Δ.Σ.Ε

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ




μέρος 10:


Ο Δεκέμβρης του 1944 - απόψεις

Picture ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 1944

Καταγραφή και κριτική ορισμένων απόψεων (Α)




Μπορούσε να είχε αποφευχθεί ο Δεκέμβρης; Το ερώτημα έχει βασανίσει πολλούς, ενώ ορισμένοι το έχουν αξιοποιήσει, για να γυρίσουν την ιστορία με το κεφάλι κάτω.



Οι Αγγλοι φρόντισαν με όλους τους τρόπους, ακόμη και με τη μαζική δολοφονία άοπλων διαδηλωτών, να κάνουν καθαρό, πως οι επιλογές για τον ελληνικό λαό ήταν δυό: υποταγή ή σύγκρουση.Αναμφισβήτητα τα Δεκεμβριανά υπήρξαν σταθμός στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας και – φυσικό επόμενο – αποτέλεσαν θέμα, με το οποίο ασχολήθηκαν πολλοί ιστορικοί, ερευνητές, απομνημονευματογράφοι πολιτικοί και κάθε λογής δημοσιολόγοι. Τα δημοσιεύματά τους – μικρά ή μεγάλα, δεν έχει σημασία – δεν ασχολούνται μόνο με την καταγραφή των ιστορικών γεγονότων, αλλά εμπεριέχουν συμπεράσματα και κρίσεις. Θα ήταν παράδοξο, άλλωστε, να μη συμβαίνει κάτι τέτοιο. Πρόκειται, δηλαδή, για δημοσιεύματα ιστορικά, που συνήθως συνοδεύονται από τη φιλοδοξία των συγγραφέων τους να λειτουργήσουν διαπαιδαγωγητικά στο σήμερα και το αύριο. Κι αυτό, στη γενική του κατεύθυνση, δεν είναι αθέμιτο, αφού πάντα η εξέταση ενός ιστορικού γεγονότος, εξ αντικειμένου εδράζεται στη διαλεκτική σχέση παρελθόντος – παρόντος, με την έννοια ότι το παρελθόν δεν είναι ποτέ νεκρό γράμμα, αλλά βαραίνει πάνω στις συνειδήσεις και στην υλική ζωή των σημερινών και μελλοντικών ανθρώπων. Πρόβλημα καθίσταται από τη στιγμή που αυτοί που ασχολούνται με το παρελθόν επιχειρούν να το ανατρέψουν, το διαστρεβλώνουν, το περιφρονούν και ταυτόχρονα το χρησιμοποιούν κατά το δοκούν.

Μια κριτική εξέταση των απόψεων αυτών είναι, αναντίρρητα, ένας πιεστικός πειρασμός και σ’ ό,τι μάς αφορά θεωρήσαμε αδικαιολόγητη οποιαδήποτε απόπειρα αποφυγής του πειρασμού αυτού. Δεν ήταν, βεβαίως, δυνατό να καταπιαστούμε με όλες τις απόψεις που θα άξιζαν κριτικής. Σταθήκαμε σ’ εκείνες τις εξόφθαλμα αντιιστορικές, που περιφρονούν την ιστορική αλήθεια και με εφαλτήριο το ιστορικό γεγονός – χωρίς κανένα σεβασμό προς αυτό – έχουν ως στόχο να διαμορφώσουν κριτήρια πολιτικής συμπεριφοράς και συνείδησης στο παρόν και στο μέλλον.

Μπορούσαν να αποφευχθούν τα Δεκεμβριανά;



Υποστηρίζουν αρκετοί πως ο Δεκέμβρης του 1944 μπορούσε να αποφευχθεί, ότι το ΚΚΕ δεν έπρεπε να πάρει τα όπλα, πως οι ευθύνες είναι μοιρασμένες ή ότι φέρνει και το ΚΚΕ ευθύνες επειδή δεν απέφυγε – ενώ μπορούσε – τη σύγκρουση. Στους υπέρμαχους αυτής της άποψης έχουν προστεθεί με βιβλία που έγραψαν τα τελευταία χρόνια και δύο πρώην κομμουνιστές: Ο Λ. Κύρκος και ο Γρ. Φαράκος. Μπορούσαν, όμως, να αποφευχθούν τα Δεκεμβριανά; Ορισμένοι ιστορικοί θεωρούν το ερώτημα αντιιστορικό και αντεπιστημονικό. Αποφεύγουμε την πρόκληση να επιχειρηματολογήσουμε για το αντίθετο. Δεν είναι η στιγμή για φιλοσοφία της ιστορίας. Αποδεχόμαστε το ερώτημα και υπογραμμίζουμε: Αν αποδειχτεί πως το ΚΚΕ και το λαϊκό κίνημα, πέραν την ένοπλης πάλης ή της υποταγής στις διαθέσεις του αντιπάλου, είχαν και μια τρίτη, αξιοπρεπή, επιλογή για το μέλλον του ελληνικού λαού την οποία δεν ακολούθησαν, τότε τα Δεκεμβιανά μπορούσαν να αποφευχθούν. Είχαν όμως;

Τι λένε οι Κύρκος – Φαράκος



«Ο Δεκέμβρης ως πολιτική επιλογή – λέει ο Λ. Κύρκος – ήταν θανάσιμο λάθος… Η ηγεσία του ΚΚΕ έπρεπε να μείνει χωρίς καμιά ταλάντευση, στην πάση θυσία εξασφάλιση της προσφυγής στις κάλπες για την ανάδειξη του πρώτου μεταπολεμικού κοινοβουλίου και στη διεξαγωγή αδιάβλητου δημοψηφίσματος για την οριστική κατάργηση της μοναρχίας». («Ανατρεπτικά» σελ. 119 και σελ. 128). Επίσης, επικρίνει την τότε ηγεσία του ΚΚΕ, γιατί δεν έδειξε την απαιτούμενη ελαστικότητα και θεώρησε κεντρικό ζήτημα για ρήξη την απαίτηση των Εγγλέζων και των ντόπιων εκφραστών τους να διαλυθεί ο ΕΛΑΣ. «Θεώρησε – γράφει για την τότε ηγεσία του ΚΚΕ – πως κεντρικό σημείο, ακόμα και για μια ρήξη με τις άλλες δυνάμεις και με τους Εγγλέζους, ήταν η λύση του στρατιωτικού προβλήματος μετά την απελευθέρωση. Και μολονότι στην Καζέρτα είχε δεχτεί την ανάθεση της αρχηγίας των ενόπλων δυνάμεων – τακτικού στρατού και ΕΛΑΣ – στον Βρετανό στρατηγό Σκόμπι, στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην κρίση του Δεκέμβρη του ’44 δεν έδειξε την απαιτούμενη ελαστικότητα, ώστε η λύση του πράγματι σοβαρότατου προβλήματος να μην εμποδίσει την πορεία προς την ομαλή διεξαγωγή των εκλογών, που έπρεπε να είναι ο σαφέστατος και αμετακίνητος στόχος». («Ανατρεπτικά» σελ. 128).

Ο Γρ. Φαράκος έχει κατά καιρούς παρουσιάσει διάφορες αλληλοαναιρούμενες απόψεις γύρω από το θέμα και φυσικά δεν είναι εύκολο να παρακολουθήσει κανείς τις μεταλλαγές του. Η τελευταία, δημόσια γνωστή, άποψή του γύρω από το θέμα, που πιθανόν να είναι και τωρινή, διατυπώθηκε στα τέλη του 1994 σ’ ένα συμπόσιο για τα Δεκεμβριανά. Εκεί έθεσε το ερώτημα: «Ηταν αναπόφευκτη η σύγκρουση;». Να πώς απάντησε: «Κατ’ αρχήν έπρεπε να αποφευχθεί… μπορούσε να αποφευχθεί. Φυσικά, θα είχαμε υποχωρήσεις, παραχωρήσεις. Μήπως λιγότερες υποχωρήσεις έγιναν αργότερα στη Βάρκιζα και κατοπινά; Και ποιος ο λόγος να υπάρχουν όλες αυτές οι θυσίες;… Αν κρίνεις πολιτικά το θέμα, ως τρόπο λειτουργίας της δημοκρατίας, δημιουργίας μιας δημοκρατικής εξουσίας, όπως απαιτούσε η μεταπολεμική Ελλάδα, τότε κατηγορηματικά θα απαντήσεις: Επρεπε να αποφευχθεί ο Δεκέμβρης και ήταν δυνατόν να αποφευχθεί. («Δεκέμβρης του ’44», εκδόσεις φιλίστωρ, σελ. 159).

Ορισμένες αξιοσημείωτες αντιφάσεις



Ενα πρώτο αξιοσημείωτο στοιχείο στις τοποθετήσεις Κύρκου – Φαράκου είναι ότι αυτές συνοδεύονται κατ’ αρχήν από τραγελαφικές αντιφάσεις και κατά δεύτερο λόγο από έλλειψη στοιχειώδους σεβασμού στο ιστορικό γεγονός, αφού πρόκειται για απόψεις αποστασιοποιημένες από την πραγματικότητα, έξω από τον τόπο και το χρόνο, όπου το γεγονός έλαβε χώρα. Ας δούμε τις αντιφάσεις:

Ο Δεκέμβρης – ισχυρίζεται ο Λ. Κύρκος – μπορούσε να αποφευχθεί και ο ΕΛΑΣ έπρεπε να διαλυθεί, γιατί υπήρχε και άλλη επιλογή: Η προσφυγή στις κάλπες, για την ανάδειξη της μεταπολεμικής Βουλής και για την απαλλαγή από τη μοναρχία. Ο ίδιος, βεβαίως, στη σελίδα που λέει αυτά, λίγες γραμμές πιο κάτω, παραδέχεται πως κι αν ακόμη δε γινόταν ο Δεκέμβρης οι Εγγλέζοι «πάλι θα έκαναν το παν, για να εμποδίσουν την ομαλή πορεία προς τις εκλογές» («Ανατρεπτικά», σελ. 128). Αλλά, αν οι Εγγλέζοι θα έκαναν το παν για να εμποδίσουν την ομαλή πορεία προς τις εκλογές, τι θα μπορούσε να περιμένει απ’ αυτές ο λαός, ώστε να αξίζει τον κόπο να παραδοθεί αμαχητί στους αντιπάλους του; Με την ουσία αυτού του ερωτήματος ο Λ. Κύρκος αποφεύγει να ασχοληθεί. Ετσι εμμέσως πλην σαφώς, στο δίλημμα «αντίσταση στους Εγγλέζους και την ντόπια αντίδραση ή συνθηκολόγηση», απαντάει, προτείνοντας τη συνθηκολόγηση και ουσιαστικά την πλήρη υποταγή. Τρίτη, αξιοπρεπή, εναλλακτική λύση για το ΕΑΜικό κίνημα δεν καταφέρνει να παρουσιάσει.

Ο Γρ. Φαράκος που στα τέλη του ’94 υποστήριξε όσα προαναφέραμε, ένα χρόνο πριν, στο βιβλίο του «Μαρτυρίες και στοχασμοί» (σελ. 61) – το οποίο εκδόθηκε το Μάρτη του 1993 – υποστήριζε τα ακριβώς αντίθετα. «Η χωρίς αντίσταση παράδοση – έλεγε – θα αμαύρωνε το έπος της εθνικής αντίστασης… Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν έπρεπε να υπερασπιστούμε την τιμή και την αξιοπρέπειά μας με τα όπλα. Επρεπε, δε γινόταν αλλιώς». Αν και είναι δικαίωμα του Γρ. Φαράκου να αλλάζει θέσεις, οφείλουμε να σημειώσουμε πως οι μεταλλάξεις του είναι εντυπωσιακές όπως εντυπωσιακό είναι και το γεγονός πως όσα επί της ουσίας υποστηρίζει δεν τόλμησαν να τα υποστηρίξουν, μ’ αυτό τον τρόπο, ούτε οι πιο φανατικοί αντίπαλοι του ΕΑΜικού κινήματος. Πώς π. χ. να κρίνει κανείς την άποψη του Γρ. Φαράκου ότι ο Δεκέμβρης μπορούσε και έπρεπε να αποφευχθεί, όταν ο ίδιος άνθρωπος έχει υποστηρίξει, πως κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με αμαύρωση του έπους της εθνικής αντίστασης; Γιατί, την αμαύρωση και τον εξανδραποδισμό του ΕΑΜικού κινήματος υποστηρίζει με τις νέες του απόψεις ο Γρ. Φαράκος, αν τις συγκρίνουμε με όσα έγραφε παλιότερα. Δικαίωμά του. Με τη μόνη διαφορά ότι αν ο καθένας έχει το δικαίωμα να εξανδραποδίζεται και να αμαυρώνει την προσωπική του ιστορία – όσο λυπηρό κι αν είναι αυτό για τους γύρω του – δε δικαιούται από πουθενά να ζητά τον εξανδραποδισμό και την αμαύρωση της ιστορίας ενός ολόκληρου λαϊκού κινήματος και μάλιστα, εκ των υστέρων, με τη δικαιολογία ότι εξάγει δήθεν ιστορικά συμπεράσματα.

Καταγραφή και κριτική ορισμένων απόψεων (Β)



Η λατρεία του τύπου



Ο Λ. Κύρκος φαίνεται πως δε διδάσκεται καθόλου από την ιστορία ή δε θέλει να διδαχτεί. Υποστηρίζει πως το στρατιωτικό ζήτημα δεν ήταν το κύριο ζήτημα κι ότι κακώς το ΚΚΕ το θεώρησε κύριο και απάντησε ενόπλως στην απαίτηση των Εγγλέζων για διάλυση του ΕΛΑΣ. Επικρίνει μάλιστα την τότε ηγεσία του ΚΚΕ ότι δεν έδειξε την απαιτούμενη ευλυγισία για την εξεύρεση λύσης σ’ αυτό το πρόβλημα, ώστε να μην εμποδιστεί η ομαλή πορεία προς τις εκλογές. Αποστασιοποιείται πλήρως από την πραγματικότητα εκείνης της εποχής και περιφρονεί προκλητικά τα ιστορικά γεγονότα, ξεχνώντας ότι για τους Εγγλέζους και την ντόπια αντίδραση μία ήταν η λύση στο στρατιωτικό: Η διάλυση του ΕΛΑΣ και μόνο του ΕΛΑΣ. Αλλά πέραν αυτού, το κύριο για τον Λ. Κύρκο ήταν η διεξαγωγή των εκλογών – του τύπου, όμως, και της διαδικασίας και όχι της ουσίας τους – που τάχα θα έδινε τις λύσεις σε όλα τα φλέγοντα προβλήματα. Τι λέει όμως η ιστορική πραγματικότητα;

Είναι γνωστό ότι ο Δεκέμβρης κατέληξε στην ήττα του ΕΛΑΣ και στη Συμφωνία της Βάρκιζας. Είναι επίσης γνωστό πως αυτή η συμφωνία έλυσε με συγκεκριμένο τρόπο το στρατιωτικό ζήτημα: Ο ΕΛΑΣ διαλύθηκε και το λαϊκό κίνημα αφοπλίστηκε.

Ανεξαρτήτως του αν τα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν διαφορετική εξέλιξη, ο αφοπλισμός – που ο Λ. Κύρκος θα τον ήθελε να γίνει αμαχητί – ήταν μια σοβαρή εξέλιξη, που βάρυνε στη συνέχεια των πραγμάτων. Τι είχαμε, όμως, ως εξέλιξη στο θέμα της περιβόητης προσφυγής στις κάλπες, που όλα τάχα θα τα έλυνε κατά την άποψη του Λ. Κύρκου; Αμέσως μετά τη Βάρκιζα, άρχισε ο καθοδηγημένος από τους Αγγλους και την ντόπια αντίδραση μονόπλευρος εμφύλιος πόλεμος σε βάρος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Ενας πόλεμος, που είχε ξεκινήσει πριν τα Δεκεμβριανά και μετά την απελευθέρωση, σε μικρή όμως έκταση, επειδή ο ΕΛΑΣ ήταν παρών. Χιλιάδες οι καταδιωκόμενοι, οι εξορισμένοι, οι φυλακισμένοι, οι κυνηγημένοι, οι δολοφονημένοι της μεταβαρκιζιανής μαύρης τρομοκρατίας. Αυτή είναι η μία πλευρά. Η δεύτερη έχει να κάνει με την προετοιμασία των εκλογών. Ηταν μήπως μία προετοιμασία για γνήσιες και ανόθευτες εκλογές; Οχι, βέβαια. Το ακριβώς αντίθετο έγινε. Κι όταν πραγματοποιήθηκαν οι εκλογές, πραγματοποιήθηκαν κάτω από το καθεστώς της βίας, της νοθείας και της μοναρχοφασιστικής τρομοκρατίας ντόπιων και ξένων.

Οι εκλογές του ’46 ήταν παρωδία και τρανταχτή απόδειξη αυτής της παρωδίας είναι το γεγονός ότι η επιτροπή του ΟΗΕ – οι «κουκουβάγιες» όπως εύστοχα τους ονόμασε ο λαός – μέτρησε δήθεν τότε την αποχή του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και μια σειράς κομμάτων του Κέντρου και την έβγαλε 9,3%!!!

Αυτά όμως δεν έχουν σημασία για τον Λ. Κύρκο. Γι’ αυτόν οι όποιες εκλογές ήταν το παν. Χάριν των όποιων εκλογών, ο λαός έπρεπε να δεχτεί να τον δολοφονούν, να τον καταδιώκουν, να τον φυλακίζουν, να τον εξορίζουν, να καίνε το σπίτι και την περιουσία του, να σκοτώνουν τα παιδιά του, να βιάζουν τις γυναίκες του, να παραχαράζουν τη θέλησή του με εκλογικά πραξικοπήματα και νοθείες, να κάθονται με οποιοδήποτε κόστος στο σβέρκο του. Ετσι αντιμετωπίζει ο Λ. Κύρκος την επιλογή του Δεκέμβρη. Το γεγονός πως ο λαός πήρε τα όπλα. Οτι αντιστάθηκε, ότι πολέμησε και δεν υποτάχτηκε. Κι αυτή η επιλογή ήταν – κατά τη γνώμη του – θανάσιμο λάθος!!! Αν όμως ο λαός συνθηκολογούσε κάθε φορά που του ζητούσαν να υποταχτεί και να παραδοθεί, δε θα είχε γίνει ποτέ το 1821, η Εθνική Αντίσταση και τόσα άλλα. Αναμφισβήτητα, στη μάχη του Δεκέμβρη, και πολύ περισσότερο πριν απ’ αυτήν, διαπράχτηκαν σοβαρότατα λάθη. Ομως δε βρίσκονται εκεί που τα αναζητάει ο Λ. Κύρκος, γιατί η άρνηση της επιλογής της συνθηκολόγησης και της υποταγής στους ντόπιους και ξένους δυνάστες του λαού ουδέποτε υπήρξε λάθος για οποιοδήποτε λαϊκό κίνημα, σ’ οποιοδήποτε μέρος της Γης.

Οι συλλογισμοί του Λ. Κύρκου αποδεικνύουν και κάτι άλλο ακόμη: Την περιφρόνησή του προς τη λαϊκή θέληση, όταν αυτή η θέληση αντιτάσσεται στο ντόπιο και ξένο κατεστημένο. Για τον Λ. Κύρκο δεν έχει καμιά σημασία ότι το ΕΑΜ και το ΚΚΕ συσπείρωναν γύρω τους τη λαϊκή πλειοψηφία. Γι’ αυτόν σημασία έχει ότι οι Εγγλέζοι, η ντόπια ολιγαρχία και οι πολιτικοί εκφραστές της ήταν αντίθετοι με τις προτιμήσεις του λαού. Αυτό θα πει σεβασμός στη δημοκρατική αρχή της πλειοψηφίας. Αυτό θα πει σύγχρονη αριστερή σκέψη, την οποία ο Λ. Κύρκος περηφανεύεται ότι διαθέτει!!!

Η λευτεριά του υποδεκάμετρου…



Ο Γρ. Φαράκος ισχυρίζεται, χαλκεύοντας συνειδητά τα ιστορικά δεδομένα, ότι η δημοκρατία που απαιτούσε η μεταπολεμική Ελλάδα υπαγόρευε να μην πραγματοποιηθεί ο Δεκέμβρης. Ποια ήταν άραγε αυτή η δημοκρατία; Ηταν η δημοκρατία που κατακτήθηκε στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης με τους λαοκρατικούς θεσμούς; Ηταν η λαοκρατία που ζητούσε ο λαός, η λαϊκή δικαιοσύνη και η λαϊκή αυτοδιοίκηση; Αν γι’ αυτή τη δημοκρατία γίνεται λόγος, πώς αλλιώς θα τη στήριζε ο λαός, αν δεν πολεμούσε ενάντια στην αγγλική κατοχή και την ντόπια ολιγαρχία που την επιβουλεύονταν; Με ποιο τρόπο θα κατοχυρωνόταν αυτή η δημοκρατία και θα γινόταν σεβαστή; Προφανώς, ο Γρ. Φαράκος δε μιλάει γι’ αυτή τη δημοκρατία. Στην πραγματικότητα εκείνο που προασπίζει είναι η «δημοκρατία» της αστικής τάξης και των ξένων πατρώνων της. Κι επειδή αυτή η «δημοκρατία» δεν μπορούσε να συμπορευτεί με τους λαοκρατικούς θεσμούς της Εθνικής Αντίστασης, η συνταγή που προτείνει ο Γρ.Φαράκος είναι πολύ απλή: Κάποιος έπρεπε να υποχωρήσει, να συνθηκολογήσει και να υποταχτεί. Κι αυτός ήταν η συντριπτική πλειοψηφία του λαού που ακολουθούσε το ΕΑΜ και το ΚΚΕ. Ο Γρ. Φαράκος δε διδάσκεται από την ιστορία ή δε θέλει να διδαχτεί, όπως και ο Λ. Κύρκος, παρόλο που και οι δύο έζησαν τη «δημοκρατία» των νικητών του Δεκέμβρη και του Εμφυλίου στο πετσί τους. Ο Γρ. Φαράκος αναρωτιέται επίσης ποιος ήταν ο λόγος που είχαμε τόσες θυσίες. Συγκρίνει μάλιστα αυτές τις θυσίες με τις θυσίες των Βαλκανικών Πολέμων, του Α` Παγκοσμίου Πολέμου και της Μικρασιατικής Καταστροφής και καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι θυσίες της Κατοχής και του Εμφυλίου ήταν περισσότερες («Δεκέμβρης του ’44», σελ. 13). Ετσι στα παραπάνω επιχειρήματά του ενάντια στην επιλογή του ΚΚΕ και του ΕΑΜ να πάρουν τα όπλα στα Δεκεμβριανά και στον Εμφύλιο προσθέτει ένα ακόμη: Το βαρύ κόστος!!! «Το αληθινό μπόι του ανθρώπου – έλεγε ο Γ. Ρίτσος – μετριέται με τη λευτεριά» και δεν είναι καθόλου τυχαίος αυτός ο στίχος. Οπως δεν είναι καθόλου τυχαίες οι κρίσιμες και ηρωικές επιλογές που έκανε ο λαός μας – όπως και πολλοί άλλοι – όταν βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα της υποταγής ή της πάλης. Αν ο λαός μετρούσε το κόστος – όπως το μετρά ο Γρ. Φαράκος – δε θα έκανε ποτέ την Επανάσταση του ’21. Αν μετρούσε το κόστος, δε θα έκανε ποτέ την Εθνική Αντίσταση κατά του φασισμού. Αν οι κομμουνιστές κοστολογούσαν τη λευτεριά, υπολογίζοντας ότι έχουν απέναντί τους τη χιτλερική Γερμανία να κυριαρχεί σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, ότι έχουν στην Ελλάδα τριπλή κατοχή από Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους φασίστες, θα είχαν καταλήξει στη θέση των ταγματασφαλιτών. Θα ήταν δωσίλογοι. Είναι προσβολή στα εκατομμύρια των νεκρών Ελλήνων, που έπεσαν παλεύοντας για ελευθερία και εθνική ανεξαρτησία από το 1821 ως τα σήμερα, όσα υποστηρίζει περί κόστους ο Γρ. Φαράκος. Είναι ιεροσυλία.

Ο Γρ. Φαράκος, κοστολογώντας τους αγώνες του ελληνικού λαού, υποστηρίζει ουσιαστικά πως τα πράγματα θα ήταν καλύτερα για την Ελλάδα αν το Δεκέμβρη του ’44 το λαϊκό κίνημα είχε συνθηκολογήσει. Αποφεύγει όμως και να μας πει τι στοίχισε στην Ελλάδα η αγγλοκρατία, που κυριαρχούσε από το 1821 μέχρι το 1947 τουλάχιστον, και η αμερικανοκρατία που υπάρχει ως τις μέρες μας και συνεχώς ενισχύεται. Αποφεύγει να πει τι κόστισε στο λαό η κυριαρχία της ξενοκρατίας και της ντόπιας ολιγαρχίας μετά το Δεκέμβρη και τον Εμφύλιο, με τις διώξεις, τις εκτελέσεις, τις φυλακίσεις και τις εξορίες, με τη δικτατορία και τα δεινά που αυτή έφερε. Αποφεύγει να πει τι θα είχε χάσει ο ελληνικός λαός, αν υποτασσόταν στην περίοδο που ακολούθησε μετά την απελευθέρωση. Τι θα σήμαινε δηλαδή η απόλυτη κυριαρχία των ξένων και της ντόπιας ολιγαρχίας πάνω σ’ ένα λαό δουλικά και συνειδητά υποταγμένο. Η σιωπή εδώ είναι χρυσός, γιατί η ντόπια ολιγαρχία και τα ξένα αφεντικά της πρέπει να βγουν λάδι για τα δεινά που έφεραν στον τόπο.

Πηγή: Ειδικό αφιέρωμα Ριζοσπάστη



Print Friendly and PDF

Μοιραστείτε το



Η σελίδα μας στο FB