Φωτό από βιβλίο «Ευτυχία Μορίκη. Η ‟μάνα” της Καισαριανής» της Άννας Μπαλλή, εκδόσεις Μαραθιάς, 2008
Οι αγωνιστές στη Καισαριανή την ονόμασαν «Μάνα», παρά το νεαρό της ηλικίας της, για τις πράξεις της. Η δεκαεξάχρονη, στην Κατοχή, Ευτυχία Μορίκη πέρασε στην Αντίσταση χωρίς αμφιταλαντεύσεις, ξεκινώντας από την «Λεύτερη Νέα»(ΟΚΝΕ), την ΕΠΟΝ, το ΚΚΕ και φθάνοντας τον Οκτώβρη του 1944 να έχει υπό τις διαταγές της λόχο ανδρών του ΕΛΑΣ.
Ο πατέρας, Μικρασιάτης πρόσφυγας από την Σμύρνη, η μάνα Χιώτισσα, εκείνη γεννήθηκε στη Χίο στις 5 Μάη του 1926. Βρέθηκαν στην Καισαριανή το 1993 στο σπίτι της αδελφής του πατέρα της. Χτίσανε ένα σπιτάκι στη Νέα Σμύρνη, (σε οικόπεδο που αγόρασε ο πατέρας της πουλώντας κάρβουνα με το κάρο), με τα ίδια τους τα χέρια, παράνομο. Όπως είπε και η ίδια «Απάνω σε τρεις δρόμους ένα οικοπεδάκι που κατάφερε και πήρε, και χτίσαμε, μόνοι μας, εγώ και οι αδελφές μου του κουβαλήσαμε την πέτρα. Το ’36-37 εχτίζαμε το σπίτι. Νύχτα, παράνομα το χτίζαμε αυτό το σπίτι. Τις Κυριακές, τα βράδια. Ανοίξαμε πηγάδι μόνοι μας με τον πατέρα μου». Τότε πέθανε και η μάνα τους, η Ευτυχία έμεινε με τα 4 μικρότερα αδέλφια.
Ο πόλεμος του ’40 την βρήκε στη Χίο, ο πατέρας τους έστελνε τα καλοκαίρια στους συγγενείς της μητέρας τους. Μαζί με τον πατέρα της και τις αδελφές της υπέφεραν στον λιμό του 1940-1941, περιγράφει «το ’42 πουλάει το σπίτι της Νέας Σμύρνης –ξέρεις για πόσο; Για ένα σακί καλαμπόκι. Γυρίζω, δεν είχαμε λεφτά. Γυρίζουμε πίσω στη Νέα Σμύρνη και μένουμε σ’ ένα υπόγειο (το σπίτι πουλημένο) που μας έδωσαν κάτι γειτόνοι. Τώρα, ο πατέρας μου είχε την ξυλεία του και την μοίραζε και κάναμε τη λαχανίδα. Ο αγώνας της επιβίωσης πια εμπήκε επιτακτικά. Καίγαμε και τις καρέκλες για να φάμε. Ό,τι είχε, το έδινε με αντάλλαγμα μια χούφτα σταφίδες να μας ζήσει.».
Μαζί με άλλα παιδιά της ηλικίας της και με το καρότσι του πατέρα πηγαίναν στο Χασάνι, (αεροδρόμιο του Ελληνικού), κάνοντας σαμποτάζ, ξεβίδωναν τα βαρέλια με τα καύσιμα και τα άδειαζαν, μας λέει: «Οι μεγάλοι είχανε υπολογίσει και τα βήματα των Γερμανών. Κι έπρεπε εμείς να αδειάσουμε τα βαρέλια και να φύγουμε. Και ολόκληρο το βαρέλι τους το παίρναμε! Το σέρναμε και το βάζαμε πάνω στο καρότσι (ή τη σούστα μετά), με μια κουβέρτα από πάνω που στρώναμε.[..]
…Αδειάσαμε πολλά βαρέλια, πολύ σαμποτάζ. Στοίβες, στοίβες τα βαρέλια. Εμείς πλησιάζαμε και τα ανοίγαμε, ή αν είχε το χώρο το τσουλούσαμε, αφού είδαμε πολλές φορές ότι είχαμε χώρο, το παίρναμε και το κατεβάζαμε ολόκληρο το βαρέλι μέσα στο ρέμα, και ύστερα το σηκώναμε δεν παίρνανε χαμπάρι αυτοί γύρω, γύρω γυρνούσαν δεν ερχόντουσαν στο ρέμα, μέσα στο χαράκωμα. Μετά όμως το πήρανε χαμπάρι και βάλανε και σκοπιές πάντως η ζημιά τους εγινότανε με τους δικούς μας ανθρώπους».
Ηταν τότε οργανωμένη στη «Λεύτερη Νέα», παρακλάδι της ΟΚΝΕ, «…Και πήραμε κάνα-δυο φορές τους κουβάδες να γράψουμε «Λευτεριά», «Θάνατος στο φασισμό». Έπρεπε να κατέβουμε σε συλλαλητήρια, να φύγω κι απ’ το σπίτι, και διαμαρτυρία και συσσίτια να κατέβουμε, έβρισκα έδαφος από την Καισαριανή».
Το 1943 17χρονο κορίτσι, ξεκαθάρισε στον πατέρα της «Θα πάω να μείνω στη θεία μου, από εκεί του λέω είναι κι οι οργανώσεις ελεύθερα και όλα αρχίσανε και φουντώνανε. Κι έρχομαι στη θεια μου στην Καισαριανή. Ήτανε το ’43 πια έμεινα. Σε αυτόν τον καιρό ότι γινότανε πήγαινα κι ερχόμουνα με τα πόδια Νέα Σμύρνη, Καισαριανή, Νέα Ιωνία κλπ. […] Τότε δεν ήμασταν χώρια, και ο Βύρωνας, το Παγκράτι, η Καισαριανή γυρίζαμε μαζί, όλοι μαζί σαν ένας και μαζί αντιμετωπίζαμε από κοινού, και δεν ξέραμε αν είσαι Βυρωνιώτης, Καισαριανιώτης. Το πρώτο σπίτι που έμπαινα και έβγαινα ήταν του Φουρναράκη η απάνω Καισαριανή μέσα εκεί το υπόγειο, εκεί να έχομε τον παράνομο μηχανισμό και πως τον βγάζανε, και πως έβγαινε το δελτίο και τι δεν γινότανε σε εκείνο το υπόγειο μέσα γιατί από εκεί ξεκινούσανε όλοι. Και εγώ νομίζω στη Καισαριανή, η φύση και η θέση, ο τόπος ήτανε που βοηθούσε. Γιατί όταν ήτανε η πρώτη γραμμή Ζωγράφου-Κουπόνια και χτυπούσανε από εκεί και υποχωρούσαμε μας έδινε εκείνος ο δρόμος το δικαίωμα να μπορέσουμε. Και είχαμε γίνει ο φόβος κι ο τρόμος και δεν προχωρούσανε παραπάνω».
Ανάμεσα στους συναγωνιστές της Νίκο Τζανέτη (δεξιά της), Γιώργο Οικονόμου (αριστερά της) και ο Πέτρος (όρθιος)
Η εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στη Καισαριανή
1η Μάη του ’44, τα καμιόνια από το Χαϊδάρι φτάνουν στη Καισαριανή η Ευτυχία μαζί με άλλους συναγωνιστές της ανέβηκαν στο ύψωμα με ένα γραμμόφωνο τάχα για διασκέδαση, «…Σε αυτό το βουναλάκι παίρνουμε ένα παλιό γραμμόφωνο, δήθεν κάτσαμε απάνω στο βουνό, και παρακολουθήσαμε εμείς τις εκτελέσεις. Είδαμε δέκα, δέκα τους βάζανε στην σειρά, τους εκτελούσανε, η πρώτη ριπή, η επόμενη δεκάδα να πιάνει τους άλλους δέκα να τους πετάει πάνω στο καμιόνι, η τρίτη, η τέταρτη, η επόμενη. Οι τελευταίοι τραγουδούσανε, άλλοι είχαν κουράγιο άλλοι δεν είχανε, άσε να σου περιγράψω τις μορφές των ανθρώπων αυτών, τώρα ξέρεις, μέσα από τις φυλακές, χλωμοί κίτρινοι αγνώριστοι άλλοι ντυμένοι, άλλοι με φόρμες της φυλακής, τα καρό αυτά, τα ριγέ.. Οι πιο πολλοί φωνάζανε ζήτω το ΚΚΕ.
Τους πήρανε τους εκτελεσμένους, κατεβήκαμε πάλι μέσα στην πόλη, μιλήσαμε το βραδινό μας χωνί, λυπημένοι όλοι βγάλαμε ότι οι κατακτητές χτύπησαν, σκοτώσανε τόσους.. Πέντε η ώρα ξημέρωμα ήτανε μόλις χάραζε κι έφεγγε αρχίζανε τις εκτελέσεις, τα αετόπουλα μαζεύανε σημειώματα από τους δρόμους..».
Εκείνη την ημέρα οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν πένθιμα. Εκείνη την ημέρα η Ευτυχία οργανώθηκε στο ΚΚΕ. Η γενναιότητα, το ήθος της, η βαθιά ανθρωπιά της - όπως η ίδια περιγράφει, πρώτα μοίραζε το φαγητό στους αιχμαλώτους και έπειτα στους συναγωνιστές της - έδωσαν σε αυτό το ανήλικο κορίτσι την προσωνυμία της «μάνας».
«…Και οργανώνομαι. Στην ΕΠΟΝ. Αλλά η ΕΠΟΝ με επιστράτευσε μετά για τον ΕΛΑΣ. Η ΕΠΟΝ έκανε όλες τις δουλειές και τις ΕΛΑΣίτικες δουλειές μου φαίνεται ότι έκανε και της Αλληλεγγύης και όλα, όλα. Γινόντουσαν μπλόκα κάθε μέρα. Δεν περνούσε μέρα που να μην δοθεί μάχη. Κάθε πρωί ιδιαίτερα το 1944 ερχόντουσαν, ντου τα λέγαμε αλλά αυτοί αν θα τους απασχολούσες πώς να στο πω με δυο τρεις μπιστολιές από εδώ και από εκεί και να μπαίνανε στα σπίτια που να περνούσανε και να βρίσκανε δυο κότες ή να βρίσκανε μια προίκα γιατί ο ρουχισμός είχε μεγάλη πέραση, να τα πάρουνε, δεν τους ένοιαζε αυτοί αν θα βρίσκανε εμάς ή όχι, το πλιάτσικο πιο πολύ. Εγώ έτσι πιστεύω».
Φωτό από βιβλίο «Ευτυχία Μορίκη. Η ‟μάνα” της Καισαριανής» της Άννας Μπαλλή, εκδόσεις Μαραθιάς, 2008
Μάχη στην Καισαριανή (15-16 Ιούνη 1944)
Η Ευτυχία πήρε, φυσικά, μέρος και σε αυτή τη μάχη, όπως διηγείται: « ..Για τον Υμηττό μας είπανε τότε ότι προσέξτε, διότι θα έρθουνε κι από τον Υμηττό. Θα μας ζώσουνε από παντού. Οι μάχες ξεκινούσαν Ζωγράφου- Κουπόνια όλες οι άλλες, αυτοί ειδικά είχαμε την πληροφορία ότι θα μας κυκλώσουνε. Δεν πρέπει να φύγουμε προς το βουνό, γιατί κάναμε έξοδο προς το βουνό, δεν θα φύγουμε προς το βουνό, παρά θα φύγουμε μέσα στις γειτονιές. Και όταν λέω γειτονιές από τα τελευταία σπίτια της Καισαριανής και θα τραβήξομε Καισαριανή, Βύρωνα, Νέα Ελβετία, Ηλιούπολη προς τα κάτω, να χαθούμε στις ανατολικές γειτονιές και όχι στο βουνό στον Υμηττό σε καμία περίπτωση. Ο ΕΛΑΣ ήταν έτοιμος περίμενε την μάχη, προετοιμασμένοι, οι τραυματίες μας ταχτοποιημένοι οι άνθρωποι που έπρεπε να φύγουνε μέσα από την γειτονιά, να φύγουνε, τα στελέχη του κόμματος τα μεγάλα, ο παράνομος μηχανισμός όλος ταχτοποιημένος που τον είχανε, εγώ είχα ακούσει για Σιδέρη. Έμεινε μόνο η στρατιωτική ηγεσία της Καισαριανής. Ένα μέρος της πολιτοφυλακής με τον Τάσο τον Αρμένη, τον Γιώργη τον Σιδέρη ακόμη ήταν κι ο Λάμπης, αυτοί μείνανε, η πολιτοφυλακή, στο φούρνο του Πλάκαλη, εκ των υστέρων αυτό το έμαθα ότι ήταν κρυμμένοι έτοιμοι. Ο Αράπης ο Γιάννης, ο Ορέστης, ο Σιδέρης ο Γιώργος, ο Λεωνίδας.
Αυτοί μας χτύπησαν από του Ζωγράφου-Κουπόνια το ανοικτό αλλά είχαν ζώσει Παγκράτι, Βύρωνα όλο αυτό το γάμα, και ήρθανε ευθεία πάνω και από τον Υμηττό. Από τον Υμηττό, επειδή ακριβώς λέγαμε ότι οι δυνάμεις μας ήταν λιγότερες ίσως χτυπήσουνε από εκεί και δεν πρέπει να υποχωρήσουμε, τα είχαν όλα τα πόστα πιασμένα, ο αγώνας ήταν άνισος. Ίσως ήταν η πρώτη φορά που είχαν φέρει τόση μεγάλη δύναμη. Δεν ήταν μόνο Μπουραντάδες και Τσολιάδες, ήταν και Γερμανοί. Τα αυτοκίνητα είχαν σταθεί από κάτω, πως να σου που τους δρόμους, από το Παγκράτι πιάσε, έλα Άγιο Νικόλα πέρα ευθεία από εκεί, από Ιλίσια κάτω, Βύρωνα προς Ανάληψη.
Ήταν τα αυτοκίνητα των Μπουραντάδων και από πίσω οι Τσολιάδες αλλά οι Γερμανοί δεν ήταν τόσο κορόιδα όπως φαίνεται, σκοτωθείτε πρώτα εσείς και από πίσω είμαστε εμείς. Τους βάζανε πάντα μπροστά τους Τσολιάδες. Η μάχη ήταν πολύ άνιση και πολύ δύσκολη. Εμείς έπρεπε να υπολογίζομε πως θα πέφτει η κάθε σφαίρα μας και να ρίχνει όχι μια ζωή κάτω, δύο. Σπάσαμε τον κλοιό περάσαμε, κρατούσαμε εμείς για να υποχωρήσουν και τους είπαμε και στον Απόλλωνα ελάτε από εδώ έχουμε ανοίξει το κλοιό, ελάτε από εδώ και δεν ξέρω ούτε μπορώ να θυμηθώ αυτήν την σκηνή πως εκείνοι τράβηξαν προς το βουνό, απορώ δηλαδή για μένα έχει μείνει ανεξήγητο, αφού μπορώ να σου πω νομίζαμε ότι περάσανε γιατί πραγματικά ήμασταν οι εμπροσθοφυλακή και η οπισθοφυλακή, εμείς ανοίγαμε για να περάσουνε πάλι να υποχωρήσουνε όπου ήτανε. Και τραβήξαμε άλλοι από εδώ, άλλοι από εκεί κανονίσαμε και ανεβήκανε βάλανε φωτιά, είχε γίνει μεγάλο κακό».
Η μάχη με τα χωνιά της ΕΠΟΝ
«…Στη μάχη μέσα ακουγόντουσαν τα χωνιά, όλα, ήταν ο σπουδαίος ρόλος που έπαιξαν, ενώ γινόταν η μάχη, είχε υποχωρήσει ο ΕΛΑΣ, ακούγανε τα χωνιά και νομίζανε άλλα, Λαέ της Καισαριανής μην φοβάσαι, εδώ είμαστε, έβγαλε αμέσως η ΕΠΟΝ χωνιά, τους απειλούσαμε, μην σε νοιάζει, θα γίνει η Καισαριανή ο τάφος των Ταγματασφαλιτών, εδώ οι Γερμανοί δεν θα περάσουν μην σε νοιάζει λαέ της Καισαριανής. Οι κολώνες ψηλά τα χωνιά πρόχειρα εκείνη την ώρα ότι ήθελες μα τενεκέδες έβρισκες, μα με τα χέρια, μα με την φωνή, να εμψυχώσουμε και να κρατηθεί. Αυτό έσωσε και νομίζανε ότι υπάρχουν ακόμα δυνάμεις, κι ενώ ήταν οι πολιτικές οργανώσεις μέσα πια. Ελαφριά ήταν οι τραυματίες μας, γιατί θέλουν να πολεμήσουν και αυτό ξέρεις γιατί το κερδίσαμε, ξέραμε και πολεμούσαμε από γωνιά σε γωνιά, αυτοί δεν ξέρανε. Βγαίνανε μπουλούκι, δεν μπορούσαν να κάνουν μάχη με εμάς, και βγαίνανε στο ανοιχτό και τους έβλεπες μπουλούκι μέσα στο κεντρικό δρόμο, ενώ εμείς από γωνιά σε γωνιά, στις γωνίες, οι ταράτσες οι κολώνες ήτανε δικές μας. Από εδώ μπείτε από εκεί πηδήστε εκεί πάνε δεξιά αριστερά, τραβάτε κρυφτείτε, μας διηύθυνε και ο κόσμος τις μάχες, οι γυναίκες, μεγάλες γριές, παιδιά.
Μέσα σε μια βδομάδα ανασυγκροτήθηκε ο ΕΛΑΣ, ήμασταν πάλι στα πόστα μας και καλύτεροι τώρα. [..] Η γειτονιά πια για εκείνη την εποχή ήτανε τελείως ελεύθερη γειτονιά, δεν φοβόμασταν κατεβαίναμε μέχρι κάτω στο Παγκράτι, Φορμίωνος και φτάναμε πέρα στον Άγιο Νικόλα, Κουπόνια τραβάμε πέρα. Οι μονάδες, οι σύνδεσμοι λειτουργούσανε κανονικά επικοινωνούσαμε τι πληροφορίες έχουμε και φτάναμε μέχρι κάτω το Χίλτον τώρα που έχει γίνει, όταν βγαίνανε τα συνεργεία από το βράδυ, γραψίματος φτάναμε πλατεία Ρηγίλλης και γράφαμε στους τοίχους και στην πλατεία την ίδια, «Ζήτω ΕΛΑΣ, Ζήτω η ΕΠΟΝ, το ΚΚΕ» και όλα αυτά τα συνθήματά μας, «Λευτεριά, Ψωμί, Έξω οι κατακτητές».
Με την απελευθέρωση και κατά τα Δεκεμβριανά, ριμινίτες έφτασαν στην Καισιαριανή. Έγινε μάχη, η Ευτυχία έπιασε το μυδράλιο και άρχισε να ρίχνει. Τους ριμινίτες παρ’ όλο που είχαν όλμο μαζί τους, ο ΕΛΑΣ κατάφερε και τους έπιασε αιχμαλώτους.
Στις 3 Δεκεμβρίου 1944, στη μεγάλη διαδήλωση, η Ευτυχία ήταν εκεί. Ως γνωστό πυροβόλησαν στο πλήθος, οι Χίτες. Η Ευτυχία τραυματίστηκε ελαφρά, έσκυψε και μετέφερε έναν τραυματία προς την Ιπποκράτους. Τότε της ξανάριξαν και την τραυμάτισαν σοβαρά. Την έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο για να την μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Τα εγγλέζικα αεροπλάνα όμως τους πυροβολούσαν και η Ευτυχία προσπαθούσε μέσα από το αυτοκίνητο να τους ρίξει. Ακολούθησαν 33 ημέρες φωτιά και σίδερο.
Στο νοσοκομείο μόλις έμαθε πως η Καισαριανή πέφτει, τραυματισμένη, πήγε μέχρι εκεί. Τα τραύματά της όμως χειροτέρεψαν και την μετέφεραν στο πρόχειρο νοσοκομείο στον Υμηττό, στου Μαλτσινιώτη. Εκεί της πήραν το όπλο μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Η Ευτυχία έκλαψε, έκλαψε πολύ! Και δεν ήταν η μόνη.
27 Σεπτεμβρίου 1944. Παρέλαση του ΕΛΑΣ στην (ήδη απελευθερωμένη) Καισαριανή. Η Μορίκη ανάμεσα στους συναγωνιστές της Ορέστη Μπετζόλη (δεξια της) και Παναγιώτη Αρώνη (αριστερά της)
Ξεκινά η υποχώρηση.
Τραυματισμένη, με μόλυνση και πρησμένη έφτασε στα Τρίκαλα. Εκεί την περιποιήθηκε ο Πέτρος Κόκκαλης. «Έλα στην Σερβία, πρέπει να κάνεις επέμβαση, διαφορετικά κινδυνεύεις να μείνεις παράλυτη» της είπε.
Γύρισε, όμως, πίσω στην Αθήνα, αυτή και άλλοι πολλοί.
Κρυβόταν από σπίτι σε σπίτι. Υπήρχε φόβος, τρόμος. Με τα πολλά πήγε στην Χίο όπου ήρθε σε επαφή με την οργάνωσή της. Εκεί στη Χίο την συνέλαβαν με την κατηγορία ότι ήταν κομμουνίστρια και την μετέφεραν στην Αθήνα. Αφού πέρασε από πολλές φυλακές, μεταφέρθηκε στο τμήμα της Καισαριανής. Τρεισήμισι μήνες απομόνωση και απάνθρωπα βασανιστήρια. Βιασμοί, γροθιές στο στόμα για να μην τους δαγκώσει. 18 ετών έχασε τα δόντια της. Φάλαγγα, κάψιμο. Λιποθυμούσε και της έριχναν βρωμόνερα για να συνέλθει. Όταν λιποθυμούσε της έκαιγαν το στήθος για να διαπιστώσουν αν ήταν ψεύτικη η λιποθυμία. Τα σπίτια γύρω από το τμήμα ήταν χαμηλά, οι φωνές της ακούγονταν.
Το 1945 μεταφέρθηκε στις γυναικείες φυλακές της Θεμιστοκλέους. Συνολικά από αυτές τις φυλακές πέρασαν, περίπου, 5.000 γυναίκες. Στις φυλακές έμεινε μέχρι τις 5 Μάη 1947. Υπόδικη. Δικάστηκε για εγκλήματα που δεν είχε κάνει. Καταδικάστηκε «παρά μία τεσσαράκοντα εις θάνατον». Όμως, λόγω ηλικίας (ανήλικη) η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια. Την 1η Αυγούστου 1947 την μετέφεραν στις φυλακές Αβέρωφ. Το 1949 την μεταφέρουν από τις φυλακές που την είχαν στις φυλακές της Χαλκίδας για να δικαστεί εκ νέου και μετά ξανά πίσω.
Πολύ αργότερα, μετά και την εκτέλεση του Ν. Μπελογιάννη (1952) την μετέφεραν στις φυλακές της Πάτρας. Εκεί αρρώστησε βαριά. Μηνιγγίτιδα. Ξανά πίσω στην Αθήνα. Όταν μπήκε στο χειρουργείο δεν ζύγιζε ούτε 40 κιλά. Έμεινε στο νοσοκομείο ένα χρόνο. Μετά ξανά φυλακές Αβέρωφ. Εν τω μεταξύ είχαν δημιουργηθεί και οι φυλακές Κάστορος. Εκεί μετέφεραν τις Αθηναίες. Το 1955 αρρώστησε πάλι. Βαριά, με πυρετό. Την απολύσανε με ανήκεστο βλάβη για δυόμιση μήνες μέχρι την εγχείρηση. Μετά την επέμβαση νοσηλεύτηκε στο Δημοτικό Νοσοκομείο και από εκεί δραπέτευσε. Την έκρυψαν για λίγο. Μετά για κάποιο λόγο, ούσα άρρωστη, κοιμόταν έξω, σε ένα ρέμα. Με τα πολλά πάει να βρει τον πατέρα της και εκεί την συλλαμβάνουν, πίσω στις φυλακές, άρρωστη με πυρετό.
Ξανά έξω από τις φυλακές, για την επόμενη εγχείρηση. 1956, Ερυθρός Σταυρός. Όπως γράφει και η ίδια για την ανησυχία της για το που να πήγαινε αν το ξαναέσκαγε, «εκείνο τον καιρό ορισμένοι της ΕΔΑ δεν ήθελαν τους κομμουνιστές και μας έπαιξαν παιχνίδι για να έχουν εκείνοι νομιμότητα».
Παντρεύτηκε τον Τάσο το 1956, αλλάξανε όνομα και γειτονιά.
Όλοι νόμισαν πως είχε πεθάνει η Ευτυχία.
Είχε κάτσει 12 χρόνια στη φυλακή γιατί πολέμησε στην εθνική αντίσταση και για την κομμουνιστική ιδεολογία της.
Εφυγε από κοντά μας στις 23 Απρίλη του 2008.
Η Ευτυχία υπέστη, χωρίς να λυγίσει ούτε στιγμή, τα πάνδεινα από όσα επιφύλασσε για τους κομμουνιστές και τους αγωνιστές η μαύρη αντίδραση στηριγμένη στις εγγλέζικες και αμερικάνικες λόγχες. Η «Μάνα της Καισαριανής» έδινε πάντα το «παρών» με το ΚΚΕ στους αγώνες μέχρι το τέλος της ζωής της, προτρέποντας τους νέους: «Πάρτε από το χτες ό,τι καλό βρήκατε από μας, προσθέστε το δικό σας και τραβήξτε μπροστά για το καλύτερο».
Η δράση της σ' όλη της τη ζωή, στην Αντίσταση, πάντα με το ΚΚΕ μέχρι το τέλος της ζωής της, θα διδάσκει τους νέους αγωνιστές του λαού μας και πρώτα απ' όλους τους νέους κομμουνιστές. Αποτελεί ακριβή παρακαταθήκη.
ΠΗΓΕΣ:
α) Άννα Μπάλλη, «Ευτυχία Μορίκη: Η ‘μάνα’ της Καισαριανής», εκδόσεις Μαραθιά, Αθήνα 2008.
β) Κέντρο Μικρασιατικού Πολιτισμού Δήμου Καισαρινής.
Γ) Ριζοσπάστης
Υποστηρίξτε την σελίδα μας στο Facebook
κάνοντας "κλικ" στον παρακάτω σύνδεσμο, ευχαριστούμε.
Αν σας άρεσε το άρθρο, μπορείτε να το διαδώσετε
ή να το εκτυπώσετε (Εκτύπωση)
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ
Στείλτε ιδέες, προτάσεις, κριτικές για τον ιστότοπό μας.