Ιστορία του ΔΣΕ, μέρος 22:
Η 2η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Φλεβάρης 1946) και το ζήτημα της ένοπλης πάλης

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ

Το πρόβλημα των αποφάσεών της

Ενα από τα πιο σημαντικά και ταυτόχρονα ειδικά προβλήματα, που συναντά κανείς μελετώντας την ιστορία του ΔΣΕ – ζήτημα, που παραμένει ακόμη ανοιχτό στην ιστορική έρευνα – είναι αυτό της 2ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ (Φλεβάρης 1946) και των αποφάσεών της. Το ειδικό ενδιαφέρον γι’ αυτή την ολομέλεια προκαλείται από τους εξής λόγους:

Πρώτον: Παρ’ όλο που έχει υποστηριχτεί ότι η 2η Ολομέλεια προσανατόλισε το ΚΚΕ στην ένοπλη δράση, δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα – και συνεπώς δεν έχει έρθει στο φως της δημοσιότητας – καμιά απόφασή της, που να μιλά με ευθύ και κατηγορηματικό τρόπο, για άμεσο ή σταδιακό – προοδευτικό πέρασμα του Κόμματος σ’ αυτή τη μορφή πάλης. Το γεγονός, μάλιστα, ότι παραμένουν αδιευκρίνιστα τα περίφημα αποσιωπητικά στο σημείο 4 της δημοσιευμένης πολιτικής απόφασης της Ολομέλειας, τόσο ως προς το περιεχόμενο που μπορεί να είχαν όσο και ως προς τη σημασία της αξιοποίησής τους, επιτείνει περισσότερο τη σύγχυση γύρω από το θέμα.

Ετσι έχουν διατυπωθεί δύο γνώμες αντίθετες μεταξύ τους. Η μια υποστηρίζει, ότι το σημείο 4 περιείχε την απόφαση για πέρασμα στην ένοπλη πάλη, αλλά επειδή αυτή δεν έπρεπε να δημοσιευτεί μπήκαν τα αποσιωπητικά. Η δεύτερη υποστηρίζει ότι τα αποσιωπητικά δεν υπέκρυπταν καμιά απόφαση, αλλά ήταν ένα κόλπο, από τα γνωστά του Ν. Ζαχαριάδη, με σκοπό να δημιουργηθούν ανησυχίες στον αντίπαλο, ότι το ΚΚΕ προσανατολίζεται να πάρει τα όπλα και να ασκηθεί έτσι πίεση – μπροστά στο φόβο του πολέμου – για σταμάτημα της τρομοκρατίας και ειρηνική διευθέτηση του ελληνικού ζητήματος.

Δεύτερον: Οι αντιφάσεις που εκδηλώνονται στην πολιτική πρακτική του Κόμματος όλο το 1946 και μέχρι την 3η Ολομέλεια της ΚΕ (Σεπτέμβρης 1947) (από τη μια πάλη για ειρηνική λύση της κατάστασης κι από την άλλη διεξαγωγή αντάρτικου αγώνα στην ύπαιθρο και δημιουργία του ΔΣΕ), δημιούργησαν βάσιμα την υποψία, ότι η 2η Ολομέλεια δεν πήρε απόφαση για ένοπλο αγώνα, αλλά αυτός – στο ξεκίνημά του και για ένα χρονικό διάστημα – εκδηλώνεται αυθόρμητα, κάτω από το βάρος των διώξεων, του μονόπλευρου εμφυλίου και της τρομοκρατίας, που ασκούσε ο αντίπαλος, η αστική τάξη και οι ξένοι προστάτες της. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης προβάλλουν το επιχείρημα πως δεν είναι δυνατόν να έχεις πάρει απόφαση για ένοπλο αγώνα και από την άλλη να μην παίρνεις μέτρα για την πιο αποτελεσματική, για την πιο γρήγορη και ουσιαστική ανάπτυξή του, για τον προσανατολισμό του στην κατεύθυνση της κατάληψης της εξουσίας.

Ενα τρίτο στοιχείο, που έχει επιτείνει τη σύγχυση γύρω από το θέμα είναι ο μηδενιστικός – και εν πολλοίς – εμπαθής τρόπος, με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η περίοδος της ηγεσίας Ζαχαριάδη από την 6η Ολομέλεια του 1956 και μετά. Σε κείνες τις συνθήκες, όπου ουσιαστικά πρυτάνευσε η λογική πάση θυσία να βρεθούν αρνητικά στον Ζαχαριάδη και να αμαυρωθεί καθετί που σχετιζόταν μ’ αυτόν, ειπώθηκαν πολλά γύρω από τις αποφάσεις της 2ης Ολομέλειας του 1946, αμφισβητήθηκε από ηγετικά στελέχη του Κόμματος ότι σ’ αυτήν πάρθηκε απόφαση για ένοπλη πάλη – ή υποτιμήθηκε αισθητά η σημασία της όποιας απόφασης – και φυσικά δεν επιδιώχτηκε μια νηφάλια εξέταση του θέματος, με την αξιοποίηση των αρχείων και των πραγματικών γενικότερα στοιχείων. Γεγονός, βέβαια, που σε καμιά περίπτωση, δεν πρέπει να μας οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι στη μεταζαχαριαδική περίοδο δεν ακούστηκαν – παρά το γενικό κλίμα – πολύτιμες για την ιστορική έρευνα απόψεις, κριτικές και μαρτυρίες.

Τέλος, το ζήτημα γύρω από το τι αποφάσισε η 2η Ολομέλεια συσκότισαν ακόμη περισσότερο τα γραπτά του Μ. Βαφειάδη, τα οποία – αν μη τι άλλο – είναι γεμάτα εμπάθεια και ανυπόστατα ψεύδη κατά του πρώην ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ (π. χ. όσα λέει για τη δολοφονία του Γ. Ζεύγου), πράγμα που σημαίνει, ότι ο αναγνώστης και ο ερευνητής αυτών των γραπτών πρέπει – ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι σε άλλες περιπτώσεις – να είναι πολύ επιφυλακτικός στο τι δέχεται για αλήθεια.

Σήμερα, 50 χρόνια μετά, οφείλουμε – και αυτό θα επιχειρήσουμε – αξιοποιώντας όλα τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας, δημοσιευμένα και μη, να προσεγγίσουμε την ιστορική αλήθεια, για το κρίσιμο ερώτημα που σκιάζει τις αποφάσεις της 2ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ του Φλεβάρη 1946.

Το ενδεχόμενο της ένοπλης πάλης
Η αντιμετώπιση του θέματος από το ΚΚΕ πριν τη 2η Ολομέλεια

Η τρομοκρατία των Χιτών, οι δολοφονίες και οι βασανισμοί είναι καθημερινό φαινόμενο. Το σήμα της «Χ» στο μέτωπο του εργάτη Φρ. Κορδογιάννη («Ριζοσπάστης», 19 Φλεβάρη 1946)
Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και τη διάλυση του ΕΛΑΣ, το ΚΚΕ και το λαϊκοδημοκρατικό – ΕΑΜικό κίνημα στη χώρα μας βρίσκονται σε κατάσταση ήττας και διωγμού. Η τρομοκρατία στις πόλεις και την ύπαιθρο, οι διωγμοί, οι δολοφονίες, οι βασανισμοί, οι συλλήψεις και οι εκτοπίσεις αγωνιστών, οι βιασμοί γυναικών, η αρπαγή και το κάψιμο περιουσιών συνιστούν μια απελπιστική κατάσταση, η οποία είναι απείρως δύσκολο να αποδοθεί σε γραπτό κείμενο. Το ΚΚΕ, μέχρι τον Ιούνη του 1945, που γίνεται η 12η Ολομέλεια της ΚΕ, προσπαθεί με μαζικές διαμαρτυρίες και πολιτικές αποφάσεις να αντισταθεί στο καθεστώς των διώξεων και της τρομοκρατίας, αλλά είναι γεγονός πως δεν έχει σαφή προσανατολισμό. Η επιστροφή του Ν. Ζαχαριάδη από το Νταχάου σκορπάει κύμα ενθουσιασμού στα μέλη του Κόμματος και του ΕΑΜ. Οι ελπίδες αναπτερώνονται και κυριαρχεί η εντύπωση πως η κατάσταση θα αντιστραφεί.

Η Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα

Πράγματι, η 12η Ολομέλεια της ΚΕ (Ιούνης 1945) πραγματοποιεί μια στροφή στην πολιτική και τη δράση του Κόμματος. Καθορίζονται συγκεκριμένα και σαφή καθήκοντα στο Κόμμα, υπογραμμίζεται ότι πηγή της ελληνικής κακοδαιμονίας είναι η αγγλική επέμβαση στη χώρα και σ’ ό,τι αφορά την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, των διωγμών και του μονόπλευρου εμφυλίου πολέμου, που ασκεί η αντίδραση, υιοθετείται η πολιτική της Μαζικής Λαϊκής Αυτοάμυνας. Να τι λέει γι’ αυτό το θέμα η απόφαση της Ολομέλειας:
«Η Ολομέλεια υπογραμμίζει ιδιαίτερα:
α) Οτι η δολοφονική τρομοκρατική δράση της Δεξιάς επιβάλλει επιτακτικά και άμεσα την οργάνωση της μαζικής λαϊκής αυτοάμυνας για την αντιμετώπισή της. Ανδρες, γυναίκες, παιδιά, όλη η δημοκρατική Ελλάδα θα τσακίσει το χέρι των δολοφόνων φασιστών, κάθε φορά που σηκώνεται οπλισμένο.
β) Οτι οι μαζικοί αγώνες όλων των στρωμάτων του εργαζόμενου λαού και όλου του δημοκρατικού κόσμου (στάσεις, απεργίες, συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, κλείσιμο μαγαζιών, παλλαϊκή κήδευση θυμάτων φασισμού κλπ.) είναι πρωταρχική δημοκρατική υποχρέωση, για να αντιμετωπίζονται συγκεκριμένες δολοφονικές πράξεις της αντίδρασης.
γ) Η μαζική και παλλαϊκή πολιτική απεργία, σαν αποφασιστικό λαϊκό όπλο, επιβάλλεται σήμερα για να αντιμετωπίζονται πιο γενικές και σημαντικές τρομοκρατικές φασιστικές εκδηλώσεις.
δ) Ολος ο δημοκρατικός κόσμος πρέπει να είναι έτοιμος να υπερασπίσει τη ζωή του και να αντιμετωπίσει με όλα τα μέσα κάθε φασιστικό πραξικόπημα. Ο λαός ας αγρυπνεί». («Επίσημα Κείμενα ΚΚΕ», τόμος 6ος, σελ. 34. Οι υπογραμμίσεις στο πρωτότυπο).

Στις 22/8/1945, ο Ν. Ζαχαριάδης μιλάει σε λαϊκή συγκέντρωση στη Θεσσαλονίκη, όπου ανάμεσα στα άλλα τονίζει: «Η υπομονή μας έχει όρια. Και αυτά τα όρια είναι το εθνικό και λαϊκό συμφέρον. Δηλώνουμε και προειδοποιούμε πως, αν η κατάσταση αυτή δεν αλλάξει σύντομα και ριζικά προς μια ομαλή δημοκρατική εσωτερική εξέλιξη, θα απαντήσουμε στις πόλεις, στα χωριά και στα βουνά, με τα ίδια μέσα που μας χτυπούν. Εκατοντάδες χιλιάδες μπρατσωμένα, ροζιασμένα χέρια τίμιων Ελλήνων δουλευτάδων ζητάν να απαντήσουν ανοιχτά στις δολοφονίες και στις ατιμίες. Τους συγκρατεί μόνο η λαϊκή δημοκρατική πειθαρχία. Μα, αυτό που σήμερα συγκρατούμε με τα δόντια, αύριο, με τη μοναρχική ασυδοσία, θα γίνει επιτακτικό εθνικό καθήκον». Τελειώνοντας το λόγο του, ο ηγέτης του ΚΚΕ τόνισε: «Κι αν το υπέρτατο συμφέρον του λαού το απαιτήσει, στις βουνοκορφές και τους λόγκους θα ξαναντηχήσει το τροπαιοφόρο «Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα»». (Αδημοσίευτο Δοκίμιο Ιστορίας ΔΣΕ, σελ. 39 – Συντάχθηκε από επιτροπή ύστερα από απόφαση της 3ης Συνδιάσκεψης, Οκτώβρης 1950 – και «Ριζοσπάστης» 25/8/1945).

Η αυτοάμυνα και το 7ο Συνέδριο

Το θέμα της Μαζικής Λαϊκής Αυτοάμυνας και της ενδεχόμενης εξέλιξής της σε ένοπλο αγώνα τέθηκε και στο 7ο Συνέδριο του Κόμματος, που πραγματοποιήθηκε στο διάστημα 1 – 6/10/1945. Στην εισήγηση του Ν. Ζαχαριάδη αναφέρεται: «Αν η τρομοκρατία δε σταματήσει, αν δεν μπει χαλινάρι στο δολοφονικό αφήνιασμα του Μαύρου Μετώπου – ΣΑΝ – Χ και Σίας και στην κατάφωρη υποστήριξη που τους δίνει ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός, οι ένοπλες στρατιωτικές δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας, ο λαός θα απαντήσει με τα ίδια μέσα» (Ντοκουμέντα 7ου Συνεδρίου, τεύχος Γ`, σελ. 18). Τα ίδια υπογραμμίζονται και στην Πολιτική Απόφαση του Συνεδρίου (Βλέπε: «Επίσημα Κείμενα ΚΚΕ», τόμος 6ος, σελ. 81).

Απ’ όσα αναφέραμε, γίνεται καθαρό πως το ΚΚΕ, σ’ εκείνες τις συνθήκες των μαζικών διώξεων και της τρομοκρατίας κατά του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος, όχι μόνο δεν απέκλειε το ενδεχόμενο ενός εμφυλίου πολέμου, αλλά και προειδοποιούσε, με τον πιο ανοιχτό και κατηγορηματικό τρόπο, τον αντίπαλο γι’ αυτή την προοπτική, επιζητώντας έτσι την ειρηνική λύση του ελληνικού ζητήματος. Παρέμενε, όμως, μόνο στη διακήρυξη αυτής της πιθανής ένοπλης εξέλιξης των πραγμάτων και φρόντιζε να οργανώνει τις λαϊκές μάζες σε μαζική πολιτική δράση για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας της αντίδρασης. Βεβαίως, η πολιτική της Μαζικής Λαϊκής Αυτοάμυνας δεν απέκλειε την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας με ένοπλα μέσα. Ομως, αυτή η μορφή πάλης εμποδιζόταν από το ΚΚΕ να πάρει μαζικά χαρακτηριστικά. Ηταν απλώς ένα μεμονωμένο μέσο άμυνας περιστασιακής χρησιμότητας και όπου εμφανιζόταν τέτοια ένοπλη αντίσταση από αγωνιστές, αναμφίβολα είχε τα χαρακτηριστικά της αυθόρμητης – ανοργάνωτης, χωρίς να υπόκειται σε γενικό σχέδιο – εκδήλωσης.

Η 2η Ολομέλεια και η ένοπλη πάλη

Η 2η Ολομέλεια συνήλθε σε Σώμα στις 12 Φλεβάρη του 1946 και ολοκλήρωσε τις εργασίες της στις 15 του ιδίου μήνα. Αναμφίβολα η επιλογή της ημερομηνίας σύγκλισής της δεν ήταν τυχαία. Συνέπεσε με την πρώτη επέτειο από τη συμφωνία της Βάρκιζας, γεγονός που – όπως έχει υποστηριχτεί από το Ν. Ζαχαριάδη – ήθελε να υποδηλώσει στις αποφάσεις της συμβολικό χαρακτήρα, δηλαδή σπάσιμο των δεσμών του Κόμματος με την πολιτική και τις υποχρεώσεις, που υπαγόρευε αυτή η συμφωνία. Αν όντως αυτός ήταν ο συμβολισμός θα φανεί μέσα από τα στοιχεία που στη συνέχεια θα παραθέσουμε.

Οι αποφάσεις της Ολομέλειας

Στην πολιτική απόφαση της Ολομέλειας, που δημοσιεύτηκε, όπως έχουμε ήδη προαναφέρει, το σημείο 4 παρουσιάζεται με αποσιωπητικά. Ομως υπάρχουν και άλλα σημεία, που με το περιεχόμενό τους υποδήλωναν ότι το ΚΚΕ στρεφόταν και προς την προετοιμασία της ένοπλης πάλης. Συγκεκριμένα, στο σημείο 3, παράγραφος δ, της απόφασης τονίζεται: «Το ΕΑΜ πρέπει αμέσως να πάρει όλα τα οργανωτικά – τεχνικά μέτρα που θα επιτρέψουν στο λαό μας ν’ αποκρούσει τη δολοφονική τρομοκρατία και να ματαιώσει τα φασιστικά σχέδια των εκμεταλλευτών του. Πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή είναι να σταματήσει ο λαός με τη Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα και με τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούν οι δολοφόνοι του την εξοντωτική τρομοκρατία που εξασκούν ενάντιά του οι συμμορίτες του Μαύρου Μετώπου και τα κρατικά όργανα. Ιερή, υπέρτατη και απαραβίαστη υποχρέωση για τον κάθε Ελληνα πολίτη και τις λαϊκές δημοκρατικές οργανώσεις του είναι να παλέψουν με όλα τα μέσα και να δώσουν όλες τις θυσίες για να υπερασπίσουν τη λευτεριά, τη Δημοκρατία και την εθνική ανεξαρτησία. Το καθεστώς του μονόπλευρου εμφυλίου πολέμου του δωσιλόγου και πλουτοκρατικού νεοφασισμού ενάντια στο λαό, απ’ εδώ και μπρος πρέπει να γίνει απαράδεκτο και πρέπει στους εχθρούς μας ν’ απαντήσουμε με τα ίδια σκληρά μέσα αποφασιστικά και μέχρι τη νίκη». (Επίσημα κείμενα ΚΚΕ, τόμος 6ος, σελ. 177 – 178).

Αναμφίβολα, αυτό το απόσπασμα από την απόφαση της 2ης Ολομέλειας δεν είναι ιδίου περιεχομένου και σημασίας με παλιότερες κομματικές αποφάσεις, για τη Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα. Καλεί να δοθεί απάντηση στην τρομοκρατία της αντίδρασης με τα ίδια μέσα. Δηλαδή με τα όπλα. Ζητά γι’ αυτό το σκοπό από το ΕΑΜ να ληφθούν όλα τα οργανωτικά και τεχνικά μέσα. Τέλος, κάνει λόγο για πάλη μέχρι τη νίκη, που σημαίνει νίκη των όπλων του λαού πάνω στην ένοπλη τρομοκρατία των εχθρών του. Βεβαίως, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε, ότι από το παραπάνω απόσπασμα της απόφασης προσανατολίζεται το λαϊκό κίνημα στην ένοπλη πάλη για την εξουσία. Αντίθετα και από τα άλλα σημεία της απόφασης, που δεν παρουσιάζονται εδώ, φαίνεται καθαρά πως το ΚΚΕ τρέφει ελπίδες για δυνατότητα ομαλής, σε τελευταία ανάλυση, εξέλιξης στην εσωτερική κατάσταση της χώρα ή έχει άλλους λόγους που του επιβάλλουν να μην εγκαταλείψει ακόμη τη μαζική πολιτική δράση, στρεφόμενο αποκλειστικά στον ένοπλο αγώνα.

Η αδημοσίευτη εισήγηση του Ν. Ζαχαριάδη

Την ποιοτική διαφορά των αποφάσεων της 2ης Ολομέλειας ξεκαθαρίζει ακόμη περισσότερο η εισήγηση, που έκανε κατά τις εργασίες της ο Ν. Ζαχαριάδης και που μέχρι σήμερα δεν έχει δημοσιευτεί. Ενα μέρος της εισήγησης αυτής, 52 σελίδες, βρίσκεται στο τμήμα των αρχείων του ΚΚΕ, που έχει στην κατοχή της η εταιρεία «Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας» (Κ102/Φ: 1/2/4). Στο εισηγητικό αυτό κείμενο προς την Ολομέλεια (σελ. 26 – 27) ο Ζαχαριάδης τονίζει: «Με τη μαζική πολιτική απεργία και τη Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα ο λαός υπερασπίζει και με τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούν οι δολοφόνοι του, τη ζωή, τις ελευθερίες και τη δημοκρατία του. Με τον παλλαϊκό πανδημοκρατικό αγώνα, που μπορεί να φτάσει και μέχρι τη γενική απεργία και την ένοπλη αντίσταση ο λαός υπερασπίζεται την εθνική του ανεξαρτησία και τιμή ενάντια σε κάθε επιβουλή από οποιαδήποτε πλευρά κι αν έρχεται… Κανένα χτύπημα του εχθρού δεν πρέπει να μείνει χωρίς ανάλογη απάντηση. Και παράλληλα πρέπει να πάρουμε και όλα τα πρόσθετα μέτρα, που θα μας επιτρέψουν, όταν χρειαστεί, όταν μας το επιβάλλουν οι Αγγλοι και οι μισθοφόροι τους, να υπερασπίσουμε με τον ίδιο ηρωισμό, με αποφασιστικότητα και αυτοθυσία όπως και στα 1940 – 45 την εθνική υπόθεση, την τιμή και την ανεξαρτησία της Ελλάδας». Από αυτό το απόσπασμα της εισήγησης Ζαχαριάδη προκύπτουν αβίαστα τα εξής συμπεράσματα: Η 2η Ολομέλεια προσανατόλισε το ΚΚΕ και στην ένοπλη πάλη, την οποία όμως αντιμετωπίζει ως μέσο πίεσης και απάντησης στον αντίπαλο – ίσης βαρύτητας με τους μαζικούς, λαϊκούς αγώνες – με τελικό στόχο την ειρηνική διευθέτηση του ελληνικού ζητήματος. Η Ολομέλεια επίσης δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο – μάλιστα το θεωρεί πιθανό και ζητά να ληφθούν γι’ αυτό τα απαραίτητα μέτρα – περάσματος του Κόμματος και του λαϊκού κινήματος ολοκληρωτικά στον ένοπλο αγώνα. Εναν αγώνα, που του δίνει τα χαρακτηριστικά του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα 1940 – 45, προφανώς λόγω του ότι στο ελληνικό ζήτημα πρωτεύουσα σημασία έπαιζε η αγγλική επέμβαση και κατοχή.

Πηγή: Ειδικό αφιέρωμα Ριζοσπάστη

"Εκτίμηση για τη 2η Ολομέλεια" από το Δοκίμιο ιστορίας του ΚΚΕ Β2 τόμος

Η 2η Ολομέλεια της ΚΕ συνήλθε σε μια φάση της ταξικής πάλης που το ένοπλο λαϊκό κίνημα είχε σημαντικές δυνατότητες για να νικήσει, εφόσον βεβαίως υλοποιούνταν μια σειρά προϋποθέσεις από την πλευρά του ΚΚΕ. Μια απόφαση της 2ης Ολομέλειας που θα σηματοδοτούσε ένα γενικό ξεσηκωμό, θα ωρίμαζε περισσότερο τον υποκειμενικό παράγοντα, τόσο σε επίπεδο μαζών όσο και σε επίπεδο κομματικής καθοδήγησης. Η 2η Ολομέλεια δεν πήρε τέτοια απόφαση, παρά το συμβολισμό που της προσέδιδε το γεγονός ότι συνήλθε την ίδια ημερομηνία που είχε υπογράφει πριν ένα χρόνο η Συμφωνία της Βάρκιζας.

Είναι βέβαια γνωστό ότι για την επιτυχημένη διεξαγωγή της επαναστατικής ένοπλης πάλης δεν αρκούν οι υποκειμενικές προϋποθέσεις. Χρειάζεται η ύπαρξη και των αντικειμενικών προϋποθέσεων. Η 2η Ολομέλεια συνήλθε στο διάστημα που διαρκούσε ακόμα η επαναστατική κατάσταση, αν και όχι με τον ίδιο βαθμό έντασης που υπήρχε τις μέρες της Απελευθέρωσης και του Δεκέμβρη του 1944. Η επαναστατική κατάσταση ήταν και είναι αντικειμενικός παράγοντας για να εκδηλωθεί εξέγερση ευρείας κλίμακας και για να τεθεί στην ημερήσια διάταξη η ανατροπή της αστικής εξουσίας και το επαναστατικό πέρασμα στην εργατική εξουσία, που προϋποθέτει το τσάκισμα του αστικού κράτους.

Βασικά στοιχεία που αποδεικνύουν τον κλονισμό της αστικής εξουσίας και επομένως την ύπαρξη της συνεχιζόμενης επαναστατικής κατάστασης ήταν:
Η απόφαση της 2ης Ολομέλειας δεν ανταποκρινόταν στις ανάγκες της ταξικής πάλης, αφού καταρχήν έβλεπε την αντάρτικη δράση ως μέσο πίεσης για ομαλές δημοκρατικές εξελίξεις και προοδευτική γενίκευσή της μόνο σε περίπτωση που η «ομαλή εξέλιξη» δεν επιτυγχανόταν. Ακριβώς γι αυτό δημιούργησε καθοριστικής σημασίας πρόβλημα στην έκβαση που είχε η ένοπλη πάλη. Επιβαλλόταν να διαμορφωθεί μια συγκεκριμένη σαφέστατη και χωρίς ταλάντευση απόφαση έναρξης του ένοπλου αγώνα, που να συνοδεύεται από ένα καλά επεξεργασμένο σχέδιο οργάνωσης ένοπλης πανελλαδικής λαϊκής εξέγερσης και γενικευμένης διεξαγωγής της, σε συνδυασμό με τη λήψη των αναγκαίων μέτρων και μέσων για την ταυτόχρονη ανάπτυξη του μαζικού επαναστατικού αγώνα για τη συντριπτική υπεροχή των επαναστατικών δυνάμεων πρώτ’ απ’ όλα στις μεγάλες πόλεις, σχεδιασμός που φυσικά και δε θα δημοσιευόταν.

Το 1950, ο Ν. Ζαχαριάδης έγραψε σχετικά:

«Ποια ήταν η κατάσταση το 1946; Πρώτ’ απ’ όλα εσωτερικά (...) Συμφωνούμε όλοι ότι αντικειμενικά ήταν ώριμη, ότι εμείς έπρεπε να πάρουμε τα όπλα να πολεμήσουμε. Ένα αυτό. Έπρεπε όμως, σύντροφοι, να εξετάσουμε και τους εξωτερικούς παράγοντες. Τι είχαμε εδώ; Λαϊκές Δημοκρατίες στις πλάτες μας. Όμως θ’ αρχίζαμε τον αγώνα υπό αγγλική κατοχή. Κατά συνέπεια έπρεπε να υπολογίσουμε τον παράγοντα ότι δε Θα πρέπει να προκαλέσουμε τους Εγγλέζους να επέμβουν αμέσως. Θα ’πρεπε η πολιτική μας να ’ναι τέτοια, ώστε φαινομενικά να είναι αμυντική με ξεσκέπασμα της Αντίδρασης, της επίθεσης της πλουτοκρατίας, των δολοφονιών, των εχθρών του λαού, με ξεσκέπασμα της αγγλικής πολιτικής που ήταν η κύρια αιτία για την τότε κακοδαιμονία μας.
Η προσπάθεια εδώ στρεφότανε στην όσο το μπορετό απομόνωση του αγγλικού παράγοντα από τα ελληνικά προβλήματα για τη δημιουργία δυνατοτήτων άμεσης ένοπλης παρεμβολής του, και προσεχτικό στήριγμα στις Λαϊκές Δημοκρατίες για ν’ αρχίσουμε χτύπημα της εσωτερικής Αντίδρασης. Αυτό είχε το εξής μειονέκτημα, ότι εμείς δε θα ’πρεπε ν’ αρχίσουμε με γενική εξέγερση στην Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη κλπ., γιατί αυτό αμέσως θα προκαλούσε την ένοπλη επίθεση των Άγγλων, μα να προχωρήσουμε προσεχτικά με επιδιώξεις απομόνωσης αυτού του παράγοντα.
Αυτό πάνω-κάτω κάναμε. Και στηριχτήκαμε απ’ το Βορρά κυρίως στη Γιουγκοσλαβία.»

Την κατεύθυνση της απόφασης της 2ης Ολομέλειας αναδεικνύει καθαρά και η παρακάτω τοποθέτηση του Ν. Ζαχαριάδη, που έγραψε το 1950:
«Παρά το γεγονός ότι η κύρια προσπάθεια της 2ης Ολομέλειας συγκεντρώθηκε στην εξασφάλιση μιας ειρηνικής εσωτερικής εξέλιξης, όμως με την Ολομέλεια αυτή άρχισε η προοδευτική μετατόπιση του κέντρου βάρους της όλης δουλειάς μας προς τον τομέα της ένοπλης αντιπαράθεσης, που γινότανε όλο και περισσότερο αναπόφευκτη.»

Επίσης, είπε στην 7η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ (1957):
«Τι έγινε σ. στη 2η Ολομέλεια; (...) εκδηλώθηκαν οι εξής απόψεις: από τη μια μεριά έλεγαν, να πάμε μόνο ειρηνικά, η άλλη άποψη των στρατιωτικών ήταν να πάμε μόνο με τα όπλα.331 Και η Ολομέλεια αποφάσισε παραπέρα ανάπτυξη (...) προοδευτική ανάπτυξη του κινήματος, με ενίσχυση των ομάδων των καταδιωκόμενων για το προοδευτικό πέρασμα στον παρτιζάνικο αγώνα, στην ένοπλη αντίσταση. Κι ήταν το βασικό νόημα όλης της πολιτικής σ. να ενισχύσουμε το κίνημα το μαζικό, με την πολιτική της συμφιλίωσης και της ενότητας (...) και προώθηση της λαϊκής αντίστασης με τη δημιουργία της μαζικής λαϊκής αυτοάμυνας στις πόλεις, και την προώθηση των ομάδων στα βουνά (...) να δείχνουμε όπως ήταν στην πραγματικότητα, ότι αυτοί κάναν τον ένοπλο αγώνα εναντίον μας και τον κάνανε, μας σφάζανε, ότι εμείς αντιστεκόμαστε και περνάμε έτσι στον ένοπλο αγώνα.»

Η παραπάνω τοποθέτηση του Ν. Ζαχαρώδη, πέρα από το ότι αναδεικνύει το γεγονός ότι η 2η Ολομέλεια δεν πήρε απόφαση για γενικευμένη ένοπλη εξέγερση, επιβεβαιώνει επίσης ότι στο καθοδηγητικό όργανο του Κόμματος δεν υπήρχε ομοφωνία ως προς τη διεξαγωγή του ένοπλου αγώνα. Σε μεταγενέστερο κομματικό ντοκουμέντο αναφέρεται για τον Πέτρο Ρούσσο ότι στη συνεδρίαση του ΠΓ που έγινε μετά από τη 2η Ολομέλεια (από την οποία απουσίαζε γιατί βρισκόταν σε αποστολή) «ακολούθησε τον Παρτσαλίδη και τη Χρύσα [Χατζή βασιλείου], στην προσπάθειά τους να τορπιλίσουν τη γραμμή του Κόμματος για το δεύτερο ένοπλο αγώνα, προβάλλοντας μια σειρά δυσκολίες που υπήρχαν».

Η απόφαση της 2ης Ολομέλειας, εκ των πραγμάτων επέτρεπε να δουλεύει ο χρόνος υπέρ των αστικών δυνάμεων, ενώ κατέστρεψε τη δυνατότητα αξιοποίησης και ένταξης στον αγώνα χιλιάδων αγωνιστών, κυρίως των πόλεων, που μαζικά σε μια πορεία διώκονταν, εξορίζονταν και φυλακίζονταν.
Χαρακτηριστική και με τη δική της ιδιαίτερη σημασία ήταν η εκτόπιση του Σαράφη αρχικά στην Ικαρία και μετά στη Νάξο, καθώς και 33 μόνιμων εμπειροπόλεμων αξιωματικών στη Νάξο το καλοκαίρι του 1946.

Ο Θ. Μακρίδης έγραψε:
«Ηρώτησα την καθοδήγησιν (Πειραιώς 7) τι θα γίνει; Θα πάω εις Νάξον ή όχι; Και έλαβον την απάντησιν “πρέπει να πας διά λόγους πολιτικής σκοπιμότητας”.»

Από τους 33, μόλις 12 δραπέτευσαν για να ενταχτούν στο ΔΣΕ. Την επιχείρηση απόδρασης κατηύθυνε ο Στέργιος Αναστασιάδης. Ένας από τους 12, ο αντισυνταγματάρχης του αστικού στρατού Δημήτρης Κούκουρας, που επίσης είχε ενταχτεί στον ΕΛΑΣ, πιάστηκε, πέρασε από Στρατοδικείο και εκτελέστηκε στη Λαμία στις 13 Ιούνη 1947.

Η απώλεια χιλιάδων αγωνιστών θα αποδειχτεί το καθοριστικής σημασίας πρόβλημα, ως πρόβλημα έλλειψης εφεδρειών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Στα τριάμισι χρόνια της δράσης του, το μαζικό κίνημα των πόλεων δέχτηκε από το 1946 συντριπτικό χτύπημα και οι Οργανώσεις του Κόμματος αποσαθρώθηκαν σε μια πορεία. Ο ένοπλος αγώνας τελικά ήταν αγώνας κυρίως μεγάλων περιοχών της υπαίθρου.

Αντίθετα, τα μεγάλα κέντρα ζούσαν σε διαφορετικές συνθήκες. Το κλίμα της ένοπλης σύγκρουσης το έδινε βασικά η ηρωική πάλη των Ομάδων Αυτοάμυνας, η άγρια καταστολή σε βάρος των αγωνιστών στις φυλακές, στα στρατοδικεία και στα εκτελεστικά αποσπάσματα (Γουδή, Αίγινα, Γεντί Κουλέ κ.ά.), καθώς και η αστική προπαγάνδα μαζί με τα στεγνά -αρκετές φορές κατασκευασμένα- πολεμικά ανακοινωθέντα.




Εθνική Αντίσταση

ΔΣΕ