Δ.Σ.Ε

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ




Ιστορία του ΔΣΕ, μέρος 26:
Οι διεθνείς επαφές του ΚΚΕ το 1947
(Εμφύλιος, η στάση της ΕΣΣΔ, ο διεθνής συσχετισμός)


Οι διεθνείς επαφές του ΚΚΕ το 1947

Οι διεθνείς επαφές του ΚΚΕ, με θέμα την ενίσχυση του κινήματος στην Ελλάδα – μαζικού και αντάρτικου – θα συνεχιστούν και το 1947, όταν ο ΓΓ της ΚΕ του Κόμματος θα περάσει στο εξωτερικό.
Συγκεκριμένα, μετά τη δολοφονία του Γ. Ζεύγου, ο Ν. Ζαχαριάδης θα ανέβει στη Θεσσαλονίκη στις 22/3/1947, όπου και θα πάρει μέρος στην πένθιμη συγκέντρωση που θα γίνει στην πόλη (η κηδεία του Ζεύγου είχε γίνει μια μέρα πριν). Κατόπιν, θα προετοιμάσει με τον παράνομο μηχανισμό του Κόμματος την έξοδό του από τη χώρα και στις 6 Απρίλη του 1947 θα περάσει παράνομα τα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα, κατευθυνόμενος προς το Βελιγράδι.
Στη γιουγκοσλαβική πρωτεύουσα, θα έχει μια σειρά επαφές με τον Τίτο και τα ηγετικά στελέχη του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας, με σκοπό την ενίσχυση του κινήματος στην Ελλάδα. Επίσης, θα πάρει στα χέρια του την καθοδήγηση της δουλιάς του Κόμματος στο εξωτερικό, που όλο αυτό το διάστημα διηύθυνε ο Ιωαννίδης κι από κει θα καθοδηγεί την κομματική δουλιά στην Ελλάδα, ερχόμενος σε επαφή, κυρίως, μέσω ραδιοτηλεγραφημάτων με το ΠΓ στην Αθήνα και με την ηγεσία του ΔΣΕ στο βουνό.

Από τις διεθνείς επαφές του Ζαχαριάδη στο εξωτερικό, αυτή την περίοδο, σημαντικότερη είναι η επίσκεψή του στη Μόσχα και η συνάντησή του με ανώτατα ηγετικά στελέχη του ΚΚΣΕ – το πιο πιθανόν και με τον ίδιο τον Στάλιν.

Η επίσκεψη του Ζαχαριάδη στη Μόσχα

Ο Ζαχαριάδης έφτασε στη Μόσχα στις αρχές του δεύτερου δεκαήμερου του Μάη 1947. Στις 13/5 θα καταθέσει μνημόνιο προς την ηγεσία του ΚΚΣΕ, με τίτλο «Για την κατάσταση στην Ελλάδα». Την επομένη, θα ζητήσει εγγράφως να έχει συναντήσεις με το Στάλιν και τον Μολότοφ. Το αν έγιναν αυτές οι συναντήσεις, δεν το γνωρίζουμε. Είναι πολύ πιθανό να έγιναν. Εκείνο που γνωρίζουμε – απ’ όσα περιλαμβάνονται στην ανακοίνωση της Ι. Παπαθανασίου στο συνέδριο των ΑΣΚΙ, 4 – 5/5/96 – είναι πως ο Ζαχαριάδης συναντήθηκε στις 22/5/1947 με τον Ζντάνοφ. Πριν, όμως, αναφερθούμε σ’ αυτή τη συνάντηση, αξίζει τον κόπο να δώσουμε μια εικόνα όσων αναφέρει ο Ζαχαριάδης στο μνημόνιό του προς την ηγεσία του ΚΚΣΕ.

Στο μνημόνιο αυτό, ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ περιγράφει με συμπυκνωμένο, αλλά σαφή τρόπο την ελληνική μεταπολεμική πραγματικότητα και δίνει στοιχεία για την κατάσταση στο Κόμμα και στο ΔΣΕ. Ειδικά για το ΔΣΕ και τις προοπτικές του, αναφέρει: «Η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (στα μέσα του Φλεβάρη του 1946) κατέληξε σε αποφάσεις, αποτέλεσμα των οποίων ήταν να οργανωθεί ο Δημοκρατικός Στρατός της Ελλάδας.

Από τότε, η αντίδραση, με την άμεση καθοδήγηση των Αγγλοσαξόνων, προχώρησε σε δεκάδες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, αλλά το αποτέλεσμα ήταν ότι κάθε φορά ο Δημοκρατικός Στρατός έβγαινε πιο δυνατός.

Σήμερα, ο Δημοκρατικός Στρατός αριθμεί πάνω από 20 χιλιάδες μαχητές υπό ενιαία οργάνωση και καθοδήγηση (…).
(…) Το Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, σε συνεδρίασή του στα μέσα του Φλεβάρη 1947, αφού εξέτασε την κατάσταση, κατέληξε ότι το δημοκρατικό κίνημα, συνεχίζοντας την πλήρη εκμετάλλευση όλων των νόμιμων δυνατοτήτων, πρέπει να θεωρεί ότι η ένοπλη πάλη γίνεται κυρίαρχη και πήρε σε σχέση μ’ αυτά μια σειρά πρακτικών μέτρων.

Η εσωτερική κατάσταση της Ελλάδας συνεχίζει να παρουσιάζει αισιόδοξες προοπτικές. Παρά τη βοήθεια που παίρνει ο μοναρχοφασισμός, τόσο άμεσα, από τον αγγλοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό, όσο και έμμεσα από όλη τη διεθνή αντίδραση (διεθνείς παρατηρητές στις εκλογές και στο δημοψήφισμα, πλειοψηφία της Επιτροπής Ερευνας του ΟΗΕ).

Το λαϊκό δημοκρατικό κίνημα στην Ελλάδα, βασικά με τις δικές του δυνάμεις και την απαραίτητη βοήθεια όλων των δημοκρατικών φίλων του εξωτερικού, είναι σε θέση ακόμα και μέσα στο 1947 να δώσει αποφασιστικά χτυπήματα κατά του μοναρχοφασισμού και των υπηρετών του στη χώρα.

Οι μεγαλύτερες αδυναμίες του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας είναι ο ανεπαρκής εξοπλισμός του και η έλλειψη στρατιωτικών στελεχών. Ανεξάρτητα από την ενιαία κεντρική οργάνωση, ο Δημοκρατικός Στρατός δεν ξεπέρασε το παρτιζάνικο στάδιο του κατακερματισμού και του πρωτογονισμού, για να μετατραπεί σε τακτικό στρατό.
Υπό τον όρο ότι ο Δημοκρατικός Στρατός θα αποκτήσει την αναγκαία βοήθεια για να υπερνικήσει τις αδύνατες πλευρές του, θα μπορέσει σε σύντομο χρονικό διάστημα να έχει 50 χιλιάδες μαχητές και να καταχτήσει πολιτική και στρατηγική ενότητα και περιεχόμενο, που θα του επιτρέψουν να πραγματοποιήσει τους ευρύτερους δυνατούς στόχους του λαϊκού δημοκρατικού κινήματος» (ολόκληρο το Μνημόνιο του Ν. Ζαχαριάδη προς την ηγεσία του ΚΚΣΕ υπάρχει στα «Αρχεία ΚΚΕ – ΑΣΚΙ», με αριθμό αρχειοθέτησης Κ383/Φ: 20/33/11).

Η συνάντηση με τον Ζντάνοφ

Για τη συνάντηση του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ με τον Ζντάνοφ, οι πληροφορίες που έχουμε αντλούνται από την ανακοίνωση της Ι. Παπαθανασίου στο Συνέδριο των ΑΣΚΙ που έχουμε προαναφέρει. Η ιστορικός αντλεί, επίσης, τις πληροφορίες της από το υλικό των πρακτικών αυτής της συνάντησης, που μελέτησε στα σοβιετικά αρχεία.
Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα λέει η Ι. Παπαθανασίου, ο Ζαχαριάδης ενημέρωσε τον Ζντάνοφ για την κατάσταση στην Ελλάδα, για την πολιτική του ΚΚΕ, για την κατάσταση στο Κόμμα και το ΔΣΕ. «Μας χρειάζεται – τόνισε μεταξύ άλλων ο Ζαχαριάδης στον συνομιλητή του – πολεμικό υλικό. Εάν μας δοθεί το αντίστοιχο πολεμικό υλικό, στη διάρκεια αυτής της χρονιάς και υπολογίζοντας ότι οι Αγγλοαμερικάνοι θα συνεχίσουν τους ίδιους ρυθμούς βοήθειας στην ελληνική αντίδραση, εμείς στη Βόρεια Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλονίκης, μπορούμε να δημιουργήσουμε νέα κατάσταση».
Ειδικά για το ζήτημα του εξοπλισμού του ΔΣΕ, ο ηγέτης του ΚΚΕ σημείωσε: «Μας χρειάζεται εξοπλισμός για 50.000 στρατό. Το πώς εσείς θέλετε να βοηθήσετε, εσείς θα το κρίνετε. Νομίζω ότι χρηματικά θα συνεισφέρετε. Τα όπλα πρέπει να τα αγοράσουμε… Αυτό το υλικό μπορούμε να το αγοράσουμε κι εμείς. Θα βρούμε τα απαραίτητα καράβια για να φορτώσουμε το αγορασμένο πολεμικό υλικό και να το μεταφέρουμε στην Ελλάδα χωρίς μεγάλους κινδύνους. Ακόμα κι αν ένα μέρος πέσει στα χέρια της κυβέρνησης, δε θα μας κάνει ζημιά. Ας ενημερωθεί η κυβέρνηση ότι αγοράζουμε στρατιωτικό υλικό, μέσω Γαλλίας, Αιγύπτου και Παλαιστίνης».

Για το τι τύχη είχε η πρόταση του Ζαχαριάδη, να αγοραστεί υλικό από τη διεθνή αγορά όπλων, δε γνωρίζουμε. Πάντως, η ΕΣΣΔ και οι Λαϊκές Δημοκρατίες ενίσχυσαν στη συνέχεια το ΔΣΕ με οπλισμό, ο οποίος ήταν σύγχρονος και προερχόταν κυρίως από λάφυρα του Β` Παγκοσμίου Πολέμου.

Η απάντηση του ΚΚΣΕ και του Δημητρώφ

Στα ζητήματα που έθεσε το ΚΚΕ με την έκθεση που επέδωσαν ο Ιωαννίδης και ο Ρούσος στον Δημητρώφ, δόθηκε απάντηση από το Βούλγαρο ηγέτη – και για λογαριασμό του ΚΚΣΕ – το Νοέμβρη του 1946. Η απάντηση αυτή μας είναι γνωστή από ραδιοτηλεγράφημα που έστειλε ο Ιωαννίδης στον Ζαχαριάδη στην Αθήνα, στις 10/11/1946. Το ραδιοτηλεγράφημα – το οποίο υπάρχει στα «Αρχεία ΚΚΕ – ΑΣΚΙ» με αριθμό αρχειοθέτησης Κ146/Φ: 7/33/115 – έχει ως εξής:
«Ν. 9

Νίκο

Συναντηθήκαμε Παππού Σόφιαν.

Τόνισε τα εξής σαν γνώμη δική του και των απάνω.

ΠΡΩΤΟ: Περίοδος Χειμώνος και διεθνής κατάσταση επιβάλλουν να μην πάρει μεγάλη έκταση ένοπλο κίνημα.
ΔΕΥΤΕΡΟ: Κέντρο βάρους να είναι ο μαζικός λαϊκός πολιτικός αγώνας και να διατηρηθούν και οι πιο ελάχιστες νόμιμες δυνατότητες, ώστε να διατηρηθεί η σύνδεση του κόμματος με τις μάζες.
ΤΡΙΤΟ: Να διαφυλάξουμε τα κομματικά στελέχη και να μην τα εκθέτουμε στους κινδύνους της εξόντωσής τους.

Τονίσαμε ότι γραμμή κόμματος συμπίπτει με υποδείξεις.
Στο ζήτημα της ουδετερότητας παππούς συμφωνεί και ρωτάμε αν πήρες με άλλο δρόμο γνώμη των απάνω. Τηλεγράφησέ μας αμέσως.

Τονίστηκε ανάγκη να επισπεύσεις αναχώρηση δική σου και Γιώργη.
10/11/46
Διονύσης».

(Σ. σ. «Απάνω» είναι το ΚΚΣΕ. «Νίκος» είναι ο Νίκος Ζαχαριάδης. «Παππούς» ο Γκ. Δημητρώφ. «Γιώργης» ο Γ. Σιάντος και «Διονύσης» ο Γ. Ιωαννίδης).

Ορισμένα ακόμη στοιχεία για την ουδετερότητα

Οφείλουμε να προσθέσουμε ορισμένα ακόμη στοιχεία γύρω από το ζήτημα της ουδετερότητας της Ελλάδας, μια και το θέμα τίθεται τόσο στην έκθεση του ΚΚΕ προς τα αδελφά κόμματα, όσο και στο παραπάνω τηλεγράφημα του Ιωαννίδη προς τον Ζαχαριάδη. Το ζήτημα αυτό το συζητούσε τότε το ΚΚΕ με τα άλλα κομμουνιστικά κόμματα, ζητώντας τη γνώμη τους για το αν ήταν σωστό ένα τέτοιο σύνθημα να προβληθεί από το Κόμμα και το ΕΑΜ.
Τα στοιχεία, που θα προσθέσουμε, προέρχονται από τα αρχεία του σοβιετικού υπουργείου Εξωτερικών, όπως τα παρουσιάζει ο Π. Ανταίος στο βιβλίο του «Ν. Ζαχαριάδης: Θύτης και Θύμα» (σελ. 453-454). Συγκεκριμένα στο βιβλίο αυτό του Π. Ανταίου αναφέρεται: «Στις 29 Ιουλίου 1946 ο Σοβιετικός πρεσβευτής μετέδωσε στη Μόσχα ότι ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ Ζαχαριάδης, μέσω του ανταποκριτή του ΤΑΣΣ, ζητά τη γνώμη μας σχετικά με το σύνθημα της «ουδετερότητας της Ελλάδας» που προτείνει η ηγεσία του ΕΑΜ. Το σύνθημα αυτό σημαίνει ανεξαρτησία της Ελλάδας, που δε θα υπάγεται στην κατά προτεραιότητα σφαίρα επιρροής καμιάς χώρας και δε θα έχει ξένες στρατιωτικές βάσεις στο έδαφός της. Ο Ζαχαριάδης προσθέτει ότι το σύνθημα αυτό προϋποθέτει, κατά τη γνώμη του, και εγγυήσεις για την ασφάλεια της Ελλάδας από όλες τις μεγάλες δυνάμεις.

Ο Σοβιετικός πρεσβευτής ζήτησε την άδεια ν’ απαντήσει στην ερώτηση του Ζαχαριάδη, ως εξής: «Σύμφωνα με τις αρχές μας για τη μη ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις, δεν μπορώ να ζητήσω υποδείξεις για το ζήτημα αυτό από τη σοβιετική κυβέρνηση και επίσης δεν μπορώ να δώσω προσωπικές συμβουλές. Μπορώ μόνο να εκφράσω την κατωτέρω προσωπική μου γνώμη.

1. Το σύνθημα της πραγματικά ανεξάρτητης Ελλάδας, που στο έδαφός της δε θα υπάρχουν ξένα στρατεύματα ή βάσεις, θα έχει ασφαλώς την επιδοκιμασία της κοινής γνώμης των δημοκρατικών χωρών.
2. Δεν υπάρχει ανάγκη να συνδυάζεται υποχρεωτικά το σύνθημα αυτό με το σύνθημα των εγγυήσεων της ανεξαρτησίας της Ελλάδας από τις μεγάλες δυνάμεις. Πρώτον, αυτό το τελευταίο σύνθημα πρέπει να διακριβωθεί και μπορεί κατά τη συζήτηση γι’ αυτό το πολύπλοκο ζήτημα να αναφυούν και ζητήματα διεθνούς δικαίου. Δεύτερο, το σύνθημα αυτό έμμεσα αναγνωρίζει την ύπαρξη πραγματικής απειλής της Ελλάδας από την πλευρά άλλων χωρών, απειλής, που τώρα δεν υφίσταται».

Η παρόμοια απάντηση στον Ζαχαριάδη εγκρίθηκε από τον Ι. Β. Στάλιν και μεταδόθηκε από τον ανταποκριτή του ΤΑΣΣ, ως προσωπική γνώμη του Σοβιετικού πρεσβευτή στην Αθήνα».

Το πότε μετέδωσε ο ανταποκριτής του ΤΑΣΣ στην Αθήνα Λ. Βελιτσάνσκι την πιο πάνω απάντηση στον Ζαχαριάδη δε μας είναι γνωστό.
Το πιο πιθανό είναι πως αυτή η απάντηση δεν είχε δοθεί, όταν η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ, ο Ιωαννίδης και ο Ρούσος δηλαδή, έφυγε για το εξωτερικό. Είναι επίσης πολύ πιθανό ότι στο παραπάνω ραδιοτηλεγράφημά του προς τον Ζαχαριάδη, ο Ιωαννίδης μάλλον εννοεί την αναμενόμενη απάντηση από τη σοβιετική πρεσβεία, όταν ρωτάει τον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ αν έλαβε «με άλλο δρόμο γνώμη των απάνω» στο θέμα της ουδετερότητας.
Πρέπει ακόμη να σημειώσουμε ότι με την απάντησή της – μέσω του πρεσβευτή της στην Αθήνα – η ΕΣΣΔ, διαχωρίζοντας το θέμα της ουδετερότητας από τη διεθνή εγγύηση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας, ανάμεσα στα άλλα, ουσιαστικά προφυλάσσει το ΚΚΕ από την εκτόξευση ενός συνθήματος, που θα μπορούσε να βοηθήσει την προπαγάνδα της αντίδρασης, η οποία εκείνο το διάστημα επικαλούνταν απειλή των συνόρων και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας από τις γειτονικές βαλκανικές Λαϊκές Δημοκρατίες.

Ορισμένες παρατηρήσεις και συμπεράσματα


Ασφαλώς, ο αναγνώστης θα έχει παρατηρήσει, απ’ όσα έχουμε αναφέρει γύρω από τις διεθνείς επαφές του ΚΚΕ στο διάστημα 1946-1947, ότι τα αδελφά κόμματα, και κυρίως το ΚΚΣΕ, αντιμετώπιζαν επιφυλακτικά και με πολύ προσεκτικό τρόπο τις εξελίξεις στην Ελλάδα, συμβουλεύοντας το ΚΚΕ να μην εγκαταλείψει τις νόμιμες δυνατότητες δράσης και να μην κάνει ριψοκίνδυνες ενέργειες. Για τη στάση τους αυτή έχουν επικριθεί από πολλούς ιστορικούς και συγγραφείς της περιόδου του εμφυλίου. Ιδιαίτερα έχει επικριθεί το ΚΚΣΕ. Και τι δεν έχει γραφεί.
Μόνιμο δε επαναλαμβανόμενο ρετρό είναι η άποψη ότι η ΕΣΣΔ χρησιμοποίησε για δικά της συμφέροντα το ΚΚΕ και το ΔΣΕ ή ότι πούλησε τον αγώνα του Κόμματος και του αντάρτικου κινήματος. Οι εκτιμήσεις αυτές είναι βεβαίως τραβηγμένες από τα μαλλιά, αφού όσοι τις προβάλλουν δεν εξηγούν με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο τι άλλο θα έπρεπε να κάνει η Σοβιετική Ενωση στο δοσμένο για την εποχή διεθνή συσχετισμό δυνάμεων. Κι ακριβώς εκεί, στο διεθνή συσχετισμό δυνάμεων της εποχής και στην εντεινόμενη αντεπίθεση του διεθνούς ιμπεριαλισμού – που ξεδιπλώνεται έντονα την ίδια περίοδο, με επίκεντρο μάλιστα την Ευρώπη – οφείλει, όποιος θέλει να έχει αντικειμενική γνώμη, να αναζητήσει την ερμηνεία της στάσης της ΕΣΣΔ και των άλλων Λαϊκών Δημοκρατιών απέναντι στο ΚΚΕ, με εξαίρεση ίσως τη Γιουγκοσλαβία, όπου η γνώμη του εκεί ΚΚ ήταν – ευθύς εξαρχής – να αναπτυχθεί γρήγορα και σε μεγάλη έκταση ο ένοπλος αγώνας του ΔΣΕ στην Ελλάδα.

Οι πηγές οπλισμού για το ΚΚΕ

Από τη στιγμή που το ΚΚΕ δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει αλλιώς την κατάσταση στη χώρα παρά μόνο μέσω των ένοπλων μορφών πάλης, άλλος δρόμος δεν υπήρχε από την οργάνωση στρατού. Ο στρατός, όμως, για να φτιαχτεί, ήθελε οπλισμό και το ΚΚΕ δεν είχε τον οπλισμό που του χρειαζόταν. Επρεπε συνεπώς να αναζητήσει πηγές οπλισμού.
Η μία πηγή ήταν να πάρει τον οπλισμό που χρειαζόταν από τον εχθρό. Κι αυτό μπορούσε να γίνει μόνο αν επιλεγόταν – με όποιες δυνατότητες επιτυχίας – η ένοπλη πανελλαδική εξέγερση ή η εξέγερση στα βασικά αστικά κέντρα και την πρωτεύουσα. Εχει υποστηριχτεί – και σε κομματικά σώματα του ΚΚΕ που ασχολήθηκαν με τον εμφύλιο – πως αν αυτή η εξέγερση οργανωνόταν καλά και ξεσπούσε μέσα στο 1946, θα είχε πολλές πιθανότητες επιτυχίας και σε τελευταία ανάλυση θα δημιουργούσε άλλη κατάσταση στη χώρα. Το 1946 δεν είχαν ακόμη οργανωθεί οι δυνάμεις καταστολής του κράτους και το ΚΚΕ διέθετε ισχυρές δυνάμεις σ’ αυτούς τους μηχανισμούς, ιδιαίτερα δε στο νεοσύστατο στρατό.
Ακόμη, η Αγγλία «έπνεε τα λοίσθια» και η διαδικασία «παράδοσης» της χώρας στο νέο, υπερατλαντικό ηγεμόνα του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου δεν έχει ακόμη ουσιαστικά αρχίσει.

Η δεύτερη πηγή εξεύρεσης οπλισμού για το ΚΚΕ ήταν οι νεοσύστατες Λαϊκές Δημοκρατίες και η ΕΣΣΔ. Κι αυτή ακριβώς η πηγή επιλέχθηκε από τη στιγμή που εγκαταλείφθηκε η ιδέα της πανεθνικής εξέγερσης. Τι σήμαινε όμως αυτή η επιλογή για την προοπτική του ένοπλου αγώνα του ΔΣΕ;
Σήμαινε πολύ απλά ότι η εξέλιξη του αντάρτικου κινήματος εντασσόταν στους περιορισμούς που έβαζε για τη Σοβιετική Ενωση και τις Λαϊκές Δημοκρατίες ο διεθνής συσχετισμός δυνάμεων. Κι αυτοί ακριβώς οι περιορισμοί λειτούργησαν αντιστρόφως ανάλογα με τις προοπτικές νίκης ή διαφορετικής θετικής εξέλιξης που είχε το κίνημα στην Ελλάδα.

Βασικές πλευρές του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων

Το 1946 δεν είχε ακόμη υπογραφεί η συνθήκη ειρήνης, με την οποία θα έμπαινε και τυπικά τέρμα στον Β` Παγκόσμιο Πόλεμο. Επίσης, ο ιμπεριαλισμός είχε κάνει σαφές, τόσο με τη ρίψη των ατομικών βομβών στην Ιαπωνία όσο και με τα ψυχροπολεμικά κηρύγματα του Τσόρτσιλ στο Φούλτον, πως άνοιγε ένα νέο κύκλο αντιπαράθεσης με τη Σοβιετική Ενωση και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, τα όρια του οποίου ήταν αδιευκρίνιστα και κανείς δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο ενός νέου θερμού πολέμου.
Η ΕΣΣΔ συνεπώς είχε κάθε λόγο να επιθυμεί διακαώς την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης και να εξασφαλίσει μέσα από αυτή την ειρήνη τα λαϊκοδημοκρατικά καθεστώτα της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Δεν πρέπει, επίσης, να μας διαφεύγει ότι μια σειρά χώρες, που μετά τον πόλεμο βρέθηκαν στο στρατόπεδο της λαϊκής δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν με το μέρος του φασιστικού άξονα (Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουγγαρία, ουσιαστικά δε και η Αλβανία). Ακόμη, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ιμπεριαλισμός έκανε ό,τι μπορούσε για να πάρει με το μέρος του την Πολωνία, διατηρώντας έτσι μια δίοδο προς τα σύνορα της ΕΣΣΔ και φυσικά ένα μέρος της παλιάς «υγειονομικής ζώνης» γύρω από αυτή.
Η πραγματικότητα αυτή φανερώνει πως η Σοβιετική Ενωση πήγαινε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ουσιαστικά μόνη, χωρίς διεθνή ερείσματα, πέρα των λαϊκών κινημάτων στη Δύση, και με στόχο να διαφυλάξει μια σειρά ευάλωτες κατακτήσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Να, γιατί υπήρξε τόσο προσεκτική απέναντι στο ελληνικό ζήτημα και απέφευγε μια περισσότερο ανοιχτή και ενεργό ανάμειξη στο πλευρό του ΚΚΕ και του ΔΣΕ. Παρ’ όλα αυτά με διπλωματικό τρόπο και άλλα μέσα προσπάθησε να βοηθήσει το κίνημα στην Ελλάδα.

Η διάσκεψη για την ειρήνη και το οριστικό κλείσιμο του Β` Παγκοσμίου Πολέμου άρχισε στο Παρίσι στις 29 Ιουλίου του 1946 και η συνθήκη ειρήνης υπογράφηκε τελικά στις 10/2/1947. Στο διάστημα αυτό, ένας νέος σκόπελος εμφανίστηκε, εμποδίζοντας την εκδήλωση ανοιχτής συμπαράστασης και βοήθειας προς το ΔΣΕ εκ μέρους των Λαϊκών Δημοκρατιών και της ΕΣΣΔ. Στις 19/12/1946 το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ αποφάσισε τη σύσταση και αποστολή στην Ελλάδα Διεθνούς Επιτροπής Ερευνας, η οποία θα διερευνούσε τις καταγγελίες της κυβέρνησης των Αθηνών, για παραβιάσεις των συνόρων της χώρας από τη Βουλγαρία, τη Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία και ενίσχυση του ΔΣΕ με στρατιωτικές δυνάμεις αυτών των χωρών.
Η Διεθνής Επιτροπή ήρθε στην Ελλάδα στις 29 Ιανουαρίου του 1947 και έμεινε περίπου τρεισήμισι μήνες, διεξάγοντας έρευνες, διενεργώντας ανακρίσεις κ. ο. κ. Οπως γίνεται αντιληπτό, στο διάστημα που η επιτροπή βρισκόταν σε ελληνικό έδαφος η αποστολή βοήθειας στον ΔΣΕ από το εξωτερικό περιορίστηκε σημαντικά για ευνόητους λόγους. Κι αυτό το γεγονός είναι ταυτόχρονα και η βασική αιτία, που εξηγεί γιατί άργησε τόσο το ολοκληρωτικό πέρασμα του ΚΚΕ στις ένοπλες μορφές δράσης, καθώς και η παροχή της απαραίτητης βοήθειας από τις Λαϊκές Δημοκρατίες και την ΕΣΣΔ.

Ενα χρήσιμο συμπέρασμα

Η πραγματικότητα αυτή υπογραμμίζει τις ευθύνες της τότε ηγεσίας του ΚΚΕ, που δε στάθμισε όπως έπρεπε την κατάσταση. Δεν ανέλυσε σωστά τον εσωτερικό και διεθνή συσχετισμό δυνάμεων και το συνδυασμό τους, δεν εκτίμησε το χρόνο όπου οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές για το κίνημα και ταυτόχρονα, δεν επέλεξε τις κατάλληλες λύσεις και μορφές πάλης, ούτως ώστε να εξασφαλιστούν τα μέγιστα δυνατά, θετικά αποτελέσματα.
Κι αυτό αποτελεί ουσιαστικά μια παραγνώριση των μαρξιστικών – λενινιστικών κανόνων της ταξικής πάλης και σε τελευταία ανάλυση της επανάστασης. Βέβαια, θα μπορούσε να πει κανείς πως με βάση τη μαρτυρία του Παρτσαλίδη, το ΚΚΕ είχε τότε τη συμβουλή του ΚΚΣΕ να αποφύγει προς το παρόν την πανεθνική εξέγερση. Αυτό είναι σωστό. Ομως, εξίσου σωστό είναι πως το ΚΚΕ έπαιρνε τις τελικές αποφάσεις και κανένας άλλος. Συνεπώς, αν το ΚΚΕ είχε σαφή και ακριβολογημένη εκτίμηση της κατάστασης, μπορούσε να αγνοήσει την υπόδειξη του ΚΚΣΕ.
Αλλωστε, ο αναγνώστης δε θα πρέπει να ξεχνάει πως ο Λένιν μπροστά στην Οχτωβριανή Επανάσταση υπογράμμιζε στους μπολσεβίκους ότι η επανάσταση – ως προς την εκτέλεσή της – είναι τέχνη. «Χθες ήταν νωρίς – αύριο θα είναι αργά», τόνιζε ο Λένιν. Κι αυτό τον κανόνα, για κάθε επανάσταση δεν τον είχε αφομοιώσει όσο έπρεπε το ΚΚΕ εκείνη την εποχή.

Πηγή: Ειδικό αφιέρωμα Ριζοσπάστη


Print Friendly and PDF

Μοιραστείτε το