας να στηριχτούμε στα ξυλιασμένα πόδια μας.

Ηρθαν κι άλλοι, μας κύκλωσαν, με τα όπλα γυρισμένα απάνω μας. Ηταν ντυμένοι γερά με χλαίνες και με κουκούλες στα κεφάλια. Μονάχα τα μάτια τους φαινόντουσαν.

Μας συγκέντρωσαν, όσο γινόταν πιο γρήγορα, δικούς τους και δικούς μας και μας έσπρωξαν σ' ένα μονοπάτι που κατηφόριζε απότομα.

Το πικρό οδοιπορικό.


  Μόλις ξεφύγαμε από κείνον το θανατερό αυχένα και πήραμε τον κατήφορο, η θύελλα άρχισε να κοπάζει. Και, λίγο πιο κάτω, αρχίσαμε να βλέπουμε γύρω μας έλατα.Κατεβαίναμε την πίσω πλαγιά, τη νότια. Αλλη ατμόσφαιρα εδώ. Αλλος θεός... Χιόνι υπήρχε, βέβαια, μέχρι κάτω στο χωριό, στ' Αγραφα, που μας κατέβασαν. Μα δεν υπήρχε εκείνος ο φαρμακερός αέρας που έσπαγε τα κόκαλα και θέρισε τόσες ζωές. Αργότερα, μάθαμε πως οι δικοί μας μονάχα οι νεκροί, αντάρτες και πολίτες, ήταν πάνω από πενήντα.

Στ' Αγραφα, μας έκλεισαν όλους μαζί σε μια μεγάλη αποθήκη με πέτρινα ντουβάρια.

Ενας φαντάρος, σκοπός, μας έδειξε με τρόπο τη συμπάθειά του και προσπάθησε να μας βοηθήσει. Φρόντισε να φέρουν ξύλα και μας άναψε λίγη φωτιά, κολλητά στο πέτρινο ντουβάρι. Ημασταν τριάντα άντρες, αντάρτες και πολίτες και η Βαγγελίτσα, τριανταένας. Είχαμε πάθει όλοι κρυοπαγήματα, άλλος πρώτου κι άλλος δεύτερου βαθμού.

Παγωμένοι και βρεγμένοι απ' την κορφή ως τα νύχια, προσπαθούσαμε, γυρίζοντας γύρω απ' τη φωτιά, να στεγνώσουμε.
Ο Σωκράτης, ένα ανταρτόπουλο απ' το χωριό μου, έβαλε τα πόδια του πιο κοντά στη φωτιά, για να τα ζεστάνει κι ύστερα από λίγες μέρες πέθανε στη Λαμία από γάγγραινα.

Μας κράτησαν δυο - τρεις μέρες κλεισμένους μέσα σε κείνη την πέτρινη αποθήκη.

Ηρθε κι άλλη δύναμη, ετοίμασαν την αποστολή: Χειροπέδες, φρουρά, συνοδεία, μεταγωγικά.

Κι άρχιζε ύστερα για μας το πικρό οδοιπορικό της αιχμαλωσίας. Μια πορεία βασανιστική. Ενας οδυνηρός κι ατέλειωτος ποδαρόδρομος, από τα Αγραφα μέχρι το Καρπενήσι.

Δεμένους δυο - δυο με χειροπέδες, μας έβαλαν στη γραμμή και ξεκινήσαμε. Μπροστά και πίσω, ακόμα και στα πλάγια, η συνοδεία με τ' αυτόματα στα χέρια, με τις μπούκες γυρισμένες απάνω μας.Κατηφορίζαμε σ' ένα στενό μονοπάτι, άκρη - άκρη, όπως κατεβαίνει το ποτάμι, ο Αγραφιώτης.

Κοίταζα γύρω μου τα βράχια και τις κορφές των βουνών και μέσα μου κάτι έκλαιγε...
"Αντίο βουνά... Γεια σας, Τζουμέρκα κι Αγραφα, παλικαριών λημέρια... Ποιος ξέρει αν θα σας ξαναϊδώ"...
Αιχμάλωτοι!..

Σιγά - σιγά άρχισα να το συνειδητοποιώ. Μέχρι χτες, κι όσο κι αν υπάρχει μέσα σ' έναν πόλεμο κι αυτή η πιθανότητα, ποτέ δεν είχα φανταστεί πως θα μπορούσα να βρεθώ σε μια τέτοια κατάσταση. Να με σέρνουν αιχμάλωτο, δεμένο με αλυσίδες...

Μου ήρθε ξαφνικά στο νου ο Κατσαντώνης. Εδώ, σ' αυτά τα χώματα, σ' αυτά τα μονοπάτια και τις βουνοκορφές, περπάτησε και κείνος. Και ύστερα τον έπιασαν με προδοσία, εκεί στο μοναστήρι. Και τον έσυραν άρρωστο στα Γιάννενα, στα μπουντρούμια του Αλή - πασά. Και τον βασάνισαν αλύπητα. Του τσάκισαν ένα - ένα τα κόκαλα με το σφυρί, πριν τον θανατώσουν...

Ανατρίχιασα!.. Ισως μας καρτερεί και μας η ίδια τύχη. Το ίδιο τραγικό τέλος...

"Βαστάτε Τούρκοι τ' άλογα, λίγο να ξανασάνω,
να χαιρετίσω τα βουνά...".
Κάτι τραγουδούσε παραπονιάρικα, κάτι έκλαιγε μέσα μου.
Για τη λευτεριά που χάναμε. Για το σκλαβωμό και για τη σκληρή μοίρα που μας καρτερεί.
Η πείνα μάς θέριζε τα σωθικά. Στ' Αγραφα, μας είχαν μοιράσει, πριν φύγουμε, από ένα ξεροκόμματο άσπρο ψωμί κι από μια χούφτα μαύρη σταφίδα.Τα ποδάρια μου, πρησμένα απ' τα κρυοπαγήματα, είχαν σφηνώσει μέσα στις αρβύλες και τα 'νιωθα ξερά, μουδιασμένα. Επρεπε όμως να προχωράω, χωρίς καθυστέρηση. Κάθε αργοπορία πληρωνόταν με κοντακιές στη μέση, στην πλάτη, ακόμα και στο κεφάλι. Ενας λοχίας, Μανιάτης, από το Σωχό της Λακωνίας, έλεγε πως ήταν, ριχνόταν με βρισιές και με κλοτσιές, σ' όποιον τύχαινε μπροστά του κι έβγαζε το άχτι του. Είχε ένα επώνυμο, σε άκος τελείωνε, και το μικρό του όνομα Λεωνίδας. Το 'λεγε και το ξανάλεγε με καμάρι και φούσκωνε από περηφάνια, σα γάλος.

- Εγώ ρε αλήτες, κομμούνια, ληστοσυμμορίτες!.. Ο Λεωνίδας... άκος! Απ' το Σωχό της Λακωνίας. Θα σας πιω το αίμα! Θα σας ρέψω!.. Ούτε οι μισοί δε θα φτάσετε στο Καρπενήσι!

Πιο πολύ απ' όλους, είχε βάλει στο μάτι έναν αντάρτη Σλαβομακεδόνα. Ενα παιδόπουλο δεκαεφτά - δεκαοχτώ χρονώ, απ' τα χωριά της Κοζάνης. Τον έλεγαν Καπετάνο στο επώνυμο. Κι αυτό τον διαόλιζε ακόμα πιο πολύ τον κύριο λοχία, απ' το Σωχό της Λακωνίας.

- Εσένα, ρε σλαβοκουμμούνα!.. Εσένα ρε ΕΑΜοβούλγαρε, σ' έχω μεγάλο άχτι... Θα σου φάω το λαρύγγι! Σε λένε και Καπετάνο, έ;.. Και του 'δινε με όλη του τη δύναμη κλοτσιές στα καλάμια.

Με κάθε κλοτσιά, το παιδί έχανε την ισορροπία του και σωριαζόταν κάτω στα χαλίκια. Και ξανασηκωνόταν και συνέχιζε, χωρίς να βγάζει μιλιά.

Εσκυβα και τον βοηθούσα με το ένα χέρι. Μας είχαν κλειδωμένα ζευγάρι τα χέρια μας στην ίδια χειροπέδα.
- Κουράγιο, Παντελή... του 'πα κρυφά, όταν ξεμάκρυνε ο λοχίας.
Γύρισε και με κοίταξε μ' ένα παράπονο, με μια απορία στ' αγαθά του μάτια.
- Τι του έφταιξα εγώ...
Προτού νυχτώσει, περάσαμε απέναντι το ποτάμι και φτάσαμε στο χωριό Μοναστηράκι.Ηταν εκεί κι άλλος στρατός και χωροφύλακες.

Μας "υποδέχτηκαν" με... μεγάλες τιμές. Επεσαν απάνω μας, με ξύλα, με γροθιές, με τους υποκόπανους των όπλων τους, κι έβγαζαν τα απωθημένα τους. Ενας χωροφύλακας ορμούσε απάνω μας, με μια ζωστήρα και χτυπούσε όπου έφτανε. Ούρλιαζε σαν μανιακός κι έβγαζε αφρούς απ' το στόμα του.

- Βούλγαροι! Προδότες, θα σας σφάξω όλους!.. Μου φάγατε τον πατέρα μου!..

Ενας ανθυπολοχαγός τον έπιασε απ' το γιακά και τον έσπρωξε πέρα.
- Αϊντε, παλικαρά... Εδώ, στους δεμένους, δεν κάνουν το νταή. Ας πήγαινες απάνω στ' Αγραφα να τους πολεμήσεις, άμα έχεις προηγούμενα μαζί τους!

Δεμένους δυο - δυο, όπως ήμασταν με τις χειροπέδες, μας έκλεισαν σ' ένα στενόμακρο ντάμι. Και τη νύχτα άρχισαν να μας "περιποιούνται" με τη σειρά. Πιο πολύ ξεθύμαιναν στα στελέχη της πολιτικής οργάνωσης. Τους έβλεπαν και με τα ρούχα τα πολιτικά, τους ξεχώριζαν.

Εναν - έναν, τους ξεκλείδωναν το χέρι απ' τη χειροπέδα, τους έπαιρναν και σε λίγο τους ξανάφερναν πίσω ματωμένους, αγνώριστους και τους πέταγαν σαν τσουβάλια μέσα στο κρατητήριο.

Η Βαγγελίτσα, όταν την έφεραν πίσω, ήταν σε κακή κατάσταση. Χτυπημένη βαριά, ματωμένη και μισοκουρεμένη. Μας είπε πως έπιασαν μ' ένα μαχαίρι και της έκοβαν τούφες απ' τα μαλλιά της.
 

Το "δίκιο" του εθνικόφρονος πολίτου.


Φορούσα στα πόδια μου ένα ζευγάρι ωραία αρβυλάκια. Οταν κατατάχθηκα, στην Καστανιά, με πήγε ο πατέρας μου σ' ένα ντόπιο τσαγκάρη, φίλο του, και μου τα 'φκιασε. Βακέτα γερή, με καθαρό σολόδερμα από κάτω και πεταλάκια για να κρατήσουν πιο πολύ.

- Αϊντε και με τη λευτεριά!.. Να μη χρειαστείς άλλο ζευγάρι... μου ευχήθηκε, όταν τα φόρεσα, ο γερο - τσαγκάρης απ' την Καστανιά.
Με τράβηξαν έξω. Εκείνος ο λοχίας ο ...άκος, απ' τη Λακωνία, μαζί με ένα χωροφύλακα. Κι αφού μου έδωσαν μερικές κλοτσιές και γροθιές, μου είπαν να λύσω τα κορδόνια. Τράβηξαν και μου έβγαλαν τις αρβύλες απ' τα ποδάρια. Τις πήραν. Και σε λίγο, έφεραν και μου πέταξαν μπροστά μου ένα άλλο ζευγάρι παλιοπάπουτσα, τρύπια από κάτω.
Ποιος ξέρει σε ποιον δικό το υς, "εθνικόφρονα", έκαναν δώρο τ' αρβυλάκια μου...


Το πρωί, μας έβαλαν στη γραμμή, δυο - δυο, καθώς ήμασταν δεμένοι με τις χειροπέδες και ξεκινήσαμε πάλι.

Και πάλι δρόμος ατέλειωτος, κατσάβραχο και πείνα και κρύο να τρυπάει το κορμί. Τα ποδάρια μας ξεπαγιασμένα, πρησμένα νταούλι απ' τα κρυοπαγήματα, σέρνονταν σαν ξυλένια στο κακοτράχαλο μονοπάτι, που ακολουθούσε δίπλα - δίπλα το ποτάμι, τον Αγραφιώτη. Πολλοί έβγαλαν τα παπούτσια τους και τα πέταξαν. Και περπατούσαν με τις κάλτσες κι άλλοι με τα νύχια γυμνά, μελανιασμένα.

Σφίγγουμε τα δόντια και περπατάμε, περπατάμε. Οποιος πέσει, αντιμετωπίζει τα "πυκνά πυρά" των συνοδών: Βρισιές, κλοτσιές, κοντακιές. Τον σηκώνουν, τον στήνουν στα πόδια του και ξαναπαίρνει πάλι το δρόμο, δαγκώνοντας την καρδιά του.
Ο Σωκράτης, το παιδί που έβαλε τα ποδάρια του κοντά στη φωτιά, το πρώτο βράδυ εκεί στ' Αγραφα, είναι αδύνατο να προχωρήσει. Επεσε μπρούμυτα και δεν το κουνούσε, με όσες κλοτσιές και κοντακιές κι αν του 'διναν από πάνω.
Οι πατούσες του είχαν ανοίξει. Και έτρεχε από μέσα αίμα και ένα υγρό, σαν κερασόζουμο. Τα παπούτσια τα είχε πετάξει απ' την αρχή της πορείας, γιατί είχαν πρηστεί τα ποδάρια του και άρχισαν να μελανιάζουν.
Σταμάτησε η φάλαγγα. Καθυστερούσε. Τον έπιασαν δυο και τον φόρτωσαν σ' ένα μουλάρι, σαν σακί. Και συνεχίζεται πάλι η πορεία και το μαρτύριο.


Στο Κεράσοβο, μας περίμενε άλλη "υποδοχή". Είχαν βάλει χωριάτες "εθνικόφρονες", "αγανακτισμένους πολίτες", να μας αποδοκιμάσουν.

Βγήκαν στο δρόμο χωροφύλακες και μαζί τους κι αυτοί οι "αγανακτισμένοι" κι άρχισαν να μας βρίζουν, να μας φτύνουν, να μας χτυπάνε με ό,τι κρατούσε ο καθένας στα χέρια του. Και να φωνάζουν:
- Παλιοκουμμουνισταίοι!.. Γιατί ουρέ, θέλετε να μας πουλήσετε την Ελλάδα μας στη Βουλγαρία;.. Να μας πάρετε τσ' περιουσίες μας, τα σπίτια μας;..

Ενα παιδί, ανταρτόπουλο, είχε απ' το σπίτι του μια κουβερτούλα, με ωραία σχέδια και χρώματα, ολοκαίνουρια. Θα την ύφανε με τα χεράκια της η αδερφή, για την προίκα της. Κι όταν έφυγε τ' αδέρφι για τ' αντάρτικο, θα την τράβηξε απ' το γιούκο, τη δίπλωσε με προσοχή και του τη χάρισε.
- Παρ' την, αδερφέ, να σκεπάζεσαι. Να μην κρυώνεις 'κει πάνω στα βουνά, στα χιόνια...

Ενας τσοπάνος, αγριομούστακος, όρμησε με την αγκλίτσα του σηκωμένη, απάνω στο παιδί.
- Πού τη βρήκες αυτή την καρπέτα, ουρέε!.. Δική μ' η καρπέτα, κυρ - αστυνόμε!..

Γύρισε να ζητήσει τάχα και τη βοήθεια της εξουσίας.
- Δική μ' η κουβέρτα! Δε γνωρίζω την κουβέρτα μ';.. Κι αυτόν τον γνωρίζω! Την πήρε απ' το σπίτι μ', την άλλη φορά, που πέρασαν από δω απ' το χωριό...

Κι ο κύριος ενωμοτάρχης, που λάβαινε κι ο ίδιος μέρος στην "υποδοχή", άλλο που δεν ήθελε. "Αγανάκτησε" ακόμα πιο πολύ, που ο "άτιμος κομμουνιστοσυμμορίτης" λήστεψε το "φτωχό εθνικόφρονα πολίτη" και του πήρε την κουβέρτα του...

- Εγώ δεν έχω περάσει ποτέ απ' το χωριό σας. Και την κουβέρτα μού την έδωσε η αδελφή μου... τόλμησε να διαμαρτυρηθεί το παιδί. Μα ποιος να του δώσει δίκιο και σημασία; Ο λοχίας, ο ...άκος, θα χαιρόταν κιόλας από μέσα του. Και θα φχαριστιόταν πάρα πολύ μ' αυτά που έβλεπε, αφού κι αυτός ο ίδιος πρωτοστατούσε στο βασανισμό των αιχμαλώτων του.
Ακόμα κι ο ανθυπολοχαγός, εκείνος που αποπήρε το χωροφύλακα εκεί στο Μοναστηράκι, δεν το διακινδύνευσε να 'ρθει ανοιχτά σε ρήξη με τη συνοδεία και πιο πολύ με τους χωροφύλακες. Ισως φοβόταν μήπως βρει κι ο ίδιος κανένα μπελά. Μήπως τον κατηγορήσουν πως έπαιρνε το μέρος των κομμουνιστών...

Κι έτσι, η όμορφη καρπέτα, το δώρο της αδελφής, που την έφερε απ' το σπίτι του ο νεαρός αντάρτης, που την πέρασε απ' τη Νιάλα, νικώντας τη μανία της χιονοθύελλας, που δεν την αποχωρίστηκε, παρ' όλες τις ταλαιπωρίες μετά τη σύλληψή μας και την κουβαλούσεν δεμένη ρολό και κρεμασμένη μ' ένα σχοινί απ' τον ώμο του, πέρασε, με βάση το "δίκιο του ισχυρότερου", στην κυριότητα του αγριομούστακου τσοπάνη. Του "εθνικόφρονος πολίτου" απ' το Κεράσοβο της Ευρυτανίας. Καημένο Κεράσοβο...


Η Βαγγελίτσα, η μόνη γυναίκα ανάμεσα στους 30 άντρες αιχμαλώτους, μάζευε τις πιο πολλές βρισιές και αισχρόλογα ακατονόμαστα, προπαντός απ' τους χωροφύλακες.

Αλλά δεν έσκυψε ποτέ το κεφάλι. Δεν προσπάθησε να κρύψει το πρόσωπό της από ντροπή, για τη "διαπόμπευσή" της.
Γύριζε το κεφάλι της και τους κοίταζε ατάραχη, μ' ένα βλέμμα γεμάτο περιφρόνηση, ακόμα και οίκτο.
Μου έδινε την εντύπωση της αρκούδας...

Της αρκούδας, που κι αλυσοδεμένη και με το χαλκά στα ρουθούνια δεν παύει να είναι η αρκούδα η μεγαλόπρεπη, όσο κι αν την "πομπεύει" στους δρόμους και στις ρούγες του χωριού ο γύφτος, ο αρκουδιάρης. Ενώ, όλα εκείνα τα κουτάβια και τα κοπρόσκυλα της γειτονιάς που στριφογυρνάνε γύρω της και γαυγίζουν "εκ του ασφαλούς", μέσα τους, αισθάνονται ανατριχίλα και δέος και μόνο που την αντικρίζουν!..

Αλυχτάν' από μακριά, "παλικαρίσια", μα στην ουσία τρέμει το φυλλοκάρδι τους. Και μόλις γυρίσει απάνω τους τα μάτια η αφέντρα του δάσους, βάζουν την ουρά στα σκέλια και τρέχουν πανικόβλητα να χωθούν στο καλύβι τους.
Αυτήν ακριβώς την εντύπωση μου έδιναν εκεί στο Κεράσοβο και σ' όλη τη διαδρομή εκείνοι οι "παλικαράδες" χωροφύλακες.
Και η φάλαγγα συνέχιζε την πορεία της...
 

Στο δρόμο για το Στρατοδικείο.


Υστερα από πολλές ώρες, συναντήσαμε άλλη δύναμη στρατού, με μηχανοκίνητα. Ο δρόμος άρχιζε πια να πατιέται κουτσά - στραβά από αυτοκίνητο.

Μας έκλεισαν σε δυο φορτηγά, δεμένους πάντα δυο - δυο με τις χειροπέδες και νύχτα πια, μας ξεφόρτωσαν στο Καρπενήσι και μας έριξαν σ' ένα υπόγειο σκοτεινό μπουντρούμι.

Κι άρχισαν οι "ανακρίσεις". Ετοίμαζαν το φάκελο, για το στρατοδικείο που μας περίμενε στη Λαμία.
Και δω, το πολύ βάρος έπεσε πάλι στα στελέχη της πολιτικής οργάνωσης.

"Στο Καρπενήσι, εκεί ήταν τα πολλά", θα γράψει αργότερα, στο τελευταίο γράμμα της, η Βαγγελίτσα. "Με βάλαν σε μπουντρούμι σκοτεινό και χωροφύλακες μαυροσκούφηδες με χτύπησαν απάνθρωπα με σιδεριές και με κρανιές. Μου σπάσαν δυο πλευρά κι ακόμα το σώμα μου είναι κατάμαυρο".

Στο δρόμο, από τ' Αγραφα μέχρι το Καρπενήσι, έκαναν και λίγο "κράτει" στους ξυλοδαρμούς. Επρεπε να μπορούμε να στεκόμαστε στα πόδια μας. Να μπορούμε να περπατάμε. Γιατί αλλιώς, θα ήταν αναγκασμένοι να μας φορτώνουν στα μουλάρια, όπως το Σωκράτη. Τώρα, απ' το Καρπενήσι και κάτω, που είχαν αυτοκίνητα για να μας κουβαλήσουν στη Λαμία, δε λογάριαζαν πού χτυπούσαν... Τη Βαγγελίτσα, όταν τέλειωσε η "ανάκριση", την έφεραν πίσω στο κρατητήριο σακατεμένη, αγνώριστη. Μπορούσες να ψηλαφήσεις με το χέρι τα δυο σπασμένα πλευρά της.

Είπαμε στο σκοπό το χωροφύλακα να ειδοποιήσει να στείλουν έναν γιατρό. Εκείνος έκανε μόνος του τη... διάγνωση.
- Δεν έχει τίποτα, μην ανησυχείτε. Θα της περάσει... είπε αδιάφορα.
Υστερα έπιασε να τραγουδάει επιδεικτικά ένα σαχλοτράγουδο, που ήταν τότε το "σουξέ της εποχής".
"Να το πάρεις το κορίτσι, να το πάρεις...
Κι αν δεν ξέρεις το χορό του Ησαϊα,
μη φοβάσαι θα στον μάθει ο παπάς".

Βρήκαμε μόνοι μας ένα ζουνάρι και δέσαμε πρόχειρα τα σπασμένα πλευρά της Βαγγελίτσας. Τυλίξαμε το ζουνάρι σφιχτά γύρω στο θώρακα, να μην ανεβοκατεβαίνουν τα πλευρά με την αναπνοή, για να ελαττώνεται λίγο ο πόνος. Υστερα από λίγες μέρες, κλεισμένους πάλι μέσα σε δυο φορτηγά, πατικωμένους, από δεκαπέντε περίπου στην κάθε καρότσα, μας μεταφέρανε στη Λαμία.
Μα πριν φτάσουμε στη Λαμία, εκεί κάπου κοντά στο Λιανοκλάδι νομίζω, η φάλαγγα σταμάτησε. Ενα απόσπασμα, χωροφύλακες μαυροσκούφηδες, κάτι άλλα τμήματα μισο-στρατιωτικά, μισο-ληστοσυμμορίες, ανεξέλεγκτες, ήθελαν να μας πάρουν απ' τη συνοδεία τη δική μας και να μας αναλάβουν αυτοί. Θα μας πήγαιναν, λέει, αυτοί να μας παραδώσουν στη Λαμία, στις αρχές.
Ο σκοπός τους ήταν ολοφάνερος. Θα μας τραβούσαν κάπου απόμερα και θα μας σκότωναν όλους, πριν προλάβουμε να εμφανιστούμε στο στρατοδικείο.

Αντιδράσαμε αμέσως. Ο Βασίλης Τσιρώνης βγήκε μπροστά και απευθύνθηκε στον ανθυπολοχαγό, που ήταν επικεφαλής της συνοδείας.
- Εμείς είμαστε αιχμάλωτοι του στρατού, κύριε ανθυπολοχαγέ. Δικοί σας αιχμάλωτοι. Αν μας παραδώσετε σ' αυτούς, είναι παραπάνω από βέβαιο ότι θα μας εκτελέσουν όλους, χωρίς δίκη, χωρίς απολογία. Και θα φέρνετε γι' αυτό ακέραιη την ευθύνη εσείς. Εχετε υποχρέωση να μας παραδώσετε στη Λαμία, στις στρατιωτικές αρχές. Σας καθιστούμε προσωπικά υπεύθυνο για τη ζωή μας. (Ο Τσιρώνης ήταν φοιτητής της Νομικής).
Και πραγματικά, ο ανθυπολοχαγός ανάλαβε τις ευθύνες του. Αντιστάθηκε σθεναρά στην απαίτηση των μαυροσκούφηδων και των τραμπούκων και δε δέχτηκε την αντικατάσταση της συνοδείας.
Μας πήγε ο ίδιος στους στρατώνες της Λαμίας και μας παρέδωσε στις στρατιωτικές αρχές.

 

Η "δίκη"


Την 1η Μάη μας έδωσαν τις κλήσεις για το έκτακτο στρατοδικείο και στις 3 άρχισε η δίκη. Στις 5 είχαν κιόλας τελειώσει!... Στις 8 είχε λήξει και το τριήμερο (προπαντός οι νόμιμες διαδικασίες...) και στις 9 του Μάη, πρωί - πρωί, με τα χαράματα, δόθηκε η "κάθαρση". Μέσα σε μια βδομάδα, η στρατιωτική δικαιοσύνη εποίησε πάντα τα έργα της...

Ολα έγιναν με την απαραίτητη επισημότητα.
Στητοί και ακίνητοι, σαν αγάλματα, καμαρώνουν στις ψηλές τους πολυθρόνες οι κύριοι στρατοδίκες. Με τα γυαλιστερά κουμπιά και τα παράσημα στο στήθος, με πολλά αστέρια επάργυρα κι επίχρυσα στις επωμίδες τους, με κλάρες σταυρωτές στα ψηλά τους τα πηλήκια, βλοσυροί και απροσπέλαστοι εντεταλμένοι της Θέμιδας, μας καλούν ν' απολογηθούμε για τα "εγκλήματά" μας.
"Βάσει του Γ ψηφίσματος, περί εκτάκτων μέτρων προστασίας του καθεστώτος". Εκείνου του φοβερού μεταβαρκιζιανού καθεστώτος, του μισαλλόδοξου και εκδικητικού, που το γενικό, το μοναδικό του σύνθημα ήταν: "Σκοτώστε τους!". Που με κάθε τρόπο, με κάθε δυνατό μέσο, επιδίωκε τη φυσική εξόντωση των αντιπάλων του. Με τον κατατρεγμό και τις δολοφονίες, απ' τις ασύδοτες ληστοσυμμορίες της Δεξιάς. Με τα στρατόπεδα και τα μπουντρούμια. Με τα ξερονήσια και τα εκτελεστικά αποσπάσματα.

Η υπόθεσή μας δεν παρουσίαζε, για τους κύριους στρατοδίκες, καμιά δυσκολία. Το κατηγορητήριο, έτοιμο. Κόπια στερεότυπη και χιλιοαντιγραμμένη. Ενα κείμενο που μπορεί να το βρει κανένας σε όλους τους φακέλους, σε παρόμοιες δίκες εκείνης της εποχής: ... Ούτοι, από κοινού συμφέροντος ορμώμενοι, συνέπηξαν ομάδα, με τον σκοπόν όπως προσβάλλουν διά της βίας τας αρχάς και καταλύσουν το ισχύον κοινωνικόν καθεστώς... Οργανα ξένης δυνάμεως, διά την απόσπασιν μέρους ή του όλου της επικρατείας...
... Εις την περιοχήν Καύκιας Αγράφων και αλλαχού, διέπραξαν φόνους, ληστείας, διαρπαγάς, εις βάρος εθνικοφρόνων πολιτών...
Ούτε μάρτυρες χρειάζονταν, ούτε υπεράσπιση. Το "έγκλημά" μας ήταν αυταπόδεικτο για τους κύριους στρατοδίκες. Δουλιά ρουτίνας η έκδοση της απόφασης.

Επιασαν και δυο δικηγόρους απ' τον κατάλογο, τους διόρισαν "αυτεπαγγέλτως", να κρατιούνται και τα προσχήματα και όλα εντάξει!...

Μάρτυρες κατηγορίας, τα ίδια τα "όργανα της τάξεως", οι χωροφύλακες.

Οι απολογίες μας, σκέτη κοροϊδία. Μας σήκωνε ο κύριος πρόεδρος με τη σειρά, άφηνε να πει ο καθένας δυο λόγια και μ' ένα "φτάνει, φτάνει... αρκετά", τον κάθιζε πάλι στη θέση του.

Μια συνοπτική διαδικασία. Μια γενική βιασύνη. "Να τελειώνουμε...".

"Δε μ' αφήσαν διόλου να μιλήσω", θα γράψει στο τελευταίο γράμμα της η Βαγγελίτσα.

Ο μπάρμπα - Μήτσιος Κουσιάντζας, ο πατέρας της, από κάπου έμαθε κι έφτασε με την ψυχή στο στόμα, στη Λαμία. Ηρθε πριν ακόμα βγάλουν την απόφαση. Αλλά δε χρειαζόταν καθόλου να περιμένει την απόφαση. Εφυγε για την Αθήνα, μήπως από κει, με κανένα "μέσον", μπορέσει να κάνει κάτι για τη Βαγγελίτσα.

Κάποιον είδε εκεί, κάποιος τον "διαβεβαίωσε" εκ μέρους του κ. υπουργού, πως δεν πρόκειται να εκτελεστεί.
- Μην ανησυχείς, του είπε ο εκπρόσωπος του κράτους. Τα στρατοδικεία μας δεν εκτελούν γυναίκες...

Ο Ηλίας Παπαδόπουλος, κουνιάδος του Κώστα Χαλκιά, πρόφτασε κι αυτός και ήρθε στη Λαμία πριν τελειώσει η δίκη. Τρέχει απ' τον Αννα στον Καϊάφα, χτυπάει πόρτες, παρακαλεί, χωρίς κανένα αποτέλεσμα...

Σε δυο μέρες, όλα είχαν τελειώσει: Κατηγορητήριο, μάρτυρες κατηγορίας, απολογίες. Και "έλαβε τον λόγον" ο κύριος βασιλικός επίτροπος. Ο δημόσιος κατήγορος. Ο κέρβερος του νόμου και φύλακας της "καθεστηκυίας τάξεως"...

Δεν ξέρω οι άλλοι, οι στρατοδίκες, τι έκρυβαν μέσα στην καρδιά τους, αλλά ο κύριος βασιλικός επίτροπος ήταν δέσμιος στο πάθος του το εμφύλιο. Και δεν το έκρυβε. Ενα ανθρωπάκι τόσο δα, στολισμένο με σιρίτια και παράσημα, να παρασταίνει τον Ποσειδώνα που ταρακουνάει τη θάλασσα... Ορθιος και σίγουρος απάνω στην έδρα του, πότε σκούζει σα γυναικούλα και πότε κάνει με στόμφο επίδειξη της "ρητορικής" του ικανότητας. Μας λούζει με όλα τα ταπεινωτικά επίθετα που υπάρχουν στη γλώσσα μας. Βγάζει τα απωθημένα του....

Μας χαρακτήρισε όλους προδότες. Μας είπε απάτριδες και εγκληματίες και σφαγείς, που επιχειρήσαμε να φέρουμε εις την αιωνίαν Ελλάδα τη βαρβαρότητα της κομμουνιστικής τυραννίας!...

Τα πέντε στελέχη της πολιτικής οργάνωσης και μαζί τους και μένα μας χαρακτήρισε, "επί πλέον", στρατολόγους και καθοδηγητές και ηθικούς αυτουργούς.
Το γεγονός ότι η κύρια δύναμή μας κατόρθωσε να περάσει μέσα από κείνη την κόλαση της Νιάλας, να σπάσει τον κλοιό και να "διαφύγει την εξόντωση", είχε καθίσει στο στομάχι του σαν κάρβουνο αναμμένο και τον έκαιγε.
Αφριζε κυριολεκτικά, κάθε φορά που ερχόταν στη γλώσσα του το όνομα του ταγματάρχη Αλευρά, που σκοτώθηκε στη συμπλοκή με τους δικούς μας, εκεί στον αυχένα της Νιάλας.
Χτυπιέται και ουρλιάζει σα μανιακός πάνω απ' την έδρα του:
- Εις θάνατον!

Πέντε απ' τα παιδιά, τους αντάρτες, που παραδέχτηκαν στην ανάκριση ότι πήραν μέρος έστω και σε μια μικροσυμπλοκή, ότι έριξαν έστω και μια ντουφεκιά, "εις θάνατον!".

Και τα πέντε στελέχη της πολιτικής οργάνωσης και μαζί τους και μένα, "εις θάνατον!".
- Διά τον Βασίλειον Τσιρώνην, την ποινήν του θανάτου.

Διά την Ευαγγελίαν Κουσιάντζα, την ποινήν του θανάτου.
...την ποινήν του θανάτου!
...την ποινήν του θανάτου!
Μέσα στην παγερή ατμόσφαιρα της αίθουσας του στρατοδικείου, έντεκα φορές ακούστηκε η φοβερή φράση:
- Εις θάνατον!...

Οι κύριοι στρατοδίκες, για τους δέκα από τους έντεκα "προταθέντες", συμφώνησαν με τη γνώμη του βασιλικού επιτρόπου. Εμένα με εξαίρεσαν απ' την "εσχάτη των ποινών", "λόγω του νεαρού της ηλικίας". Και με καταδίκασαν, μαζί με όλα τα υπόλοιπα παιδιά, σε ισόβια δεσμά.

Ο Σωκράτης, το παιδί που έβαλε τα πόδια του κοντά στη φωτιά, εκεί στ' Αγραφα, τους γέλασε τους κύριους στρατοδίκες... Είχε στο μεταξύ πεθάνει από τη γάγγραινα κι έτσι δε χρειάστηκε καθόλου να τον δικάσουν. Το ίδιο έκανε κι ένα άλλο ανταρτόπουλο, Αντώνης Σερεφέας ήταν τ' όνομά του, που το είχαν τραυματίσει βαριά με σφαίρα στο γόνατο, την ώρα της σύλληψής μας εκεί στον αυχένα και πέθανε από μόλυνση του τραύματός του, ποιος ξέρει σε ποιο κρατητήριο, χωρίς γιατρό, δίχως καμιά βοήθεια.
Γι' αυτά τα δυο παιδιά, οι κύριοι στρατοδίκες χωρίσανε τη δίκη και έβαλαν το φάκελό τους στο αρχείο.
 

Το τελευταίο τραγούδι.


Κλειδωμένοι μέσα στο μεγάλο θάλαμο, στους στρατώνες της Λαμίας, περνάμε τώρα τις τελευταίες μέρες, παρέα με τους μελλοθάνατους αγωνιστές.

Ενα παιδί, ανταρτόπουλο, θυμόταν κάτι λόγια από ένα τραγούδι:
Είναι πικρός ο θάνατος
γι' αυτούς που πίσω μένουν
κι όχι γι' αυτούς που φεύγουνε
το θάνατο νικώντας.

Πραγματικά, τα παιδιά αυτά, που θα πέθαιναν σε λίγο, δεν ένιωθαν καμιά πίκρα, κανένα φόβο.

Η Βαγγελίτσα συζητούσε για το θάνατο, σα να μιλούσε για το πιο απλό πράγμα του κόσμου.

- Ειλικρινά, δε με νοιάζει καθόλου για τη ζωή μου, έλεγε. Δε λυπάμαι που θα πεθάνω. Το μόνο που λυπάμαι, είναι που δεν μπορέσαμε να τελειώσουμε το έργο μας. Να βγάλουμε πέρα αυτόν τον αγώνα. Να απαλλαγεί ο λαός μας απ' τη σκλαβιά και την καταπίεση. Να χαρεί μια άσπρη μέρα. Αλλά το έργο μας θα το τελειώσουν οι άλλοι, που μένουν πίσω μας. Ο λαός είναι πηγή αστείρευτη και θα νικήσει.

Είχε ένα κατακόκκινο μεταξωτό φουστάνι, μ' ένα φαρδύ χρυσό κέντημα στο γιακά. Το κουβαλούσε πάντα μαζί της, διπλωμένο μέσα στο γυλιό της, για "καλό". Για τις "επίσημες" μέρες.

- Αυτό θα φορέσω μεθαύριο!.. έλεγε με κέφι, προσπαθώντας να ισιώσει με την παλάμη της τις ζάρες, που είχε κάνει το ύφασμα, τυλιγμένο κουβάρι μέσα στο σακίδιο.

Σα να χαιρόταν!.. Σα να ευχαριστιόταν με τη σκέψη πως κι αυτό το κόκκινο φουστάνι της θα ήταν μια περήφανη πρόκληση, σαν θα στεκόταν μπροστά στους δήμιους. Μια περιφρόνηση απέναντι στο θάνατο. Ενα κατακόκκινο λάβαρο νίκης, εκεί μπροστά στις κάννες των ντουφεκιών!..


Περίμεναν όλοι τους το θάνατο, με μια ηρεμία, με μια ψυχραιμία, που σ' έκανε ν' απορείς. Καμιά νευρικότητα. Κανένα άγχος, για την τρομερή στιγμή, που πλησίαζε ώρα με την ώρα.

Ο Βασίλης Τσιρώνης. Ο φοιτητής της Νομικής. Γραμματέας του Κόμματος στην Καρδίτσα. Γλυκομίλητος, πράος, γεμάτος καλοσύνη. Μόνο ένα βαθύ χώρισμα, ανάμεσα στα φρύδια, χαράζει κάπου - κάπου μια κάθετη μαχαιριά. Κι ύστερα, το γλυκό πρόσωπο ξαστερώνει πάλι. Χαμογελάει ήρεμο, ασυννέφιαστο...

Ο μπάρμπα - Μήτσιος, ο Παπαγεωργίου. Ο πιο παλιός αγωνιστής της παρέας μας. Μια καλοκάγαθη καρτερική μορφή, που κατέβηκε θαρρείς από κάποιον πίνακα του Γκόγια ή του Ελ Γκρέκο... Που υπομένει αγόγγυστα το μαρτύριο του λιθοβολισμού ή της σταύρωσης.

Ο Αλέκος Γαλανίτσας. Ενα σεμνό, ευγενικό παιδί, απ' τη Ματαράγκα της Καρδίτσας. Μ' ένα χαμόγελο συγκατάβασης στα χείλια του, σα να έλεγε: "Αφες αυτοίς... Ου γαρ οίδασι...".

Ο Κώστας Χαλκιάς. Παλιός αγωνιστής. Τύπος στέρεος και ωραίος, στο σώμα και στην ψυχή, αστειεύεται κι ένα πικρό χαμόγελο χαράζει στο ήρεμο πρόσωπό του.
"Τους άθλιους... Τώρα που κοντεύει να κλείσει και η πληγή στο κεφάλι μου...".

(Τον Χαλκιά τον είχαν πιάσει πιο κάτω απ' τον αυχένα της Νιάλας, σε κάτι καλύβια. Τον είχαν χτυπήσει με τον υποκόπανο και του άνοιξαν το κεφάλι. Του πατίκωσαν ύστερα, στ' Αγραφα, το τραύμα με βαμπάκι, για να σταματήσει το αίμα. Και σ' όλη τη διαδρομή, περπατούσε με μια φούντα βαμπάκι στο κεφάλι του, αλλού άσπρο κι αλλού κόκκινο, απ' τα πηγμένα αίματα).

Και μαζί με τους παλιούς και δοκιμασμένους αγωνιστές, ξεθάρρεψαν και οι πέντε νεαροί μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού. Συνήρθαν γρήγορα απ' το πρώτο σοκ και "εξοικειώθηκαν" με την ιδέα του θανάτου.


Τα παιδιά ετούτα, τ' ανταρτόπουλα των είκοσι χρονώ... Που περιμένουν τώρα να τιμωρηθούν για το "έγκλημα" που διέπραξαν. Να αμειφθούν με την "εσχάτη των ποινών", γιατί αντέταξαν την άρνησή τους σε κείνο το ανυπόφορο καθεστώς των διώξεων και των κατατρεγμών.

Ο Αλέκος Βαρνάβας, απ' το Νεοχώρι Τρικάλων.

Ο Θανάσης Καψάλης, απ' τη Συκιά της Ελασσώνας.

Ο Δημήτρης Χασιώτης, κι αυτός απ' τη Συκιά της Ελασσώνας.

Ο Χαρίλαος Κυρίτσης, απ' τα Χάσια (;).

Ο Δημήτρης Αθάνατος, απ' το Ελευθεροχώρι της Ελασσώνας.

Παιδιά, που άλλα είχαν κι άλλα δεν είχαν κλείσει ακόμα τα είκοσί τους χρόνια...

Ανεβαίνουν τώρα όλοι τους, αγνοί και υπέροχοι! Με βήμα σταθερό και άτρομο, βαδίζουν το ματωμένο ανήφορο του Γολγοθά τους.
Ψάχνοντας και διασκευάζοντας λίγο - λίγο, για να ταιριάζουν στην περίπτωσή μας, τα λόγια του τραγουδιού, αλλού όσα θυμόταν το παιδί, αλλού συμπληρώνοντας μόνοι μας τους στίχους, το συγκροτήσαμε. Στο τέλος, φτιάξαμε και ένα τετράστιχο δικό μας. Και να, απ' όσο μπορώ να θυμηθώ, το "Τραγούδι μας". Το τελευταίο τραγούδι:

Είναι πικρός ο θάνατος
γι' αυτούς που πίσω μένουν
κι όχι γι' αυτούς που φεύγουνε
το θάνατο νικώντας.

Μα εδώ δεν είναι θάνατος
θάνατος απ' αρρώστια,
είναι της δόξας τα παιδιά
τα δαφνοστολισμένα.

Για μια ιδέα ευγενικιά
δίνουμε τη ζωή μας
χαρά σ' αυτόν που παρατά
για μια τιμή τον κόσμο.

Σ' ένα σκοπό χορευτικό, κάτι παραπλήσιο με το σκοπό της "Σαμιώτισσας", ή με το ΕΠΟΝίτικο τραγούδι "απάνω στα ψηλά βουνά", πιάσαμε να το ψιλοτραγουδάμε.

Σε λίγο, το είχαμε κιόλας "στρώσει". Και ένας - ένας, πιαστήκαμε κι αρχίσαμε να το χορεύουμε, του καλού καιρού...
Μπροστά η Βαγγελίτσα, κι από κοντά όλοι οι άλλοι.

Για μια ιδέα ευγενικιά
δίνουμε τη ζωή μας,
χαρά σ' αυτόν που παρατά
για μια τιμή τον κόσμο.
  Η εκτέλεση.

Μετά την έκδοση της απόφασης, χώρισαν τους δέκα θανατοποινίτες, και τους κλειδώσανε σε άλλο θάλαμο.

Δυο μερόνυχτα ατέλειωτα. Οι ελπίδες, ελάχιστες. Ισως κάποια χάρη, κάποια αναστολή της εκτέλεσης...

Καθόμασταν, και μεις οι άλλοι, όλη τη νύχτα ξάγρυπνοι. Και περιμέναμε.

Βρισκόμουν σε μια κατάσταση υπερέντασης, που με συνόδευε ακόμα κι όταν πήγαινε να με κλέψει για λίγο ο ύπνος.

... Αύριο θα πεθάνουν... Τρυπημένοι από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος. Και θα ήμουν και γω μαζί τους... Εκείνη η "πρόταση" του βασιλικού επιτρόπου, με είχε χωρίσει στα δυο. Ενιωθα τον εαυτό μου, μισό στο δικό μας θάλαμο και μισό στην απομόνωση, μαζί με τους μελλοθάνατους.

Χαιρόμουν αλλά κι ανατρίχιαζα μαζί, στη σκέψη πως πέρασα σύρριζα απ' το δρεπάνι του χάρου και γλίτωσα την τελευταία στιγμή, "χάρις εις το νεαρόν της ηλικίας"... Μα ήμουν βέβαιος, πως και την τύχη των συντρόφων μου ν' ακολουθούσα, μέσα σε κείνο το κλίμα της έξαρσης και της ανάτασης που δημιούργησε η ψύχραιμη και θαρραλέα στάση τους, θα πήγαινα μαζί τους χωρίς φόβο, "δίχως βόγκο και παράπονο".

Πριν το ξημέρωμα, χτυπήσανε οι πόρτες. Κλειδιά στριφογύριζαν στις κλειδαριές. Ηρθε η ώρα!

Μ' έβγαλε ένας δεσμοφύλακας απ' το θάλαμο το δικό μας, και με πήγε στους μελλοθάνατους. Το είχαν ζητήσει οι ίδιοι. Με χαιρετούσαν κι ο καθένας κάτι μου έβαζε με τρόπο στις τσέπες. Μου άφηναν τις τελευταίες παραγγελιές.


Εδώ, παρουσιάζεται στη μνήμη μου ένα ανεξήγητο κενό. Την ώρα εκείνη, την πιο συγκλονιστική, δεν μπόρεσα να κρατήσω το μυαλό μου καθαρό και ψύχραιμο, να καταγράψει με όλες τις λεπτομέρειες εκείνες τις στιγμές, τις τελευταίες τους. Σαν σε ονειροφαντασιά, δεχόμουν χωρίς καμιά αντίδραση το στερνό αγκάλιασμά τους, τα λόγια τους, τον παντοτινό αποχωρισμό... Κι ούτε μπορώ τώρα να θυμηθώ τίποτα το συγκεκριμένο. Θυμάμαι μόνο κάτι χαρτιά, κάτι γράμματα, μια φωτογραφία της γυναίκας του Χαλκιά, και μια καμπαρντίνα, με χρώμα μπεζ ανοιχτό, με επωμίδες, που ήταν τότε της μόδας. Η καμπαρντίνα του Βασίλη Τσιρώνη. Την έδωσα στην αδελφή του, που ήρθε την άλλη μέρα απ' την Καρδίτσα. Δεν πρόλαβε να ιδεί ζωντανό τον αδελφό της... Μα ούτε και νεκρό της επέτρεψαν να τον ιδεί.

- Ετσι, στο άψε σβήσε, σκοτώνετε τους ανθρώπους;... Χωρίς υπεράσπιση, χωρίς τίποτα;... τη θυμάμαι που έλεγε σε κάποιον γαλονά, πνίγοντας μέσα στην καρδιά της τον πόνο. Τι άλλο της έδοσα, πώς έστειλα έξω εκείνα τα γράμματα που μου άφησαν, ούτε που θυμάμαι...

Και φτάνει χαράματα η κουστωδία, στη μάντρα του νεκροταφείου της Ξηριώτισσας. Και ξεφορτώνουν τους αγωνιστές στον "κρανίου τόπον".

Μα, αυτοί, τον τόπο ετούτον της σφαγής και της φρίκης τον κάνουν με μιας χοροστάσι της αντρειοσύνης. Μόλις τους ξεκλειδώνουν απ' τις χειροπέδες, πιάνουν ο ένας τ' αλλουνού το χέρι, και στήνουν το χορό!

"Εχε γεια καημένε κόσμε
έχε γεια γλυκιά ζωή"!

Η Βαγγελίτσα, φορώντας το κόκκινο μεταξωτό φουστάνι της, σέρνει πρώτη το χορό. Και την ακολουθούν όλοι τραγουδώντας, σ' αυτό το "παράξενο", το συγκλονιστικό ξεφάντωμα.

"Στη στεριά δε ζει το ψάρι
ούτ' ανθός στην αμμουδιά
και οι Ελληνες δε ζούνε
δίχως την ελευθεριά... "

Και μετά, έπιασαν το τραγούδι που λέγαμε τις τελευταίες μέρες στην απομόνωση. Το "τραγούδι μας".
"Για μια ιδέα ευγενικιά
δίνουμε τη ζωή μας
χαρά, σ' αυτόν που παρατά
για μια τιμή τον κόσμο".


Οι στρατιώτες του εκτελεστικού αποσπάσματος, φαντάροι απ' το 106 τάγμα πεζικού, που τους έλαχε ο κλήρος να εκτελέσουν αυτό το μακάβριο "στρατιωτικό καθήκον", μένουν πετρωμένοι στις θέσεις τους, σαν αγάλματα. Συγκλονισμένοι παρακολουθούν αυτό το απίστευτο θέαμα, αυτό το δραματικό μεγαλείο των μελλοθάνατων αγωνιστών.

... Ετούτοι είναι οι ληστές;... Οι δολοφόνοι;.. Οι προδότες της πατρίδας;...

"Για μια ιδέα ευγενικιά δίνουμε τη ζωή μας". Συνεχίζουν το χορό τους οι μελλοθάνατοι, με τη Βαγγελίτσα μπροστά, ν' ανεμίζει στο χέρι το μαντήλι της.

Πώς να σηκώσουν το όπλο, να σκοτώσουν αυτά τα παλικάρια... Ποιο "στρατιωτικό καθήκον" να εκτελέσουν, όταν βλέπουν απέναντί τους τέτοιους Ελληνες; Οταν αντικρίζουν την ίδια μαχόμενη πατρίδα, ν' αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια τους, με όλη την αληθινή της δόξα!... Ενα φως αστράφτει ξαφνικά μέσα στη συνείδησή τους:

"Οχι! " Δε θα ρίξουν τις φονικές τους σφαίρες σ' αυτά τα παιδιά. Σ' αυτά τ' αδέλφια τους!
- Επί σκοπόν! ουρλιάζει ο επικεφαλής του αποσπάσματος. Μα κανένας δεν κουνιέται απ' τη θέση του. Κανένας δε σηκώνει το όπλο.
"Για μια ιδέα ευγενικιά δίνουμε τη ζωή μας"!...

Αμηχανία κι αναταραχή επικρατεί στους επικεφαλής του αποσπάσματος και στον κύριο βασιλικό επίτροπο. Μαζεύουν άρον - άρον τους στρατιώτες σε μια καρότσα φορτηγού και τους ξαναγυρίζουν στο τάγμα τους.

Και τη "λύση" έδωσαν οι χωροφύλακες "μαυροσκούφηδες" και "ΜΑΫδες", τρομοκράτες της Δεξιάς. Ατομα ανεξέλεγκτα και αδίσταχτα, που εκτελούσαν πρόθυμα και με πολλή ευχαρίστηση τη γενική συνταγή: "Σκοτώστε τους"!

Εριξαν τα καυτερά τους βόλια πάνω στα κορμιά των αγωνιστών, ενώ εκείνοι συνέχιζαν το χορό τους. Τα παλικάρια γονατίζουν, διπλώνονται και ξαπλώνουν αιμόφυρτα πάνω στη μαγιάτικη χλόη.
"Και τ' αθώο χόρτο πίνει αίμα αντίς για τη δροσιά"...

Τελευταία έπεσε η Βαγγελίτσα Κουσιάντζα. Γονατισμένη, με το κορμί τρυπημένο απ' τις σφαίρες, με την καρδιά όρθια μπροστά στους εκτελεστές "ζητωκραυγάζει". Αποχαιρετάει τη ζωή, το λαό, το Κόμμα της.

- Αλίμονο στο καθεστώς που προσπαθεί να στηριχτεί στην εξουσία, εκτελώντας γυναίκες και Ελληνες πατριώτες!

- Ας είναι το αίμα μας, το τελευταίο που χύνεται.

- Ο λαός δε θα μας ξεχάσει. Ζήτω το ΚΚΕ!
 

Ηταν μεγάλη κομμουνίστρια.



Δεν είναι η μοναδική περίπτωση, σ' αυτόν τον αδερφοκτόνο σπαραγμό, που στρατιώτες του κυβερνητικού στρατού, παιδιά του ελληνικού λαού κι αυτοί, αρνούνται να σηκώσουν το όπλο, να εκτελέσουν τις αποφάσεις που έβγαζαν εκείνα τα έκτακτα στρατοδικεία της μισαλλοδοξίας και της σκοπιμότητας.Λίγο αργότερα, στις 13 Αυγούστου του ίδιου χρόνου, επαναλήφθηκε σε κείνον ακριβώς τον τόπο, το ίδιο περιστατικό.

"Και τον πατέρα μου εκεί τον σκότωσαν..." θα μου διηγηθεί αργότερα ο Δημήτρης Κατσαούνος, απ' τη Λαμία. "Μαζί με το Μπαρούτα κι άλλους δυο συντρόφους τους. Οι στρατιώτες αρνήθηκαν να ρίξουν. Κι έπιασαν εκείνοι οι άλλοι, ΜΑΫδες και μαυροσκούφηδες, να κάνουν την εκτέλεση.

Εγώ ήμουνα πολύ μικρός τότε, δε θυμάμαι... Η μάνα μου τα διηγιέται.

Καθώς τους πήγαιναν, η μάνα μου έτρεχε από πίσω, ουρλιάζοντας και παρακαλώντας. Τη χτύπησε ένας χωροφύλακας με το κοντάκι. Της έσπασε τη λεκάνη, κι από τότε έμεινε κουτσή. Εκεί, στον τόπο της εκτέλεσης, με τη φασαρία και την αναστάτωση, που αρνιόνταν οι στρατιώτες να τους εκτελέσουν, ο πατέρας μου πετάχτηκε και όρμησε τρέχοντας προς το βουνό, μήπως και τους ξεφύγει. Αλλά έπιασε ένας απ' αυτούς τους ΜΑΫδες το αυτόματο και τον γάζωσε από μακριά".

Είχε ξημερώσει πια, όταν γύρισαν στους στρατώνες οι δήμιοι. Πίσω απ' το παραθυράκι της πόρτας έστησα τ' αυτί.Ενας χωροφύλακας, "αυτόπτης μάρτυρας" αναστατωμένος ακόμα απ' τη φοβερή εμπειρία, διηγιόταν σε κάποιους άλλους, στο διάδρομο:

"Μεγάλη κομμουνίστρια, εκείνη η δασκάλα!... Ολοι έπεσαν κι αυτή να στέκεται γονατισμένη με το ένα πόδι. Κι έλεγε, έλεγε... Και να μη βγαίνει η ψυχή της! Η άτιμη... Τρεις σφαίρες της έριξε ο επικεφαλής, για χαριστική βολή. Κι αυτή εκεί! Ως το τέλος, να φωνάζει για το Κουκουέ... Μεγάλη κομμουνίστρια σας λέω!...".

Λίγες μέρες αργότερα, μάθαμε πως δημοσιεύτηκε σε κάποια εφημερίδα, το τελευταίο γράμμα του Βασίλη Τσιρώνη.

"ΛΑΜΙΑ, (θάλαμος μελλοθανάτων). Στους φίλους της Καρδίτσας - Θεσσαλίας. Σας αφήνω γεια. Αυτός είναι ο δρόμος της τιμής και του καθήκοντος. Φεύγω περήφανος και ικανοποιημένος γιατί πιστεύω ότι θα συμπληρώσετε ό,τι εγώ αφήνω μισό.

Ψηλά τη σημαία του ΚΚΕ
Ζήτω η ανεξαρτησία!
Ζήτω η δημοκρατία!
Σας φιλώ όλους
9-5-47 Βασίλης Τσιρώνης".

  Μια ηρωίδα του λαού
Εμείς οι άλλοι που απομείναμε, συνεχίσαμε το "πικρό οδοιπορικό". Μέρες άσωτες! Χρόνια ατέλειωτα...Καταδικασμένους στην ποινή "των ισοβίων δεσμών", μας σκόρπισαν σε όλες τις φυλακές της Ελλάδας. Μας έκλεισαν πίσω απ' τα σιδερένια κάγκελα, μέσα σε μπουντρούμια χιλιοχρονίτικα, σε υπόγεια με τοίχους πέτρινους, γεμάτους μούχλα και υγρασία. Μας μάντρωσαν σε σύρμα αγκαθερό, σε ξερονήσια άνυδρα κι ακατοίκητα. Που μονάχα τ' αγριοπούλια και οι γλάροι έσκουζαν στην ολόγυμνη ερημιά τους. Κι ούτε δεντράκι, ούτε ένα φύλλο πράσινο, να γλυκάνει, να ημερέψει τα μάτια μας...

Και μας έστησαν, δεμένους με σύρμα αγκαθωτό, στα βράχια της Γιούρας και του Μακρονησιού. Και μας πέρασαν απ' όλα τα βασανιστήρια, που ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να φανταστεί!

"Στα ξερονήσια τους τυράγνησαν
τους έλιωσε η πείνα και η δίψα
κι αλύπητα τους θέριζαν τα πολυβόλα κάθε χαραυγή.
Μ' αυτοί
τα ματωμένα χέρια τους
από το δάγκωμα της σκουριασμένης αλυσίδας
απλώνουν απ' του μπουντρουμιού τα σταυρωτά τα σίδερα
την πλάση ν' αγκαλιάσουνε ολάκερη
στη λευτεριά και στην Ειρήνη!".

Και τέλειωσε κάποτε το μαρτύριό μας. Και γυρίσαμε, όσοι απομείναμε. Αλλος ύστερα από δέκα κι άλλος ύστερα από δεκαπέντε κι από είκοσι χρόνια...

Και βρήκαμε τα σπίτια μας αποκαϊδια...

Και βρήκαμε τους δικούς μας - όσους βρήκαμε ζωντανούς - μουσαφιραίους, στρεχιασμένους σε συγγενείς και φίλους.
Και ξαναβρήκαμε πάλι το λαό ετούτον στα σαγόνια του αχόρταγου καρχαρία των μονοπωλίων, στην τανάλια της ξένης εξάρτησης.
Και ο αγώνας συνεχίζεται...
Κι ύστερα από χρόνια, ήρθε μια μέρα στο σπίτι μου ένας παλιός φίλος και συναγωνιστής. Είχε μαζί του κι ένα γράμμα. Και μου το 'δωσε.- Πάρ' το, μου λέει. Και κράτησέ το. Γράφει μέσα και για σένα.

Ηταν το τελευταίο γράμμα της Βαγγελίτσας!... Ενα φωτοαντίγραφο, που απ' τα χρόνια κι από το ένα μηχάνημα στο άλλο, ξεθώριασε και μόλις που διαβαζόταν.
Πήρα ένα φακό μεγεθυντικό και προσπαθούσα να μαντέψω τα γράμματα. Αυτά τα γράμματα, γραμμένα με το ίδιο το χέρι της Βαγγελίτσας, λίγες στιγμές πριν την οδηγήσουν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.
 

Το τελευταίο γράμμα.


Παραθέτω εδώ το γράμμα. Το χειρόγραφο της Βαγγελίτσας, σε φωτοαντίγραφο, και το κείμενο. Σε παρένθεση βάζω τις λέξεις για τις οποίες υπάρχει αμφιβολία.Το τελευταίο γράμμα της Βαγγελίτσας Κουσιάντζα:

Θάλαμος μελλοθανάτων 8/5/47. Λαμία.
Πολυαγαπημένη μου Σωτηρία
Σ' αφήνω γεια μια για πάντα.
Είμεθα μια μεγάλη παρέα. Με τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις βρεθήκαμε στην Καύκια στ' Αγραφα. Η απότομη πρωτοφανής χιονοθύελλα μας εδυσκόλεψε. Εγώ επί 24 ώρες έμεινα αναίσθητη και αν έζησα μέχρις εδώ, τη ζωή μου της χρεωστώ στο Βασ. Φυτσιλή από τη Σέκλιζα, ο οποίος για χατήρι μου κατεδικάσθη σε ισόβια δεσμά, χωρίς όμως και για να ζήσω.
Υστερα από πολλά, ενώ σταθήκαμε μέσα σε σκηνές, μας παρέλαβε ο στρατός. Από το ψύχος είχα πρηστεί.
Μας πήγαν στ' Αγραφα, ενόλω είμεθα 30 και γω 31. Μας κρατήσαν τρεις μέρες για ενέσεις(;). Από κει στο Μοναστηράκι.
Το τι δοκιμάσαμε εκεί δε λέγεται. Μας χτυπήσαν και μου κόψαν τα μαλλιά μου, ολίγα πάντως.
Στο Καρπενήσι εκεί ήταν τα πολλά. Με βάλαν σε μπουντρούμι σκοτεινό και χωροφύλακες μαυροσκούφηδες με χτυπήσαν απάνθρωπα με σιδεριές και με κρανιές.
Μου σπάσαν δυο πλευρά και ακόμα το σώμα μου είναι κατάμαυρο.
Μας φέραν εδώ. Τελική απομόνωση. Τους εξευτελισμούς και ηθικές καταπιέσεις όπου μού 'καναν αυτοί δε λέγονται.
Την 1 Μαϊου μας κοινοποίησαν την απόφαση ότι στις 3 περνάμε στρατοδικείο. Γράμμα δεν μπορούσαμε να στείλουμε διότι δεν έκανε, όπως μας είπαν. Ηλθε ο πατέρας μου. Παρακολούθησε δύο ημέρες και μετά πήγε στην Αθήνα. Δε μ' αφήσαν διόλου να μιλήσω.
Τώρα, από προχθές 5 Μαϊου βγήκε η απόφαση με θανατική ποινή.
Μας σκηνοθέτησαν πολλά, ιδία δε εμένα τόσα, που δε λέγονται. Εν τέλει μας χαρακτήρισαν ως στρατολόγους ηθικούς αυτουργούς. Τι να γίνει Σωτηρία μου αφού έτσι είναι ο κόσμος.
Δεν έχω μπροστά μου παρά λίγα λεπτά, ελπίζοντας ίσως από Αθήνα ο πατέρας μου να φανεί. Επειτα πλέον φεύγω για πάντα χρυσή μου.
Εσύ να εργαστείς στο σχολείο και να δόσεις στη νεολαία να πιστέψει τι είναι κείνο που γι' αυτό εμείς πεθαίνουμε υπερήφανοι για την Ελλάδα, και πηγαίνομε ψηλά με τη συνείδησή μας καθαρή.
Ως ενθύμιον δωρίζω το καρρέ στη Βασιλικούλα σου, αφού άλλο τι δεν έχω. Στη μάνα μου να κάνεις κουράγιο και να της δόσεις σε παρακαλώ τα υπόλοιπα πράγματα για ανάμνηση.
Δε θέλω να με κλάψετε ούτε και να πενθήστε.

Η θυσία μας που γίνεται, θα γίνει φάρος που θα φωτίσει όλο τον κόσμο για μια καλύτερη ζωή.

Σ' όλο τον δικό μας κόσμο σκόρπα τους ενθουσιώδεις χαιρετισμούς μας.

Σας αποχαιρετώ παντοτινά
Γεια σας - γεια σας
Βαγγελίτσα

Υ. Γ.
Ερχονται να μας πάρουν για το σφαγείο. Θάρρος και υπομονή. Μη μας ξεχάστε.
Εύχομαι οι κόποι μας γρήγορα να αποβούν σε όφελος όλου του λαού.
Καλή καρδιά
Αντίο - Αντίο για πάντα.


Εσείς, γενιές κατοπινές, αγόρια και κορίτσια, κληρονόμοι και συνεχιστές του έργου τους, λυγίστε τα γόνατα μπροστά στην ιερή μνήμη τους!...

Σκύψτε ευλαβικά το κεφάλι, πάνω απ' το χώμα που τους σκέπασε.
Καταθέστε νοερά πάνω απ' τους τάφους τους αμέτρητους, στεφάνια τιμής και ευγνωμοσύνης.
Και θυμηθείτε!...

Και προχωρήστε! Με σημαία και πυξίδα αλάθευτη, τη θυσία τους. Με φάρο και οδηγό εκείνους, τους ατρόμητους. Οι τελευταίες λέξεις στο υστερόγραφο της Βαγγελίτσας Κουσιάντζα, ήταν: "Μη μας ξεχάστε".

Μην τους ξεχνάτε! Να τους θυμάστε και να παίρνετε δύναμη. Για να συνεχίσετε με πίστη και αυταπάρνηση τον αγώνα τους. Τον αγώνα τον καλό και τον ωραίο!

Στις αρχές του Φλεβάρη, του 1982, γνώρισα στην Καρδίτσα τον Βάιο Τσίβο. Είχαμε γενική συνέλευση του Παραρτήματος της ΠΕΑΕΑ (των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης).

Στη μεγάλη αίθουσα της Λαϊκής Βιβλιοθήκης, πεντακόσιοι και παραπάνω παλαίμαχοι του λαϊκού αγώνα, του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, της ΕΠΟΝ, άλλοι γκριζομάλληδες κι άλλοι με κάτασπρο βαμπάκι το κεφάλι τους, ξανασμίγαμε ύστερα από τόσα χρόνια.
Τι συγκίνηση!... Και τι χαρά και περηφάνια!

Υστερα από 40 χρόνια κατατρεγμού της Εθνικής Αντίστασης, να μπορούμε επιτέλους να λέμε σήμερα και μεις, ελεύθερα και επίσημα, πως αγωνιστήκαμε για τη λευτεριά και την ανεξαρτησία της πατρίδας μας!

"Ψηφίζουμε!" βροντοφωνάζει απ' το βήμα της συνέλευσης ο γκριζομάλλης λαϊκός αγωνιστής. "Ζητάμε από την κυβέρνηση και τη Βουλή, την άμεση νομοθετική αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης (ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ). Την ηθική και υλική αποκατάσταση των θυμάτων και των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης.


Να γυρίσουν αμέσως στην πατρίδα, όλοι οι πολιτικοί πρόσφυγες, που η μισαλλόδοξη Δεξιά τους κρατάει εκπατρισμένους 33 ολόκληρα χρόνια.

Στους τόπους της θυσίας, να στηθούν ηρώα, γι' αυτούς που έπεσαν στον αγώνα".
Και στο προεδρείο της συνέλευσης, στην πιο τιμητική θέση πλάι στους άλλους λαϊκούς αγωνιστές ο γερο - Μήτσιος Κουσιάντζας!... Ο πατέρας της Βαγγελίτσας.
Μαζί με τα 96 χρόνια του, κουβαλάει κι όλες τις μνήμες, όλη την πίκρα και τον πόνο, αλλά και την περηφάνια για την προσφορά του στο μεγάλο αγώνα. Εκτός απ' τη Βαγγελίτσα, άλλα δυο παιδιά του, αγόρια, έδωσαν τη ζωή τους, θυσία για το λαό και τη λευτεριά του.


Στο τέλος της συνέλευσης, ένας κοινός φίλος, σύντροφος της φυλακής και της εξορίας, με φώναξε για να με γνωρίσει με τον Βάιο τον Τσίβο.

Ο Βάιος, απ' τον Παλαμά κι αυτός, είναι ο τελευταίος άνθρωπος απ' τους δικούς της, που είδε ζωντανή τη Βαγγελίτσα. Τον είχαν κι αυτόν σ' ένα κρατητήριο, απέναντι από μας, εκεί στους στρατώνες της Λαμίας.
"Εγώ δεν είχα ιδέα", μου διηγιέται τώρα ο Βάιος. "Με είχαν σε τέλεια απομόνωση. Η Βαγγελίτσα ήξερε. Κάπου θα με πήρε το μάτι της φαίνεται. Εκεί που με πήγαιναν στο γραφείο για ανάκριση".
Τη νύχτα εκείνη, την τελευταία, την ώρα που τους έβγαζαν δεμένους με τις χειροπέδες, η Βαγγελίτσα κοντοστάθηκε λίγο στο διάδρομο.
- Εδώ δίπλα στο θάλαμο, είπε στον επικεφαλής του αποσπάσματος, έχετε έναν συγχωριανό μου. Θα ήθελα, αν μου επιτρέπετε, να τον αποχαιρετήσω.
Ο επικεφαλής δέχτηκε τις λέξεις σαν προσταγή. Η Βαγγελίτσα δεν είχε μάθει ποτέ της να παρακαλάει...
Ανοιξαν το θάλαμο, και την άφησαν να μπει.
Ο Τσίβος, με τα χέρια κλειδωμένα στις χειροπέδες (τον θεωρούσαν, λέει, πολύ επικίνδυνο και δεν του έλυναν τα χέρια ούτε στον ύπνο), ήταν κουλουριασμένος σε μια γωνιά, τυλιγμένος με μια μισολιωμένη κουβέρτα. Τον σκούντησε.
- Βάιο...

Ανασηκώθηκε, τη γνώρισε, κι έμεινε να την κοιτάζει με μάτια γεμάτα απορία.
"- Βάιο, μου λέει", ανιστορεί τώρα ο Τσίβος, στην αίθουσα της Λαϊκής Βιβλιοθήκης κι ανατριχιάζει σύγκορμος. "Βάιο, εγώ φεύγω. Μας πάνε για εκτέλεση. Μαζί με άλλους συντρόφους. Αν ζήσεις και πας καμιά φορά στο χωριό μας, χαιρέτα όλους τους δικούς μας. Και πες τους πως δεν τους ντρόπιασα. Πεθαίνουμε με το κεφάλι ψηλά. Περήφανοι και λεύτεροι, σαν τα βουνά μας".
- Εμεινα άλαλος!... συνεχίζει ο Βάιος Τσίβος. Στεκόμουν σαν άγαλμα και την κοίταζα και δεν μπορούσα να βγάλω ούτε μια λέξη απ' το στόμα μου. Και τα χέρια μου κλειδωμένα στις χειροπέδες. Δεν μπορούσα ούτε να την αγκαλιάσω, να τη χαιρετήσω.


Εκείνη τη βραδιά, τα μαλλιά μου άσπρισαν. Ολο το κεφάλι, έτσι, όπως με βλέπεις τώρα. Μέσα σε μια νύχτα!... Και το μισό κορμί μου, τα ίδια. Από πάνω μέχρι κάτω! Τράβηξε με τα δυο χέρια το πουκάμισο, και ξεγύμνωσε το στήθος του. Κι είδα, πραγματικά να ξεχωρίζει πάνω στο στέρνο του μια κάθετη γραμμή. Ασπρο όλο το στήθος του απ' την αριστερή μεριά.

- Απ' τα δεξιά, τώρα αρχίζει ν' ασπρίζει. Απ' τα γεράματα... είπε ο Τσίβος, με κάποια στενοχώρια. Θα ήθελε να έχει απάνω στο κορμί του, ως το θάνατο, αυτή τη σφραγίδα, αυτή την απόδειξη, την τραγική, αλλά και γεμάτη μεγαλείο: Πώς είδε αυτός, τελευταίος απ' τους επιζήσαντες συντρόφους της, τη Βαγγελίτσα Κουσιάντζα.
 

Ηταν πάντα στο πόστο της.


Την άλλη μέρα πήγα στον Παλαμά. Και βρήκα το γερο - Κουσιάντζα. Τον πατέρα της. Ν' ακούσω απ' το στόμα του, να μάθω για τη ζωή της Βαγγελίτσας.Απ' όλη την οικογένεια, έχει απομείνει τώρα στο σπίτι μονάχα αυτός. Με το στερνοπαίδι του, το Νίκο.Μια οικογένεια ολοκαύτωμα... Η Βαγγελίτσα, ο Αποστόλης, ο Γιώργος, τρία παιδιά του, θυσία στον αγώνα. Η μάνα τους ακολούθησε σε λίγα χρόνια. Δεν μπόρεσε ν' αντέξει τρεις κεραυνούς, τον ένα πίσω απ' τον άλλον. Κι απόμεινε αυτός. Ο χαροκαμένος πατέρας. Ο αστραποκαμένος δρυς, με τα 96 χρόνια του, να ζει και να θυμάται...

Η Βαγγελίτσα ήταν το δεύτερο απ' τα έξι παιδιά του Κουσιάντζα. Γεννήθηκε το 1918. Ενα κορίτσι γεροδεμένο, γιομάτο ζωή και υγεία. Μ' ένα πρόσωπο φαρδύ και γελαστό, σα φεγγάρι. Με τα αδρά χαρακτηριστικά της γυναίκας του θεσσαλικού κάμπου."Ηταν ζωηρό κορίτσι...", μου διηγείται τώρα ο πατέρας της, ο γερο - Κουσιάντζας. "Επαιζε την τσιλίκα και τους κλέφτες, με τ' αγόρια. Αντάρτης...".

Και τα μάτια του μουσκεμένα και κατακόκκινα, να πεταλουδίζουν χωρίς σταματημό.
Η αγκούσα ανεβαίνει στο λαρύγγι και τον πνίγει. Υστερα βγάνει απ' τα κατάβαθα έναν αναστεναγμό και συνεχίζει.
"Αλλά ήταν και καλόγνωμη. Και στα γράμματα, πρώτη. Εβγαλε το Γυμνάσιο εδώ στην Καρδίτσα κι ύστερα την έστειλα στην Αλεξαντρούπολη, στο διδασκαλείο. Ηθελε να σπουδάξει. Και βγήκε δασκάλα. Το '38, το '39.., θα σε γελάσω".
Η Βασιλική, η νύφη του, γυναίκα του γιου του του Νίκου, έφερε τον καφέ, κι έκατσε δίπλα, σε μια καρέκλα.
"Διορίστηκε πρώτα εδώ στο Βλοχό, καναδυό χρόνια. Υστερα, στο Μάρκο". Βοηθάει τη μνήμη του μπάρμπα - Μήτσιου και συμπληρώνει το βιογραφικό της Βαγγελίτσας.
"Υστερα διάβασε και δω, στον Παλαμά, στο χωριό μας. Εγώ ήμουν μαθήτρια τότες. Την είχα δασκάλα... Οταν βγήκε τ' αντάρτικο, με το ΕΑΜ, εδώ ήταν δασκάλα. Μας οργάνωνε εμάς τα μικρά. Αητόπουλα... Μας μάθαινε τραγούδια αντάρτικα...".
Υστερα, το χωριό "στένεψε". Το δασκαλίκι δεν έφτανε να γιομίσει τη ζωή της. Τη μεγάλη αντάρτισσα καρδιά της. Και δόθηκε με όλη την ψυχή της στον αγώνα του λαού.


Μέσα στον ηρωικό εκείνο ξεσηκωμό, για το διώξιμο του ξένου κατακτητή, για τη λευτεριά και την κοινωνική απελευθέρωση, πάνω σε κείνο το πυρωμένο αμόνι, η Βαγγελίτσα Κουσιάντζα σφυρηλάτησε το χαρακτήρα και την ταυτότητα της μαχήτριας, της λαϊκής αγωνίστριας. Της πιστής μέχρι το θάνατο στα μεγάλα ιδανικά του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και του σοσιαλισμού.

Σύντομα αναδείχνεται σε στέλεχος του Κόμματος και του ΕΑΜ. Δουλεύει ασταμάτητα, μέρα και νύχτα. Χωρίς αναπαμό, χωρίς ξεκούραση. Μ' ένα ζευγάρι αρβυλάκια στα ποδάρια της, με μια γκλιτσούλα κοντή στο χέρι, πετάει από χωριό σε χωριό και ξεσηκώνει τις καρδιές του σκλαβωμένου λαού.
Μαστιγώνει με την κοφτερή της γλώσσα τους φασίστες καταχτητές, τους βάρβαρους της "Αριας φυλής", που πάτησαν τον τόπο μας, που σκόρπισαν τη φρίκη και τον όλεθρο σ' ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Στητή πάνω στο πρόχειρο πατάρι, ή πίσω απ' το σανιδένιο τραπεζάκι, μιλάει στις συγκεντρώσεις και στα μεγάλα μάτια της καίει η φωτιά, η φλόγα του μαχητή. Μ' ένα τσουλούφι απ' τα μαλλιά της ανασηκωμένο πάνω απ' το μέτωπο, αγέρωχη και φοβερή, σαν άλλος Κολοκοτρώνης, κεραυνώνει τον ξένο καταχτητή και τα ντόπια σκουλήκια του ΕΑΣΑΔ:
"Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους!..", αντηχούσε συχνά οργισμένη η διαπεραστική φωνή της.
Είχε ένα πάθος ασίγαστο για τον αγώνα. Για τη λευτεριά! Κι ένα μίσος άσβηστο, για τους καταχτητές και τους ντόπιους προδότες.


Και ήρθε η πολυπόθητη απελευθέρωση. Μα, εμείς, δεν προφτάσαμε να χαρούμε ούτε μια μέρα τη λευτεριά μας. Κι ας δώσαμε γι' αυτήν τόσες θυσίες, τόσο αίμα...

Η Βαγγελίτσα, μαζί με όλους τους άλλους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, δέχεται πάνω της όλο το βάρος του διωγμού, απ' το μισαλλόδοξο μεταβαρκιζιανό κράτος. Και περνάει στην παρανομία.

Κρύβεται σε σπίτια φιλικά, "αχρωμάτιστα", που δεν κινούν τις υποψίες των ληστοσυμμοριών της Δεξιάς και των χωροφυλάκων. Στη Σέκλιζα, στη Ραχούλα και σ' άλλα χωριά, άνθρωποι του λαού, με κίνδυνο μεγάλο και για την ίδια τη ζωή τους, της προσφέρουν καταφύγιο. Μα, το κυνηγητό είναι αδιάκοπο κι ανελέητο. Την πιάνουν με τη βοήθεια ντόπιων χαφιέδων που τη γνώριζαν. Τη βασανίζουν απάνθρωπα στο Σταθμό Χωροφυλακής της Ραχούλας. Και κατόπι, στα μπουντρούμια της Καρδίτσας. Της σκίζουν με μαχαίρι τα πόδια και της ρίχνουν καυτό λάδι στις πληγές. Της βάζουν βραστά αυγά κάτω απ' τις μασχάλες, για να κάνουν πιο αβάσταχτο το μαρτύριό της. Να την αναγκάσουν να "ομολογήσει"...

Μα, η Βαγγελίτσα δεν έχει τίποτα να κρύψει και τίποτα να ομολογήσει. Οι πράξεις, ο αγώνας της στην Εθνική Αντίσταση είναι καθαρός σαν το κρύσταλλο. Και τελικά απαλλάσσεται απ' τις κατηγορίες "διά βουλεύματος".

Σύντομα, όμως, την ξαναπιάνουν. Και τη ρίχνουν πάλι στα κρατητήρια της Καρδίτσας. Μια κρίση καρδιακή, που παθαίνει εκεί, αναγκάζει τους δεσμοφύλακές της να τη μεταφέρουν στο Νοσοκομείο. Απ' όπου, σε λίγες μέρες, φίλοι και σύντροφοί της απ' έξω, αλλά κι απ' το ίδιο το προσωπικό του νοσοκομείου, τη βοηθάν να δραπετέψει, και τη φυγαδεύουν προς τα χωριά του Ιταμου.

Μα η τρομοκρατία ξαπλώνεται παντού, κάθε μέρα και πιο άγρια. Για τους αγωνιστές, ο δρόμος του βουνού είναι πια αναπόφευκτος. Είναι η μόνη εκλογή που τους απομένει.

Η Βαγγελίτσα, γραμματέας της Αχτίδας Σέκλιζας του Κόμματος, βρίσκεται πάντα στο πόστο της, εκεί γύρω στα χωριά του Ιταμου. Καθοδηγεί τις οργανώσεις, συντονίζει, σε συνεργασία με τα ένοπλα τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού, τον πολιτικό με το στρατιωτικό αγώνα.


Στις αρχές του Απρίλη 1947, με τις μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των κυβερνητικών, θα βρεθεί στην Καστανιά της Καρδίτσας, μαζί με άλλα στελέχη της Νομαρχιακής Επιτροπής και του Γραφείου Περιοχής Θεσσαλίας.

Και με το στρατιωτικό ελιγμό των τμημάτων του ΔΣ και την υποχώρησή μας προς Αγραφα, βρεθήκαμε στα Βραγγιανά, κι από κει στον αυχένα της Νιάλας.


Τώρα. ύστερα από 35 χρόνια, κάθομαι πλάι στο γερο - Κουσιάντζα, δίπλα στο κρεβάτι του και τον ακούω:

"Πήγαμε, το '53... '54... Μαζί με τη μάνα της, στη Λαμία. Στο νεκροταφείο. Βρήκαμε με τα πολλά κάποιον εκεί. Εναν καντηλανάφτη, που ήξερε... Μας έδειξε τον τόπο. Σκάβουμε, σκάβουμε με τη γριά.., τους βρήκαμε. Τι να βρεις...".

Τον πνίγει πάλι ο λυγμός. Δεν μπορεί να συνεχίσει. Η αγκούσα ανεβαίνει ξανά, και δένεται κόμπος στο λαρύγγι του. Γέρνει δίπλα στο προσκέφαλό του, και σκουπίζει με τα δυο του δάχτυλα τα μάτια του.
- Πες τα εσύ Βασιλική... παρακαλεί τη νύφη του να συνεχίσει τη διήγηση. Και η Βασιλική συνεχίζει.
- Τους είχαν όλους μαζί... Σ' έναν τάφο. Ούτε κάσες, ούτε τίποτα... Τη Βαγγελίτσα τη γνώρισαν απ' το φουστάνι, το κόκκινο. Το μετάξι δε λιώνει μέσα στο χώμα... Μάζεψαν τα κόκαλά της, όπως ήταν μέσα στο φουστάνι, το κεφάλι, τα ποδάρια... όλα σ' ένα σεντόνι, και τα 'βαλαν σ' ένα καμαράκι, εκεί δίπλα. Δεν τους άφησε ο επιστάτης αυτός να τα πάρουν.

"Ηρθαμε εδώ, στο χωριό κι όλη τη νύχτα δεν κοιμηθήκαμε, με τη μάνα της", συνεχίζει πάλι ο γέρο - Κουσιάντζας. "Και ξαναπήγαμε στη Λαμία. Και με τα πολλά βάσανα ύστερα, μας την έδωσαν. Και τη φέραμε...".

Αγόρασαν κουτί καινούριο, έβαλαν μέσα, σε μια σακούλα, με τάξη τα κόκαλα της Βαγγελίτσας, και τα σκέπασαν από πάνω με λουλούδια.
"Και τα 'φεραν τα κόκαλά της εδώ στο χωριό", λέει η Βασιλική. "Κι έγινε κηδεία κανονική. Μαζεύτηκε όλο το χωριό...".
Τώρα, στο νεκροταφείο του Παλαμά, εκεί στο βάθος του διαδρόμου, δεξιά, δίπλα στον τάφο της γριάς Κουσιάντζαινας, θα βρεις ένα μικρό τσιμεντένιο κουτί, ακουμπισμένο πάνω στη γη. Και στο προσκέφαλό του, ένας μικρός μαρμάρινος σταυρός.

Ο αέρας φύσηξε δυνατός τη νύχτα. Εριξε το σταυρό και τον έσπασε σε τρία κομμάτια.

Πιάνω με τα χέρια μου και συναρμολογώ απάνω στα χόρτα, τα κομμάτια του σπασμένου μάρμαρου. Και σχηματίζεται απάνω στο σταυρό, ολόκληρο, το αθάνατο όνομα:

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ Δ. ΚΟΥΣΙΑΝΤΖΑ
Διδασκάλισσα

"...Διδασκάλισσα.., και αγωνίστρια της Αντίστασης. Μια ηρωίδα του λαού!..". Συμπληρώνω, ολοκληρώνοντας νοερά πάνω στο σπασμένο μάρμαρο την επιγραφή: "ΒΑΓΓΕΛΙΤΣΑ ΚΟΥΣΙΑΝΤΖΑ. Εκτελέστηκε, μαζί με άλλα εννιά παλικάρια, στις 9 του Μάη 1947, στην Ξηριώτισσα της Λαμίας, από την αμερικανοκρατία και το ντόπιο δοσιλογισμό".


Ερημο και ήσυχο το νεκροταφείο, αναπαύεται μέσα στην κάψα του μεσημεριού. Μονάχα ο ήλιος το λούζει από ψηλά και δίνει μια λάμψη ακόμα πιο λευκή στους μαρμαρένιους τάφους.

Η Αγγελική είχε ξεμακρύνει στο δρομάκι, ανάμεσα στα μνήματα, ψάχνοντας με τα μάτια τους σταυρούς, για να βρει το όνομα ενός άλλου αδικοχαμένου φίλου μου, που σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα.

Γονατισμένος πάνω στα χαμομήλια, παραμερίζω με τρεμάμενα χέρια τη μικρή τσιμεντένια πλάκα, που σκεπάζει το κουτί. Ανοίγω με προσοχή την πλαστική σακούλα. Παίρνω στα χέρια μου, και σηκώνω ψηλά, στο φως του ήλιου, το κρανίο.

"...Η Αγια Κάρα της Βαγγελίτσας Κουσιάντζα...".

Το κοιτάζω ασάλευτος. Μ' ένα κόμπο στο λαιμό και στην καρδιά. Με μια φωτιά να μου καίει τα μάτια...

Προσπαθώ ν' αναπαραστήσω, με το νου, εκείνο το γελαστό πρόσωπο. Εκείνο το αγέρωχο κορίτσι με τα μεγάλα μάτια, τα γεμάτα φλόγα και πίστη και δύναμη αγωνιστική...

Μια τρύπα, λίγο πιο πάνω απ' το φρύδι το δεξί, σημαδεύει την τελευταία πράξη των "φρουρών της καθεστηκυίας τάξεως".
"Τρεις σφαίρες της έριξε ο επικεφαλής... Για χαριστική βολή...".

...Ποιος ξέρει, τι τρεμούλα να είχε στην καρδιά και στα χέρια του εκείνος ο δύστυχος "επικεφαλής"... και ποιος ξέρει πού πήγαν οι άλλες δυο σφαίρες του. Αν πέτυχαν καν το "στόχο" τους...

"...Βαγγελίτσα... Σήκω Βαγγελίτσα!...". Είμαι έτοιμος να τη φωνάξω. Οπως τότε, εκεί στον ανεμοδαρμένο αυχένα της Νιάλας....
Η φωνή της γυναίκας μου ακούστηκε απαλή απ' την άλλη άκρη του διαδρόμου.

- Βλέπω εδώ πολλούς Στυλοπουλαίους, αλλά δε βρίσκω πουθενά το όνομα Παύλος...

Την είδα που ξεκίνησε κι ερχόταν απ' το στενό δρομάκι, ανάμεσα στα μνήματα.

Εβαλα πάλι με προσοχή το κρανίο στην πλαστική σακούλα, μέσα στο τσιμεντένιο κουτί κι έκλεισα από πάνω το καπάκι του.
Η γυναίκα μου ήρθε, και στάθηκε για λίγο, αμίλητη, πάνω απ' το κεφάλι μου.

- Πάμε... είπε ύστερα, με φωνή σιγανή, σα να φοβόταν μήπως ταράξει τον ύπνο της Βαγγελίτσας...
 

Στην Ξηριώτισσα.


Και πάλι, ύστερα από λίγες μέρες, προσκυνητής ολομόναχος, που τον τραβάει δύναμη ακατανίκητη η φωνή του χρέους και της λύτρωσης, φτάνω με τα πόδια στο νεκροταφείο της Ξηριώτισσας.

Περνάω τη βαριά σιδερόπορτα και διασχίζω όλο το μάκρος του νεκροταφείου, ανάμεσα από μαρμαρένιους τάφους.

Φτάνω στην άλλη άκρη, στο τέρμα. Στην απάνω γωνιά του μαντρότοιχου. Εδώ δεν έχει ούτε διάδρομο, ούτε μαρμάρινους σταυρούς με ονόματα. Μονάχα κάτι ξεροί σκελετοί, από παλιά στεφάνια, πεταμένα στην άκρη. Και χορταράκι καταπράσινο. Και λουλούδια της άνοιξης, που σηκώνουν ψηλά τα κεφαλάκια τους, κι αργοσαλεύουν στο απαλό χάιδεμα του αέρα.

"... Εδώ...".

Σ' αυτή την απόμερη γωνιά του νεκροταφείου της Ξηριώτισσας, μακριά απ' τους άλλους, τους "καθώς πρέπει" τάφους έθαψαν ομαδικά σ' ένα λάκκο, χωρίς φέρετρα, δίχως ένα λουλούδι, τους λαϊκούς αγωνιστές...

Με την πλάτη ακουμπισμένη στον πέτρινο μαντρότοιχο, βλέπω ασάλευτος αυτά τα χόρτα, αυτά τ' αγριολούλουδα που με κοιτάζουν με τα ευγενικά τους μάτια.Μια παπαρούνα κατακόκκινη, πιο ψηλά απ' όλα τ' άλλα, γέρνει σα λυπημένη το πρόσωπό της και κοιτάζει αυτή τη γη. Αυτό το χώμα...

...Οι παππούδες της θα είχαν πιει απ' τη φλόγα εκείνων των παλικαριών... Γι' αυτό είναι τόσο κόκκινα τα πέταλα ετούτης της παπαρούνας. Η κληρονομιά του κόκκινου... κρατάει γενιές!
Μια μοσχοβολιά, σαν από θερισμένο χόρτο, σαν από λιβάνι, με διαπερνάει. Κι ανατριχιάζω σύγκορμος!
Μια ζάλη, ανακατωμένη με τις αχτίδες του ήλιου, που λούζουν τον παλιό μαντρότοιχο, στριφογυρνάει πάνω απ' τα μάτια μου. Μια τσιμπίδα νιώθω να σφίγγει κι απ' τις δυο μεριές τα μηλίγγια μου.

Παίρνω πάλι το δρομάκι και προχωράω ανάμεσα στα μνήματα, σαν υπνωτισμένος. Και η μυρωδιά εκείνη, η ανεξήγητη, να μ' ακολουθάει από πίσω...

Τα τελευταία λόγια απ' το "Φτωχό Αγιο" του μεγάλου Σκιαθίτη, έρχονται απ' τα βάθη της θύμησης, να μου φέρουν την εξήγηση:
"...Και, ύστερον, πώς να μη μοσχοβολά το χώμα...".
 

Επίλογος


Εγραφα για τη Βαγγελίτσα Κουσιάντζα, κι έρχονταν στο νου μου, και διάβαιναν μπροστά στα μάτια μου όλοι οι νεκροί.

Μια - μια περνούσαν ολοζώντανες και με κοίταζαν με τα πελώρια μάτια τους, οι ιερές μορφές των παλικαριών μας, που χάθηκαν.

Γράφω για τη Βαγγελίτσα Κουσιάντζα και αισθάνομαι σα να εκπληρώνω ένα ελάχιστο χρέος, προς όλους τους νεκρούς του αγώνα μας.

Απ' τους μεγάλους και ονομαστούς καπεταναίους, μέχρι τον τελευταίο "ανώνυμο" αντάρτη του Δημοκρατικού Στρατού.

Απ' τον πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ, τον αθάνατο, μέχρι το μικρότερο αδελφό μου, τον Πάμφιλο.

Από τα παιδιά του Κάστρου του Υμηττού, μέχρι τα παλικάρια του Πολυτεχνείου.

Θα ήθελα να είμαι ένας γλύπτης, ένας ασύγκριτος τεχνίτης της πέτρας και του μάρμαρου. Να πελεκήσω και να στήσω στα ουράνια, ένα άγαλμα τετράψηλο! Ενα μνημείο μεγαλόπρεπο, για όλους τους ήρωες και μάρτυρες του λαού μας. Ενα μνημείο, τόσο λαμπρό και τόσο μεγάλο, όσο μεγάλος ήταν και ο αγώνας τους. Οσο μεγάλη ήταν η προσφορά και η θυσία τους για μας και για τις κατοπινές γενιές.

Θα ήθελα να είμαι ο μεγάλος, ο εθνικός ποιητής. Οχι για να δοξαστώ. (Τ' όνομά μου, ας είναι το τελευταίο που θα θυμούνται οι άνθρωποι). Αλλά, για να μπορούσα να σταθώ νοερά πάνω απ' τον τάφο της Βαγγελίτσας Κουσιάντζα, πάνω απ' τους αμέτρητους τάφους των παλικαριών που έδωσαν τη ζωή τους για μας και να φωνάξω:
"Λευτεριά, για λίγο πάψε να χτυπάς με το σπαθί.
Τώρα, σίμωσε και κλάψε...".

Κλάψε, μα και τραγούδα! Και ψάλε ύμνους δοξαστικούς, γι' αυτά τα λαμπρά παλικάρια. Και στεφάνωσέ τα με το αμάραντο στεφάνι της δόξας.

Μέσα απ' το Πάνθεο των ηρώων και μαρτύρων του λαού μας, δίπλα και ανάμεσα σε όλους τους επώνυμους και ανώνυμους αγωνιστές, που έδωσαν τη ζωή τους για το δίκιο και τη λευτεριά του, η Βαγγελίτσα Κουσιάντζα μάς χαμογελάει, με το πλατύ θεσσαλικό χαμόγελό της.

Πάντα κοντά μας. Πάντα μπροστά. Μας συντροφεύει, μας καθοδηγεί και μας εμπνέει στον αγώνα, για τα μεγάλα και πανανθρώπινα ιδανικά.

Εφτασα στο τέλος ετούτης της ανηφόρας, που τόσες φορές μου μάτωσε την παλιά πληγή. Μα, πριν υπογράψω ετούτο το γραφτό, κάτι με τραβάει... Θέλω να ξαναγυρίσω πίσω. Σε κείνη την αγραφιώτικη κορφή. Σε κείνο τον ανεμόδαρτο αυχένα, που μας παίδεψε κάποτε σκληρά κι έγινε αιτία να χαθούν τόσα παλικάρια.

Σαν τη μάνα του τραγουδιού, που "με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε", ήθελα στην αρχή και γω να μαλώσω με τη Νιάλα. Να της πω λόγια πικρά, να την πετροβολήσω, για το κακό που μας έκανε, στις 13 του Απρίλη...

Μα, έρχεται τώρα στο νου μου εκείνος ο άλλος Απρίλης του 1977. Η άλλη όψη της Νιάλας. Η καλή, η γελούμενη. "...Τώρα, που ξανανταμώσαμε σα φίλοι... Ελα! Κάτσε εδώ στην πέτρα κι άκου να σου πω...".

Ακούω το λόγο της, το φιλικό και παρηγοριέμαι. Δεν της κρατάω κακία. Ζητάω τη συγνώμη της, για τα πικρά λόγια, που έβαλα στο μυαλό μου να της πω. Τι φταίνε τα βουνά... Οργίζονται κι αυτά καμιά φορά. Και κλαίνε, όπως οι άνθρωποι... Μαζί με μας, πάσχουν και υποφέρουν κι αυτά.
"Και καρτερούν την Ανοιξη, τ' όμορφο καλοκαίρι...".

Και η Ανοιξη, σιγά - σιγά άρχισε να μας χαμογελάει... Η δικαίωση, λίγο - λίγο, έστω και αργά, βασανιστικά, έρχεται, πλησιάζει.
Και ανεβήκαμε ξανά στη Νιάλα οι "επιζήσαντες".

1985, 1986. Υστερα από σαράντα χρόνια... Ανεβήκαμε τώρα πολλοί. Ολοι μαζί. Παιδιά κι αδέρφια και εγγόνια και φίλοι των αδικοχαμένων παλικαριών κι απ' τις δυο μεριές. Ας είναι και τόσο αργά. Δεν πειράζει... Οι νεκροί μας, οι νεκροί του Εμφύλιου έκαναν υπομονή. Και περίμεναν, ώσπου να μονοιάσουμε ξανά. Ωσπου να νικηθεί η μισαλλοδοξία και το εμφύλιο πάθος, που χώρισε τους Ελληνες σε πολίτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Σε "εθνικόφρονες" απ' τη μια μεριά και σε "μιάσματα" απ' την άλλη...
Κι ανεβήκαμε. Και στήσαμε εκεί ψηλά, ακριβώς στο πέρασμα, στο θανατερό εκείνον "αυχένα" που θέρισε τότε αντάρτες και στρατιώτες και μάνες με μικρά παιδιά, και στεργιώσαμε πάνω στο βράχο, γύρω - γύρω με ξερολιθιά μια μαρμαρένια πλάκα, να θυμίζει στους "επερχόμενους" τη φρίκη του εμφύλιου πολέμου, το άδικο και το παράλογο της αδερφοσφαγής. Μνήμη και εντολή. Μνήμη και υποθήκη, για ομόνοια ανάμεσα στα Ελληνόπουλα. Κατάρα και ανάθεμα στους ξένους "προστάτες", που με το αίμα των παιδιών της Ελλάδας έχτιζαν και στέργιωναν στον τόπο μας τα άνομα συμφέροντά τους.

ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΑΥΤΗ ΕΠΕΣΑΝ ΧΤΥΠΗΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΦΟΒΕΡΗ ΧΙΟΝΟΘΥΕΛΛΑ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΤΟΥ ΔΣΕ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝ. ΣΤΡΑΤΟΥ ΚΑΙ ΑΜΑΧΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ΣΤΙΣ 12.4.1947.

Print Friendly and PDF

Μοιραστείτε το



Η σελίδα μας στο FB