Δ.Σ.Ε

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ




Ιστορία του ΔΣΕ, μέρος 24:
Οι διεθνείς επαφές πριν την 2η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Φλεβάρης 1946)

Εισαγωγή

Πάντοτε τα εσωτερικά προβλήματα μιας χώρας αλληλοδιαπλέκονται με τις διεθνείς εξελίξεις και ποτέ ένα εσωτερικό πρόβλημα δεν κλείνεται αποκλειστικά μέσα στα σύνορά της. Συνεπώς, το ελληνικό ζήτημα της περιόδου 1944 – 1949 δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση του κανόνα, πολύ περισσότερο δε, που η αγγλική επέμβαση στην Ελλάδα – αμέσως μετά την απελευθέρωση – εκ των πραγμάτων το διεθνοποίησε. Ετσι, δίπλα στην τακτική της αντίδρασης – ντόπιας και ξένης – το ΚΚΕ και το ΕΑΜικό κίνημα όφειλαν να αντιτάξουν ανάλογη τακτική, αναζητώντας διεθνή στηρίγματα στη δική τους πολιτική, ούτως ώστε μέσω αυτής της διεθνοποίησης του ελληνικού ζητήματος να αντισταθμίζεται και ως ένα βαθμό να εξουδετερώνεται η πρακτική του αντιπάλου, με σκοπό την εξεύρεση λύσης, που θα ικανοποιούσε τις λαϊκές απαιτήσεις. Και ήταν φυσικό και επόμενο, για το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, να αναζητήσουν τους πραγματικούς τους συμμάχους στα λαϊκά – δημοκρατικά κινήματα στην Ευρώπη, στα κομμουνιστικά κόμματα, στην ΕΣΣΔ και στο ΚΚΣΕ, στις νεοσύστατες λαϊκές δημοκρατίες και κυρίως σ’ αυτές της Βαλκανικής Χερσονήσου.

Πολλοί ιστορικοί, ερευνητές και άλλοι συγγραφείς της περιόδου του εμφυλίου βάζουν στο ίδιο τσουβάλι τις διεθνείς σχέσεις του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, μ’ αυτές που ανέπτυξε η ντόπια αντίδραση στην περίοδο που μελετάμε. Ετσι, εμφανίζουν τη μεταπελευθερωτική Ελλάδα, ως μια σκακιέρα, στην οποία ανταγωνίζονταν ξένα συμφέροντα, τα οποία χρησιμοποιούσαν για ιδίον όφελος τα εσωτερικά προβλήματα και τους κοινωνικοπολιτικούς ανταγωνισμούς που αναπτύσσονταν στη χώρα. Κι αφού το πράττουν αυτό, είτε καταλήγουν στο δακρύβρεχτο συμπέρασμα, πως «όλοι στην Ελλάδα, και δεξιοί και αριστεροί, κεφαλαιούχοι και λαϊκές μάζες υπήρξαν θύματα της πολιτικής των ξένων» – είτε αποδίδουν ίσες ευθύνες στο ΚΚΕ και στην ντόπια αντίδραση, για την πορεία που πήραν τα πράγματα με το ξέσπασμα του εμφυλίου και την κατάληξη που αυτός είχε. Η κατ’ αυτόν τον τρόπο προσέγγιση της διεθνούς διάστασης του ελληνικού ζητήματος της περιόδου 1945 – 1949 είναι απλοϊκή και – λιγότερο ή περισσότερο – σκόπιμη.

Πάντως, όπως και να ‘χει, είναι μια προσέγγιση που διαστρεβλώνει την ιστορική πραγματικότητα και τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει – εκ των πραγμάτων – δημιουργούν την εντύπωση πως έχουμε να κάνουμε με συνειδητό δόλο.

Στη μεταπελευθερωτική Ελλάδα αναμφισβήτητα εκδηλώθηκε διεθνής ανταγωνισμός συμφερόντων, ο οποίος μπορεί να ερμηνευτεί ορθά, μόνον αν εξεταστεί στα πλαίσια της διεθνούς διάστασης της ταξικής πάλης και με γνώμονα τον τότε διεθνή συσχετισμό δυνάμεων. Ο ψυχροπολεμικός, άλλωστε, λόγος του Τσόρτσιλ στο Φούλτον και το δόγμα Τρούμαν είναι αρκετή απόδειξη γι’ αυτό. Επίσης, δεν πρέπει να μας διαφεύγει, πως αν δεν υπήρχε η αγγλική επέμβαση και κατοχή, η λύση του ελληνικού ζητήματος θα ήταν θέμα ορισμένων ημερών, αν όχι ωρών, και μάλιστα θα ήταν ομαλή και ειρηνική.
Ηταν τέτοιος ο εσωτερικός συσχετισμός δυνάμεων, που το ΚΚΕ και το ΕΑΜ δεν είχαν κανένα λόγο να αναζητήσουν ξένη βοήθεια για την επίτευξη των πολιτικών τους επιδιώξεων. Κι αυτό ίσχυε και το 1946, όταν άρχισε να φουντώνει ο εμφύλιος πόλεμος. Και τότε ακόμη, αν σταματούσε η ξένη ιμπεριαλιστική επέμβαση, πάλι τα πράγματα θα έπαιρναν το δρόμο τους, χωρίς το λαϊκοδημοκρατικό κίνημα της χώρας να χρειάζεται ξένη βοήθεια.
Τέλος, ελλείψει ξένης επεμβάσεως στην Ελλάδα, ούτε οι διεθνείς σύμμαχοι του ΚΚΕ και του ΕΑΜικού κινήματος θα είχαν κανένα λόγο να αναμειχθούν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στις ελληνικές υποθέσεις. Αυτή είναι η πραγματικότητα κι αυτή την πραγματικότητα παρακάμπτουν όσοι έντεχνα βάζουν στο ίδιο τσουβάλι την όποια βοήθεια της ΕΣΣΔ και των λαϊκών δημοκρατιών στο ελληνικό κίνημα, με την ωμή επέμβαση του αγγλικού και στη συνέχεια του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

Για τη διεθνή διάσταση του ελληνικού ζητήματος από την πλευρά της ντόπιας αντίδρασης έχουμε μιλήσει αναλυτικά κι έχουμε υπογραμμίσει την πολιτική του ιμπεριαλισμού – και τις συνέπειες που αυτή είχε – στην Ελλάδα. Αξίζει, όμως, να δούμε και τις διεθνείς επαφές και σχέσεις του ΚΚΕ και του ΕΑΜικού κινήματος αυτό το διάστημα, ιδιαίτερα δε την περίοδο 1946 – 1947, μέχρι και τη στιγμή που πραγματοποιείται η 3η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, όπου λαμβάνεται η απόφαση για μεταφορά του κέντρου βάρους της κομματικής δουλιάς στις ένοπλες μορφές δράσης. Η περίοδος αυτή έχει χαρακτηριστεί, σαν η πιο κρίσιμη για την προώθηση των σκοπών του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος. Κι αυτό, γιατί είναι ευρέως αποδεκτό, πως οι διάφορες αυταπάτες και οι ταλαντεύσεις, που σφράγισαν – στον ένα ή άλλο βαθμό – τη δράση της ηγεσίας του ΚΚΕ και του ΕΑΜ στο διάστημα 1946 – 47, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα εξέλιξη και τελική έκβαση του αγώνα. Η εξέταση, επομένως, των διεθνών επαφών και σχέσεων του ΚΚΕ αυτό το διάστημα, είναι απαραίτητη για τη συνολική ερμηνεία της πολιτικής και της δράσης του κινήματος και αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ιστορίας του αγώνα του ΔΣΕ.

ΚΚΕ – ΕΑΜ

Οι διεθνείς επαφές πριν τη 2η Ολομέλεια της ΚΕ

Από τα τέλη του 1945 – όπως προκύπτει από τα ιστορικά στοιχεία που έχουμε υπόψη μας – στην ηγεσία του ΚΚΕ αποκρυσταλλώνεται η εκτίμηση, ότι τα πράγματα στην Ελλάδα οδηγούνται σε ρήξη. Οι τελευταίες ελπίδες του ΕΑΜικού κινήματος, ότι η κυβέρνηση Σοφούλη – για την οποία στην αρχή είχε εκδηλώσει ανοιχτά την ανοχή του – μπορούσε να εξασφαλίσει τις ελάχιστες προϋποθέσεις ειρηνικών εξελίξεων στη χώρα, εξανεμίστηκαν. Η κυβέρνηση αυτή, όχι μόνο δεν έκανε τίποτα για να αντιμετωπίσει τη μοναρχοφασιστική τρομοκρατία, αλλά δέσμια των Εγγλέζων υπηρέτησε πιστά τα σχέδια της αντίδρασης. Ετσι, γρήγορα το ΕΑΜ εγκατέλειψε τη στάση ανοχής και επέστρεψε στη θέση της μαχητικής αντιπολίτευσης.

Το Δεκέμβρη του 1945 αντιπροσωπεία του ΕΑΜ, αποτελούμενη από τους Μ. Παρτσαλίδη, Ν. Γρηγοριάδη και Αλκ. Λούλη, ξεκίνησε κύκλο επισκέψεων στις πρωτεύουσες των Αγγλίας, Γαλλίας και ΕΣΣΔ, με σκοπό να ενημερώσει για την κατάσταση στην Ελλάδα και να ζητήσει τη συμπαράσταση της διεθνούς κοινής γνώμης. Ο Μ. Παρτσαλίδης μάλιστα είχε ειδική κομματική αποστολή να ενημερώσει τα αδελφά κόμματα, ότι τα πράγματα στην Ελλάδα οδηγούνταν σε ένοπλη αντιπαράθεση και να ζητήσει τη συμβουλή τους, για το πώς έπρεπε να ενεργήσει το ΚΚΕ.

Η αντιπροσωπεία θα φτάσει στη Μόσχα το Γενάρη του 1946, όπου ο Παρτσαλίδης θα συναντηθεί με τα μέλη του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων του ΚΚΣΕ Μπαράνοφ, Πετρόφ και Ζμίχοφ, στις 18/1/1946. Ακόμη, θα ζητήσει συνάντηση με τους Στάλιν – Μολότοφ, χωρίς να καταφέρει τελικά να συναντηθεί μαζί τους. Τέλος, στις 31/1/1946 θα καταθέσει υπόμνημα προς την ηγεσία του ΚΚΣΕ, στο οποίο θα εκθέσει την κατάσταση στην Ελλάδα και τις προοπτικές που ξανοίγονταν. Για τις επαφές του Παρτσαλίδη στη Μόσχα βρίσκουμε πληροφορίες στα δικά του γραπτά, αλλά και σε όσα συζητήθηκαν σε κομματικά Σώματα, τα οποία και θα παραθέσουμε στη συνέχεια. Ξεχωριστό επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζουν όσα ανακοίνωσε στο συνέδριο των ΑΣΚΙ (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας), στις 3 – 4 Μάη 1996, η ιστορικός Ιωάννα Παπαθανασίου, η οποία μελέτησε το θέμα μέσα από τα σοβιετικά αρχεία.

Σύμφωνα με την Ι. Παπαθανασίου, εκείνο που συζήτησε με τους Σοβιετικούς αξιωματούχους, ο Μ. Παρτσαλίδης στη Μόσχα, είναι η προοπτική του ένοπλου αγώνα στην Ελλάδα και τίποτε άλλο. «Σίγουρα – αναφέρει η Ι. Παπαθανασίου στην ανακοίνωσή της στο συνέδριο των ΑΣΚΙ, που προαναφέραμε – η επαναστατική στρατηγική, που υιοθετεί το ΚΚΕ από το 1945, έχει δύο όψεις: αυτή της κοινοβουλευτικής εξέλιξης και την άλλη της ένοπλης αναμέτρησης. Ο στόχος είναι ένας: Εξουσία και αναδημιουργία μιας δημοκρατικής Ελλάδας.
Αυτή την εναλλακτική τακτική της ένοπλης αναμέτρησης διαπραγματεύεται ο Μ. Παρτσαλίδης στο υπόμνημά του προς τους Σοβιετικούς ηγέτες. Θεωρώντας δεδομένη την απόλυτη πλειοψηφία του συνασπισμού του ΕΑΜ στην περίπτωση διεξαγωγής των εκλογών από μια αντιπροσωπευτική κυβέρνηση, με την υποχρεωτική συμμετοχή των εκπροσώπων του, δε θέτει ούτε το ζήτημα της αποχής από τις εκλογές, ούτε συζητά για τους όρους που θα διασφαλίσουν το ενδεχόμενο της δημοκρατικής κοινοβουλευτικής μετάβασης. Επικεντρώνει στο ενδεχόμενο της σύγκρουσης». Ομως, τι έγραφε σ’ αυτό το υπόμνημα ο Μ. Παρτσαλίδης;
Μη έχοντάς το ολόκληρο στα χέρια μας, θα αρκεστούμε σε όσα περιλαμβάνονται απ’ αυτό το υπόμνημα στην προαναφερόμενη ανακοίνωση της ιστορικού Ι. Παπαθανασίου.

Το υπόμνημα του Μ. Παρτσαλίδη στο ΚΚΣΕ

«Υπάρχει – έγραφε στο υπόμνημά του ο Παρτσαλίδης – η πεποίθηση πως πολύ δύσκολα μπορούμε να βγούμε από τη σημερινή κατάσταση «ειρηνικά». Με τους Εγγλέζους δεν είναι εύκολο να ξεμπλέξουμε. Η κατάσταση αναπόφευκτα οξύνεται συνεχώς. Τουλάχιστον τυπικές συγκρούσεις των οπλισμένων ομάδων μας (που σήμερα αποτελούνται από στελέχη του ΕΛΑΣ που καταδιώκονται) με τις φασιστικές συμμορίες και τις δυνάμεις του κράτους θα ‘χουμε. Νομίζω πως οι συνθήκες σήμερα είναι ευνοϊκότερες από το Δεκέμβρη του 1944 για τέτοιου είδους ενδεχόμενο.
α) Η οριστική συντριβή του χιτλερισμού ετελείωσε και η Σοβιετική Ενωση μπορεί να θέσει σήμερα, ήδη το έθεσε καθαρά, το ελληνικό ζήτημα.
β) Στις γειτονικές χώρες τα δημοκρατικά καθεστώτα σταθεροποιούνται.
γ) Στην ίδια την Αγγλία ο λαός δεν μπορεί να χωνέψει πως οι αγγλικές κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης και της εργατικής, μεταχειρίζονται έτσι την Ελλάδα.
δ) Σ’ όλο τον κόσμο οι συμπάθειες για το ανερχόμενο κίνημα της εθνικής αντίστασης στην Ελλάδα είναι ζωηρές. Φυσικά εμείς πρέπει να εκμεταλλευτούμε και την πιο ελάχιστη δυνατότητα για ειρηνική και δημοκρατική εξέλιξη. Αλλά στο μεταξύ προετοιμαζόμαστε και οργανωτικο – τεχνικά και για την άμυνα ενάντια σε πραξικοπηματική επίθεση της αντίδρασης και για πέρασμα στην ενεργητική αντεπίθεση».
Ακόμη, ο Παρτσαλίδης υπογράμμιζε, ότι «ο ελληνικός λαός στο άπειρο δεν μπορεί να ανεχτεί τη σημερινή φασιστική τρομοκρατία. Θα αναγκαστεί στο τέλος να απαντήσει με τα ίδια μέσα στη δολοφονική τρομοκρατία».

Ο Παρτσαλίδης ενημέρωσε επίσης τους Σοβιετικούς αξιωματούχους, με τους οποίους συναντήθηκε, για τις συζητήσεις που είχε στην Αγγλία με τον ηγέτη του ΚΚ Βρετανίας, Χ. Πόλιτ. «Ο σ. Παρτσαλίδης – έγραφαν οι συνομιλητές του προς την ηγεσία του ΚΚΣΕ – είχε προσωπική συνάντηση με το ,σ. Politt, τον οποίο παρακάλεσε να του απαντήσει στο εξής ζήτημα: Πώς θα συμπεριφερθεί το ΚΚ Αγγλίας σε περίπτωση εμφύλιας σύγκρουσης στην Ελλάδα; Οπως μας είπε ο Παρτσαλίδης, ο Πόλιτ απάντησε ότι το ΕΑΜ και οι Ελληνες κομμουνιστές είναι υποχρεωμένοι να υπολογίζουν ότι οι σχέσεις μεταξύ ΕΣΣΔ και Αγγλίας είναι τεταμένες, έτσι όπως ήταν το 1939. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να επιδείξουν προσοχή και να πάρουν όλα τα μέτρα, ώστε να αποφύγουν τον εμφύλιο πόλεμο» (Ι. Παπαθανασίου: Ανακοίνωση στο Συνέδριο των ΑΣΚΙ, 4 – 5/5/1996).

Αξία, βεβαίως, δεν έχει μόνο τι ο Παρτσαλίδης συζήτησε στη Μόσχα αλλά και τι οι Σοβιετικοί απάντησαν σε όσα τους είπε. Οι πληροφορίες που έχουμε σ’ αυτό το θέμα είναι επίσης αξιοπρόσεκτες.

Η απάντηση των Σοβιετικών

Από τα αποτελέσματα που είχαν οι συναντήσεις του Παρτσαλίδης στη Μόσχα, εκείνο που είναι περισσότερο γνωστό αφορά τη συμβουλή να πάρει μέρος το ΚΚΕ και το ΕΑΜ στις εκλογές.
Συνειδητά ή ασυνείδητα αυτή η πλευρά των συναντήσεων της Μόσχας προβλήθηκε περισσότερο, επισκιάζοντας την άλλη, την πιο σημαντική, που σχετιζόταν με την προοπτική της ένοπλης σύγκρουσης στην Ελλάδα και τη στάση που έπρεπε – κατά τη γνώμη του ΚΚΣΕ – να κρατήσει το ΚΚΕ. Να, τι λέει σχετικά πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, ο ίδιος ο Παρτσαλίδης στο βιβλίο του «Διπλή αποκατάσταση της Εθνικής Αντίστασης» (Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ, 1978, σελ. 199):

«Κατά την επίσκεψη της ΕΑΜικής αντιπροσωπείας στη Μόσχα, στις αρχές του 1946, μου δόθηκε η ευκαιρία να ενημερώσω τους συντρόφους του Τμήματος Εξωτερικών Σχέσεων της ΚΕ του αδελφού κόμματος για την προοπτική της ηγεσίας του Κόμματός μας σχετικά με την εξέλιξη της κατάστασης στην Ελλάδα. Τόνισα πως με τις συνεχιζόμενες σφαγές των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης φαίνεται πολύ δύσκολη η αποφυγή της ένοπλης αναμέτρησης. Ελπίζουμε πως τώρα δεν υπάρχουν τα εμπόδια του πολέμου για την πλήρη ανάπτυξη της συμπαράστασης προς το λαό μας. Η συμβουλή της καθοδήγησης του ΚΚΣΕ ήτανε: Τώρα να πάρετε μέρος στις εκλογές. Μετά βλέποντας και κάνοντας. Ανάλογα με την εξέλιξη της κατάστασης τότε, το κέντρο βάρους θα μπορούσατε να το ρίξετε πότε στις νόμιμες μορφές πάλης και πότε στον ένοπλο αγώνα».

Ακρως ενδιαφέροντα πάνω στο θέμα που εξετάζουμε είναι και όσα κατέθεσε ο Μ. Παρτσαλίδης, μιλώντας στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ το 1950. «Η υπόδειξη της ΚΕ του ΠΚΚ(μπ) για συμμετοχή μας στις εκλογές – είπε μιλώντας στην Ολομέλεια ο Μ. Παρτσαλίδης – είχε το νόημα που σας είπα. Θα μπορούσαμε, ανάλογα με τις εξελίξεις, πότε το κέντρο βάρους να το ρίξουμε στον ένοπλο αγώνα, πότε στις νόμιμες μορφές. Και όπως είναι γνωστό, συνοδευόταν με μία άλλη υπόδειξη, ότι αυτή τη στιγμή πανελλαδική εξέγερση δεν είναι σκόπιμη.
Αλλο το ζήτημα της ένοπλης αυτοάμυνας, που αναπτυσσόταν και δεν μπορούσε παρά ν’ αναπτυχθεί» («Η 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, 14 – 18/5/1950, εισηγήσεις, λόγοι, αποφάσεις, μόνο για εσωκομματική χρήση», σελ. 36). Από τα παραπάνω, προκύπτει πως η συμβουλή του ΚΚΣΕ προς το ΚΚΕ ήταν η χρήση όλων των μορφών πάλης, ανάλογα με τις κάθε φορά συνθήκες, χωρίς την εγκατάλειψη, όμως, των ειρηνικών μαζικών πολιτικών μορφών πάλης και της αξιοποίησης των όποιων δυνατοτήτων υπήρχαν για ομαλές εξελίξεις.
Αξιοσημείωτη δε, είναι η μαρτυρία του Παρτσαλίδη πως το ΚΚΣΕ συμβούλευε να μην επιχειρηθεί, προς το παρόν, ένοπλη πανελλαδική εξέγερση. Ισως, εδώ βρίσκεται η εξήγηση, γιατί στο ΚΚΕ, μετά τη 2η Ολομέλεια, δεν ξανατέθηκε τέτοιο ζήτημα.

Η συμβουλή του Δημητρόφ

Κλείνοντας το θέμα των διεθνών επαφών του ΚΚΕ, πριν τη σύγκλιση της 2ης Ολομέλειας της ΚΕ του, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι συναντήσεις με αδελφά κόμματα και με τον Βούλγαρο κομμουνιστή ηγέτη Γκ. Δημητρόφ, είχε αυτό το διάστημα, για λογαριασμό του ΚΚΕ, και ο Π. Ρούσος. Σύμφωνα με όσα ό ίδιος ο Ρούσος κατέθεσε μιλώντας στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ το 1957, ο Δημητρόφ «συνιστούσε για κείνη τη στιγμή, κείνη την περίοδο, περίοδο της 2ης Ολομέλειας, να συνεχίσουμε την ανάπτυξη της μαζικής πάλης, να συμμετάσχουμε στις εκλογές, να διαφυλάξουμε την ΕΑΜική συμμαχία, να δημιουργήσουμε καλύτερες προϋποθέσεις πάλης» («Πρακτικά 7ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ, 1957», μόνο για εσωκομματική χρήση, σελ. 171).

Πηγή: Ειδικό αφιέρωμα Ριζοσπάστη


Print Friendly and PDF

Μοιραστείτε το