Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookie από την Google για την παροχή των υπηρεσιών του και την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Κοινοποιούνται στην Google πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση αυτού του ιστοτόπου. Κάνοντας κλικ στην επιλογή Αποδοχή, δηλώνετε ότι συμφωνείτε με τη χρήση cookie.
Πολιτική cookie

Νίκος Μαραμπότας: ο ανήλικος επονοελασίτης που υπήρξε ο φόβος και ο τρόμος των Ταγμάτων Ασφαλείας, στις Ανατολικές Συνοικίες




Ο ΕΛΑΣ της Αθήνας αποτελούνταν από δυο δυνάμεις αδιάσπαστα δεμένες η μια με την άλλη.

Η πρώτη ήταν η ένοπλη δύναμη, που το μέγεθος της ήταν συνάρτηση του αριθμού των όπλων, που διέθετε ο ΕΛΑΣ της Αθήνας σε κάθε στιγμή του αγώνα. Ήταν τα βαφτισμένα από το λαό «φρουραρχεία» των συνοικιών μας.

Αυτό το κομμάτι του ΕΛΑΣ, όχι μόνο ήταν ενεργά μάχιμος στρατός, αλλά σε όλη τη διάρκεια του ένοπλου αγώνα, βρισκόταν σε συνεχή κινητοποίηση.
Μαχόταν, χωρίς διακοπή, σκληρά, με αντίπαλο που διέθετε 100πλάσιες δυνάμεις και που καθημερινά προσπαθούσε με επιθέσεις να τον εξοντώσει.
Από τις αρχές του 1944 μέχρι την απελευθέρωση και το Δεκέμβρη πολεμούσε καθημερινά.

Επομένως, δεν ήταν απλά μάχιμος στρατός, αλλά βρισκόταν διαρκώς και στην πρώτη γραμμή του μετώπου για την απελευθέρωση της πατρίδας.
Η δεύτερη δύναμη του ΕΛΑΣ της Αθήνας-Πειραιά ήταν ο εφεδρικός άοπλος ΕΛΑΣ, από τον οποίο αντλούσαν τα φρουραρχεία τις εφεδρείες τους, αναπλήρωναν αμέσως τις απώλειες και πλαισίωναν όλες τις βοηθητικές υπηρεσίες των φρουραρχείων.
Με αυτόν τον εφεδρικό ΕΛΑΣ συμπληρώθηκαν οι μονάδες μας το Δεκέμβρη, όταν αποσπάσαμε τα όπλα απ' τα αστυνομικά τμήματα, τις μονάδες Εθνοφυλακής, το Θησείο, τις γερμανικές αποθήκες κλπ.

Το IIΙο τάγμα του 2ου συντάγματος, της I ταξιαρχίας (Καισαριανή), σ' όλη τη διάρκεια της κατοχής πολέμησε χωρίς στρατιωτικό διοικητή. Είχε μόνο καπετάνιο. Αντιμετώπιζε σχεδόν καθημερινά τις δυνάμεις των γερμανών, των παπαγιώργηδων, μπουραντάδων και γερμανοτσολιάδων που είχαν αναλάβει να λυγίσουν το «Στάλινγκραντ» της Αθήνας, όπως έλεγε ο λαός, πούχε στηρίξει τις ελπίδες του πάνω στους γενναίους μαχητές του ΕΛΑΣ. Όμως και το τίμημα της Καισαριανής ήταν βαρύ σε αίμα. Έπεσαν σαν ήρωες τα πιο άξια παιδιά της.
( ΟΡΕΣΤΗ ΜΑΚΡΗ (ΓΙΑΝΝΗ) )

Ενας απ’ αυτούς ο Νίκος Μαραμπότας, ο Επονοελασίτης που υπήρξε ο φόβος και ο τρόμος των Γερμανών και των Ταγμάτων Ασφαλείας, στις Ανατολικές Συνοικίες, γεννήθηκε το 1927 στο σπίτι επί της Υφασίου 32 και Εθνικής Αντιστάσεως (τότε Δουνάβεως) και εκτελέστηκε στην Κεφαλονιά στις 19 Μάη του 1949.

Το 1941, τον χειμώνα της μεγάλης πείνας που ρήμαξε τον λαό της Ελλάδας, (οι γερμανοί, μαζί με τους συμμάχους τους κατακτητές, πήραν όλα τα τρόφιμα για την τροφοδοσία του στρατού τους), μα περισσότερο τα αστικά κέντρα, ανάγκασε την οικογένεια του Μαραμπότα να φύγει από τα Κουπόνια και να καταφύγει σε ένα μεγάλο αγρόκτημα στην Κολοκυνθού, στο Κτήμα Λεμπέση, όπου η μάνα εργαζόταν μαγείρισσα. (Η πείνα αφορούσε μόνο τον φτωχό λαό). (1)

Με την ΕΛΑΣίτικη στολή



Ο Νίκος, περήφανος και ατίθασος, δεν μπόρεσε να αντέξει τον υπηρετικό ρόλο και στα 14 του χρόνια έφυγε μόνος απ’ το κτήμα για να επιστρέψει στα Κουπόνια. Στην Καισαριανή μόλις είχαν εμφανιστεί δυνάμεις του ΕΑΜ με τις οποίες έρχεται σε επαφή. Εντάσσεται, αμέσως, στον ΕΛΑΣ και από τότε, απ’ τα 14 χρόνια του, αφιερώνεται στον αγώνα και στην υπεράσπιση του δοκιμαζόμενου λαού.

Ο μικρόσωμος αλλά γεροδεμένος Μαραμπότας, ατρόμητος, παράτολμος, ασταμάτητος πήρε μέρος σε όλες τις μάχες που έδωσε ο ΕΛΑΣ στις Ανατολικές συνοικίες. Ενθουσιώδης, περήφανος και χωρίς να υπολογίζει τους κινδύνους και την ίδια του τη ζωή ακόμα, δεν χρησιμοποίησε ποτέ ψευδώνυμο, κωδική ονομασία, και μάλιστα μετά από κάθε επίθεση, κάθε μάχη, βροντοφώναζε το όνομά του, ανελέητος απέναντι στους Γερμανούς κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες του.
Γρήγορα ο 15χρονος Νίκος Μαραμπότας, και μέχρι τα 18 του που τον συνέλαβαν, πέρασε στο χώρο του θρύλου, έγινε ο φόβος και ο τρόμος Γερμανών και Ταγματασφαλιτών. Οι συναγωνιστές του ήξεραν καλά ποιος ήταν. Για τους εχθρούς του και τους εχθρούς του λαού της συνοικίας, μια και ήταν το μόνο αναγνωρίσιμο όνομα, ήταν «ο κομμουνιστής με το όπλο στο χέρι που σκότωνε όποιον βρισκόταν μπροστά του», ήταν ο εκτελεστής όλων των φόνων που έγιναν, ακόμα και για εκείνους που δεν έγιναν, ανεξάρτητα από την παρουσία του ή όχι στα συμβάντα. Μέχρι που στη δίκη του, η οποία οδήγησε στην καταδίκη του σε θάνατο και εκτέλεση, «μάρτυρες» κατέθεσαν ότι ο 15χρονος Μαραμπότας ήταν ο… αρχηγός της ΟΠΛΑ στου Ζωγράφου…

Στις 25 Μάρτη του 1944, συνεργεία της ΕΠΟΝ κάνουν έρανο στις συνοικίες του Ζωγράφου. Ενα συνεργείο φτάνει στα Ιλίσια, στη διασταύρωση της οδού Παπαδιαμαντοπούλου με την οδό Ξενίας και την οδό Μικράς Ασίας. Το συνεργείο αποτελείται από τρεις νεολαίους ΕΠΟΝίτες, από τα Κουπόνια (σημερινά Ανω Ιλίσια) και το συνόδευαν διακριτικά δυο ΕΛΑΣίτες.
Ξαφνικά ο παρευρισκόμενος αξιωματικός των Ταγμάτων Ασφαλείας, λοχαγός Κωνσταντίνος Μανωλάκος, τομεάρχης της «Χ» Αμπελοκήπων, φορώντας πολιτικά βγάζει το πιστόλι του, ακινητοποιεί τους τρεις ΕΠΟΝίτες και αρχίζει να τους ρωτά ποιοι είναι, τι κάνουν εκεί ζητώντας τις ταυτότητές τους. Ο ένας ΕΛΑΣίτης, που είχε την ευθύνη για την ασφάλεια της ομάδας, αποφασίζει να παρέμβει δυναμικά και πυροβολώντας σκότωσε τον ταγματασφαλίτη. Η ομάδα σκόρπισε αμέσως και γύρισε στα Ιλίσια μέσα από το ρέμα στο ύψος της Γέφυρας. Η αντίδραση των Γερμανών και των ντόπιων συνεργατών τους ήταν λυσσαλέα, με τον αρχηγό των Ταγμάτων Ασφαλείας να ανακοινώνει ως αντίποινα «τον απαγχονισμόν εις τον τόπον του εγκλήματος... ιθυνόντων κομμουνιστών». Την αυγή της 5ης Απρίλη 1944, στην ίδια πλατεία, οι Γερμανοί υλοποίησαν τα «αντίποινα» κρεμώντας πέντε κομμουνιστές που είχαν συλληφθεί πριν από μερικές βδομάδες σε μπλόκο, στο Νοσοκομείο Συγγρού, ως μέλη του Κομματικού Γραφείου του νοσοκομείου.

Στο χώρο του απαγχονισμού, είχε τοποθετηθεί ένας λόχος γερμανοτσολιάδων - φρουρών που δεν επέτρεπαν στον κόσμο να τους ξεκρεμάσει για να τους κηδέψει, μαζί με μια ομάδα τοποθετημένη στο ύψωμα του Αγίου Γερασίμου. Σε δυο δέντρα, στην ίδια πλατεία, είχαν κρεμάσει δυο άδειες αγχόνες με πινακίδες πάνω στις οποίες έγραφαν: «Γιώργος Σιδέρης - τον περιμένει κρεμάλα», «Θανάσης Νικολαΐδης - τον περιμένει κρεμάλα». Οι δυο τελευταίοι είχαν καταφέρει να ξεφύγουν από το μπλόκο του Νοσοκομείου Συγγρού και έτσι δεν μπόρεσαν να τους πιάσουν. Για πρώτη φορά στην Αθήνα στήθηκαν κρεμάλες. Οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους πίστευαν ότι με αυτό τον τρόπο θα τρομοκρατούσαν τον αθηναϊκό λαό, θα έσπαγαν το αγωνιστικό του φρόνημα. Οι γερμανοτσολιάδες ήταν σκορπισμένοι μπουλούκια - μπουλούκια στα γύρω πεζοδρόμια, ενώ οι αξιωματικοί τους προκλητικά έπιναν τον καφέ τους σε ένα τραπεζάκι καφενείου, κάτω από τα πτώματα των κρεμασμένων κομμουνιστών.

Η πρώτη μάχη του ΕΛΑΣ της Αθήνας, μάχη για τους πέντε κρεμασμένους

Μετά από έκτακτη σύσκεψη, το 3ο Τάγμα του ΕΛΑΣ αποφασίζει να μην αφήσει αναπάντητη τη δολοφονική πρόκληση και να χτυπήσει αιφνιδιάζοντας τους ταγματασφαλίτες, αρκετοί από τους οποίους πανικοβλήθηκαν και πηδούσαν στο ρέμα του Ιλισού (σήμερα λεωφόρος Μιχαλακοπούλου). Αμέσως μετά το αιφνιδιαστικό χτύπημα του ΕΛΑΣ, άρχισαν να καταφθάνουν ενισχύσεις με αυτοκίνητα γεμάτα με άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας και Γερμανούς, οι οποίοι ξεκίνησαν σφοδρή αντεπίθεση προς το Αλσος Κουπονίων - Συγγρού, με κατεύθυνση την Καισαριανή. Αυτή ήταν η πρώτη μάχη σε παράταξη του ΕΛΑΣ της Αθήνας, που έληξε με την αποχώρηση των γερμανοτσολιάδων, οι οποίοι δεν μπόρεσαν, παρά τις προσπάθειές τους, να μπουν στην Καισαριανή.

Ο Νίκος πρώτος από δεξιά στις φυλακές Αβέρωφ



Σ΄ αυτή τη μάχη πήρε μέρος και ο Νίκος σαν διμοιρίτης της ομάδας του Ζωγράφου, (ΙΙΙο τάγματος (Καισαριανής — Ζωγράφου — Κουπονίων), μαζί με τους Κώστα Καραβίδα, Νίκο Βασάλο, Αγγελο Ευαγγελάτο, Χρήστο Γιαννόπουλο, Γεράσιμο Μολφέτα και έναν ακόμα.

Για την υπόθεση της εκτέλεσης του Μανωλάκου, μια από τις επτά υποθέσεις για τις οποίες κατηγορήθηκε, δικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Πειραιά τον Ιούνη του 47, και καταδικάστηκε σε θάνατο. Αν και οι μάρτυρες κατηγορίας τον παρουσίαζαν εν χορώ ως αρχηγό της ΟΠΛΑ, ο Μαραµπότας δεν υπήρξε ποτέ κάτι παραπάνω από απλός ΕΛΑΣίτης.

Οι κατακτητές, με υπόδειξη των γερμανοτσολιάδων, αποφάσισαν να εγκαταστήσουν το βράδυ της 18ης του Απρίλη του 1944 ένα λόχο των Ταγμάτων Ασφαλείας και μια δύναμη της Ειδικής Ασφάλειας στο σχολείο του Βενιζέλου (στη λεωφόρο της Καισαριανής, απέναντι από το γυμναστήριο της «Νήαρ Ηστ»), το οποίο ήταν άδειο από τον Φλεβάρη του 1944 που αποσύρθηκαν οι Γερμανοί.

Η πληροφορία αυτή έφτασε στον ΕΛΑΣ στην Καισαριανή τη Δευτέρα 17 Απρίλη του 1944.
Αργότερα την επιβεβαίωσε και ο διορισμένος Δήμαρχος Καισαριανής, Θεμιστοκλής Καρακάσης, που έστειλε το παρακάτω μήνυμα: «Την Κυριακή θα έρθουν και θα εγκατασταθούν στο σχολειό του Βενιζέλου δύο τάγματα ή δύο λόχοι!!! τσολιάδων. Όσα έχετε κάνει μέχρι τώρα σας χαρίζονται. Από ‘δω και πέρα όμως οι ένοπλες εμφανίσεις, οι περιπολίες, τα χωνιά, τα γραψίματα στους τοίχους κ.λπ. θα τιμωρούνται με θάνατο επί τόπου».

Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος, καθώς ο στρατωνισμός των γερμανοτσολιάδων στην καρδιά της Καισαριανής θα ήταν καίριο πλήγμα όχι μόνο για την αντιστασιακή Καισαριανή, αλλά και για τις υπόλοιπες συνοικίες της Ανατολικής Αθήνας.

Τη σοβαρότητα της εξέλιξης αυτής δίνει και ο Ορέστης Μακρής: «Αν πράγματι κατόρθωναν να εγκαταστήσουν αυτές τις δυνάμεις στο σχολείο μόνιμα, τότε θα ήταν πλέον αδύνατο να αναπτυχθεί ένοπλος και μαζικός αγώνας στη συνοικία. Με την πρώτη επίθεση των εχθρικών δυνάμεων μέσα κι έξω από την Καισαριανή, θα παρέλυε κάθε αντίστασή μας».
Η πληροφορία διαδίδεται στην Καισαριανή και τα χωνιά καλούν τον κόσμο να ξεσηκωθεί. Σε λίγες ώρες οργανώνεται μεγάλη διαδήλωση μπροστά στο αστυνομικό τμήμα, στην είσοδο της Καισαριανής. Ο λαός της συνοικίας διαμαρτύρεται, δεν θέλει τους γερμανοτσολιάδες στην περιοχή του και εκδηλώνει την απόφασή του να τους εμποδίσει.
Οι αποφάσεις όμως έχουν ληφθεί. Το απόγευμα της 18ης Απριλίου ήρθε ένα αυτοκίνητο με γερμανούς αξιωματικούς και δυο «έλληνες» (αξιωματικούς επίσης), μπήκαν στο σχολείο κι έκαναν ένα είδος ανίχνευσης για τη δυνατότητα πραγματοποίησης του σχεδίου τους. Τα χωνιά γύρω από το σχολείο, χαλούσαν τον κόσμο απ’ τα συνθήματα. Οι γερμανοί μπήκαν πάλι στο αυτοκίνητο κι έφυγαν.

Ο ΕΛΑΣ, συνεπώς, έπρεπε να αντιδράσει άμεσα. Σε σύσκεψη προτάθηκε η ανατίναξη του σχολείου. Εξαιρετικά οδυνηρό γεγονός για ένα ιστορικό κτίριο, αλλά κρίθηκε ως αναγκαίο κακό. Επιλέγεται μια ομάδα από ΕΛΑΣίτες η οποία ανέλαβε την επιχείρηση, ώστε να ακυρώσουν στην πράξη τον σχεδιασμό των Γερμανών και των συνεργατών τους.
Το επιχειρησιακό κέντρο και το ορμητήριο ήταν πάντα το καφενείο του Κιορπέ, όπου άτυπα ήταν ο σταθμός διοίκησης του ΙΙΙ Τάγματος του ΕΛΑΣ. Στην ομάδα των ΕΛΑΣιτών μετείχαν οι Σπύρος Μήλας, Στέλιος Διαμαντόπουλος, Νίκος Μαραμπότας και Βαγγέλης Κουρμούλης, που περιγράφει και το γεγονός. Ο φοιτητής Ντέρης μαζί με την Ξένη Βαρδάκη περιφρουρούν την επιχείρηση απ’ έξω.

Στις 11 τη νύχτα πήγαν στο σχολείο. Ενημέρωσαν τον επιστάτη, ο οποίος δεν έφερε καμία αντίρρηση ή αντίσταση, τον απομάκρυναν και τοποθέτησαν τον δυναμίτη κάτω από τη σκάλα που ενώνει το ισόγειο με το πρώτο πάτωμα. Στις δώδεκα η ώρα ακριβώς βάλανε φωτιά στο φυτίλι. Ο κρότος της έκρηξης, που πολλαπλασιαζόταν από το γεγονός πως το σχολείο ήταν άδειο, ήταν μεγάλος. Ακούστηκε ως κάτω στην Αθήνα. Μισογκρεμίστηκε η σκάλα και όλα τα τζάμια του σχολείου έγιναν θρύψαλα.

Οι ταγματασφαλίτες και ο Πλυτζανόπουλος πληροφορήθηκαν την έκρηξη αμέσως. Ο φόβος ότι ο ΕΛΑΣ είχε υπονομεύσει με εκρηκτικά ολόκληρο το σχολείο, τους οδήγησε να ματαιώσουν τα σχέδιά τους για εγκατάσταση λόχου των Ταγμάτων Ασφαλείας, εκείνη τη νύχτα, στην καρδιά της Καισαριανής. Το σχέδιο τους ματαιώθηκε στη γέννηση του.

Ετσι ξεπέρασε η Καισαριανή το πιο θανάσιμο κίνδυνο που αντιμετώπισε σ’ όλη τη διάρκεια των αγώνων της κατοχής και που θα είχε, αν πετύχαιναν οι εχθροί, σοβαρό αντίχτυπο σ’ ολόκληρο τον ένοπλο και μαζικό αγώνα της Αθήνας. Η Καισαριανή βρισκόταν τότε στην πρωτοπορία κι έδινε τον τόνο και τον παλμό στον αγώνα για τη λευτεριά στη μαχόμενη Αθήνα.

Ο Νίκος τρίτος από αριστερά στις φυλακές Αβέρωφ



Τρεις μέρες αργότερα, 21 Απρίλη 1944 το μεσημέρι, με μια ομάδα του 3 λόχου (Ζωγράφου) μαζί με τον Κ. Καραβίδα και τον Ν. Βασάλο μπαίνουν πρώτοι στη μάχη αντιμέτωποι με την πρώτη ισχυρή επίθεση των Γερμανών και των γερμανοτσολιάδων στην ηρωική Καισαριανή.

Στις 10 Ιούνη 1944, μετά από αρκετές μέρες ερευνών του ΙΙΙου τάγματος του ΕΛΑΣ (Καισαριανής – Ζωγράφου – Κουπονιών) για να βρεθεί η σφηκοφωλιά της ΟΕΔΕ στα Κουπόνια (Η χιτλερική ΟΕΔΕ (Οργάνωση Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδος) ιδρύθηκε το 1942 και είχε αρχηγό τον Γεώργιο Παντέλογλου που ήταν και μέλος της οργάνωσης ΕΣΠΟ. Αυτός κατάφερε να αυξήσει τον αριθμό μελών της ΟΕΔΕ και η οργάνωση λειτούργησε μέχρι τη μέρα που οι Γερμανοί κατακτητές έφυγαν από την Ελλάδα.), που τα μέλη της, αποθρασυσμένα, κάνουν επιδρομές, συλλαμβάνουν ΕΑΜίτες και άγρια ξυλοκοπημένους, τους παραδίνουν στον υπαστυνόμο Βασίλη Σακελλαρίου (Διοικητής του παραρτήματος «Γενικής Ασφάλειας» στο αστυνομικό τμήμα Ζωγράφου) κι αυτός στη συνέχεια στους μπουραντάδες. Μια περίπολος του ΕΛΑΣ, με επικεφαλής τον διμοιρίτη Νίκο Μαραμπότα, πέφτουν πάνω σε τρεις ύποπτους άγνωστους άνδρες που κυκλοφορούσαν, δήθεν άσκοπα, στους δρόμους των Κουπονιών. Μόλις αρχίζουν να τους πλησιάζουν οι ΕΛΑΣίτες, οι τρεις άνδρες το βάζουν στα πόδια. Οι δυο μπαίνουν σε ένα μπακάλικο, διώχνουν τον μπακάλη κι αμύνονται με τα πιστόλια τους περιμένοντας ενισχύσεις.

Ο διμοιρίτης Μαραμπότας βλέπει ότι είναι δύσκολο να τους εξουδετερώσει χωρίς απώλειες, διατάσσει τους υπόλοιπους της περιπόλου να τους απασχολούν με πυρά, από την πρόσοψη του μπακάλικου, αυτός βρίσκει μια σκαλίτσα ξύλινη και ανεβαίνει στο φεγγίτη στο πίσω μέρος του μαγαζιού, σπάει το τζάμι και ρίχνει μια χειροβομβίδα «μιλς» μέσα. Και οι δυο ΟΕΔίτες πέφτουν νεκροί.

Ο τρίτος ΟΕΔίτης παραδόθηκε στην ΕΛΑΣίτικη περίπολο και πρόθυμα έδωσε την διεύθυνση της μονοκατοικίας που στεγαζόταν το κρυφό αρχηγείο της ΟΕΔΕ στα Κουπόνια (Αβύδου και Ισσού – σήμερα Ούλωφ Πάλμε) και αποκάλυψε ότι οι ταγματασφαλίτες προετοίμαζαν μεγάλη επίθεση στην Καισαριανή στις 15 Ιούνη 1944.
Το αρχηγείο της ΟΕΔΕ στα Κουπόνια χτυπήθηκε από τον ΕΛΑΣ στις 13 Ιούνη και από τότε δεν χρησιμοποιήθηκε ξανά.

Η μεγάλη επίθεση στην Καισαριανή στις 15 Ιούνη αποκρούστηκε με επιτυχία. Χάρη στην πληροφορία του αιχμαλωτισμένου ΟΕΔίτη ο ΕΛΑΣ είχε προετοιμαστεί όσο καλύτερα γινόταν.
Στη μάχη, στην Καισαριανή, ο Νίκος τραυματίστηκε στο κεφάλι και μια σφαίρα τον βρήκε στον ώμο και του αχρήστευε το αριστερό χέρι. Δεν τον σταμάτησαν τα τραύματα και συνέχισε να πολεμά τραυματισμένος και με παράλυτο χέρι.

Ο Δεκέμβρης του 1944

Ακολούθησε ο Δεκέμβρης του 1944. Κι εδώ ο Νίκος παρών. Στις 18 Δεκέμβρη, επικεφαλής πλέον του 3ου λόχου του ΕΛΑΣ Ζωγράφου, γράφει η Κατερίνα Μπαλκούρα στο βιβλίο της «Μέρες Κατοχής στην Αθήνα», ο Νίκος Μαραμπότας βρίσκεται ακάλυπτος σε μια πάροδο της Ισσού (σημερινή Ούλωφ Πάλμε) και βλέπει τα βρετανικά Sherman να ανεβαίνουν προς Ζωγράφου και Κουπόνια. Προσπαθεί, από το παράθυρο του διώροφου σπιτιού που βρισκόταν, πυροβολώντας να ακινητοποιήσει το τανκ που έριχνε όλμους προς το σπίτι. Ολοι πιστεύουν ότι ο Νίκος έχει σκοτωθεί. Εκείνος όμως βγαίνει μέσα από τα συντρίμμια και τους καπνούς και χωρίς να προλάβει να το σκεφτεί, κρίνοντας προφανώς εκείνη τη στιγμή ότι πρέπει να σώσει τη συνοικία του, νιώθει ότι μπορεί να το κάνει, «από την παλικαριά και την παλαβομάρα που τον έδερναν» (μαρτυρία Μάνου Ιωαννίδη. Πρότυπο Τάγμα ΕΛΑΣ Καισαριανής) και αναλαμβάνει μόνος του το ρόλο του υπερασπιστή όλης της συνοικίας μπροστά σ’ ένα τάνκ που μπορούσε να τον κάνει κομμάτια. Βγαίνει σε μια πάροδο της λεωφόρου με το αυτόματο στο χέρι, προτάσσει το στήθος του, ανοίγει τα χέρια του όσο μπορούσε και φωνάζει δυνατά «Εδώ Μαραμπότας ρεεε» κι αρχίζει να πυροβολεί προς το τανκ.

Ο Νίκος Μαραμπότας, ήδη τραυματισμένος άσχημα από σφαίρα που τον χτύπησε στον ώμο στη μάχη της Καισαριανής και το ένα του χέρι ήταν παράλυτο, πυροβολούσε με το άλλο χέρι. Δυο ΕΛΑΣίτες έριξαν καπνογόνες χειροβομβίδες για να τον καλύψουν και εκείνος πέρασε το οπλοπολυβόλο από την άλλη πλευρά του δρόμου, το στερέωσε στις τρύπες της τσιμεντένιας κολώνας του ηλεκτρικού και συνέχιζε να τους πυροβολεί… μόνος του. Ο Μάνος Ιωαννίδης αναφέρει χαρακτηριστικά «θα πρέπει να εκτίμησαν την παλικαριά αυτού του τρελού που με μια μόνη ριπή θα μπορούσαν να τον εξαϋλώσουν. Αλλιώς δεν εξηγείται γιατί έκαναν πίσω και χάθηκαν προς τον Αη Γιάννη».

Στο τέλος του Δεκέμβρη ακολουθεί τα τμήματα του ΕΛΑΣ, που υποχωρούν πλέον, για το βουνό. Στο δρόμο ένας από αυτούς που προχωρούσαν με τους υπόλοιπους ΕΛΑΣίτες, (σίγουρα στημένος), τον «πληροφορεί» ότι έχουν πιάσει και έχουν σκοτώσει τους γονείς του. Αναστατώνεται ο Νίκος και αποφασίζει να γυρίσει πίσω να μάθει τι έχει συμβεί. Δεν επισκέπτεται τα Κουπόνια, γιατί είναι από τους πλέον καταζητούμενους. Με πολλές προφυλάξεις από τον Κηφισό φτάνει στην Νέα Ιωνία, στο Κωνσταντοπούλειο Νοσοκομείο (Αγία Ολγα) όπου υπηρετούσε ως εθελόντρια νοσοκόμα η αδελφή του Ελένη. Εκείνη τον διαβεβαιώνει ότι κανείς δεν έχει αγγίξει τους γονείς τους.

Αφού βεβαιώνεται ότι οι δικοί του ζουν, προσπαθεί να βρει τρόπο να ξαναφύγει με ασφάλεια για το βουνό. Είναι όμως πια αργά. Τέλος του Γενάρη αρχές του Φλεβάρη του 1945, με τη βοήθεια των χαφιέδων της η Ασφάλεια εντοπίζει και συλλαμβάνει ένα από τα σύμβολα του ηρωικού αγώνα των Ανατολικών Συνοικιών ενάντια στους φασίστες κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες του, τον Νίκο Μαραμπότα, σε ηλικία 18 ετών

Δικογραφία Μαραμπότα



Οδηγήθηκε στις Φυλακές Κηφισιάς από εκεί στην Αίγινα και μετά στις φυλακές Αβέρωφ όπου παρέμεινε μέχρι να ενηλικιωθεί.
Σε ηλικία 20 ετών, στις 3 Ιούνη 1947 οδηγείται στο Κακουργοδικείο του Πειραιά, μαζί με άλλους 9 Ζωγραφιώτες αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, κατηγορούμενος για επτά φόνους και 2 απόπειρες φόνων.

Το δικαστήριο καταδίκασε σε θάνατο τον Μαραμπότα, ακόμα και για την εκτέλεση του ταγματασφαλίτη λοχαγού Κ. Μανωλάκου, παρά το γεγονός ότι η χήρα του, αυτόπτης μάρτυρας, δήλωσε στο δικαστήριο ότι δεν αναγνώρισε κανένα από τους δράστες στα πρόσωπα των κατηγορουμένων.
(Από τα Πρακτικά της Δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου της 3ης και 4ης Ιουνίου 1947, σελ. 11, όπου η χήρα του Κ. Μανωλάκου δηλώνει ένορκα ότι δεν αναγνωρίζει τον Νίκο Μαραμπότα και τους άλλους κατηγορούμενους ως παρόντες κατά την εκτέλεση του συζύγου της)

Σε κάποιο επισκεπτήριο στις φυλακές όπου κρατούνταν ο Νίκος, η μάνα του συγκινημένη τον πιάνει και τον ρωτά:
«Παιδάκι μου γιατί τα παίρνεις όλα αυτά πάνω σου. Τα ’κανες εσύ όλα αυτά;»
— «Όχι μάνα, δεν τα ’κανα όλα»,
— «Γιατί τότε τα παίρνεις όλα πάνω σου;» και γυρίζει και της λέει
— «Τι θέλεις ρε μάνα. Να κλάψουν κι άλλες μανούλες;»


Από τις φυλακές Αβέρωφ τον στέλνουν στις φυλακές-κολαστήριο της Κέρκυρας όπου κρατούνται οι μελλοθάνατοι προκειμένου να εκτελεστούν στο Λαζαρέτο.

Ο Νίκος Μαραμπότας δεξιά, με συγκρατούμενούς του στις φυλακές Αβέρωφ 5/5/1946 Από την Ε΄ Ακτίνα της Κέρκυρας στέλνει γράμματα και σταθερά ζητάει δυο πράγματα:
1) Να του γράφουν γιατί το γράμμα είναι η μόνη του παρηγοριά για έναν μελλοθάνατο, και
2) να του στέλνουν τσιγάρα …«η μόνη συντροφιά που καίγεται μαζί σου».
Ο Νίκος δεν κάπνιζε, ζητούσε τσιγάρα για να τα μοιράζει στους άλλους…

Σε μια συζήτηση που είχαν οι μελλοθάνατοι σχετικά με τις ανησυχίες τους για τη ζωή και το θάνατο, για τις απόψεις τους, τα παράπονά τους και τις τελευταίες τους επιθυμίες, όπως θυμάται και καταγράφει ο Σταμάτης Σκούρτης στο βιβλίο του «Ωσπου να ξημερώσει», ο Νίκος Μαραμπότας λέει:
«– Εγώ παιδιά να σας πω. Όπως θάχει χωνέψει το κυβούρι μου, θέλω να βγάλει πλούσιο γρασίδι, και νάρχονται οι νέοι να κάνουν έρωτα και να ακούω το λαχάνιασμά τους, και συνεχίζει με παράπονο, θα πάω σαν το μουλάρι με το σπόρο μου, δεν πλάγιασα με γυναίκα ακόμα. Δεν το χάιδεψα, δεν το φίλησα αμ ούτε πως είναι ξέρω. Αυτό ο καημός θα με φάει που δεν χάρηκα κι εγώ την αντρειά μου. Μόνο στον ύπνο μου βλέπω κάτι τέτοιο με πρόσωπα, ντρέπομαι και να το λέω, και ξυπνάω βλαστημώντας που δεν κρατάει πολύ παρά μια στιγμή μονάχα.
–Σώπα Νίκο μου και δεν είσαι ο μόνος.
–Γι’ αυτό που λέτε πολλές φορές σκέπτομαι σαν με ρωτήσουν ποια είναι η τελευταία σου επιθυμία θα πω ΓΥΝΑΙΚΑ»
.

Στη Κέρκυρα ο κόσμος ξεσηκώνεται και αρχίζει να διαμαρτύρεται για τις άθλιες συνθήκες που επικρατούν στις Φυλακές και τις συνεχείς εκτελέσεις στο Λαζαρέτο. Οι εκτελέσεις στο Λαζαρέτο προς στιγμή ακυρώνονται και οι προς εκτέλεση μεταφέρονται στην Κεφαλονιά.

Στις 26 Απρίλη 1949 ο αρχιφύλακας Τζόρας με ένα χαρτάκι στο χέρι φωνάζει τον Μαραμπότα, τον Αία, και τον Γιάννη Δημητράκη από μια άλλη Αχτίδα. Ο Μαραμπότας έπαιζε βόλεϊ εκείνη τη στιγμή. Ο Γιάννη Ντουμένης στα «Αφηγήματα της Εθνικής Αντίστασης» καταγράφει:
«…Σταματάει το βόλεϊ και πάει στα κάγκελα που ήταν ο αρχιφύλακας με κάνα δυο φύλακες και στο μέσα μέρος κρατούμενοι. Και ο αρχιφύλακας του λέει: Νικολάκη εσύ ο Αίας και ο Δημητράκης είσαστε για μεταγωγή. Τον κοιτάει στα μάτια ο Νίκος και του λέει, Είμαστε για μεταγωγή ή για… και του κάνει με το δάχτυλο το σχήμα της σκανδάλης. Α!… τι λες Νικολάκη, σε βεβαιώνω γνήσια μεταγωγή απαντάει ο αρχιφύλακας. Και ο Νίκος του απαντάει «Δεν αφήνεις τα κόλπα κ. αρχιφύλακα που φοβάσαι να μας πεις πως πάμε για εκτέλεση και μας λες γνήσια μεταγωγή και τα τέτοια. Θα τελειώσω το βόλεϊ και θα τοιμαστώ. Κάνει μεταβολή και πάει και τελειώνει το παιχνίδι.

Τελείωσε το παιχνίδι λες και δεν συνέβαινε τίποτα. Αρκετοί συναγωνιστές του και φίλοι του, του έλεγαν: «Ισως Νίκο είναι μεταγωγή», όμως ο Νίκος, ο αξέχαστος ΕΠΟΝίτης δεν πίστευε τίποτα, ήτανε σίγουρος ότι πάει για εκτέλεση.»


Φεύγοντας από την Κέρκυρα για την Κεφαλονιά, σταματούν για λίγο στο Μεταγωγών Πατρών από όπου στέλνει το τελευταίο γράμμα στην οικογένειά του:

«Σεβαστή μου μανούλα πατερούλη μου και αγαπημένα μου αδέρφοια για σας. Αυτήν την στιγμήν που σας γράφω βρίσκομαι εις το μεταγογώ τον Πατρών και με μεγάλη μου λοίπη σας γράφω ότι προωρίζομαι για τις φυλακές τις Κεφαλωνιάς όπου εκεί θα με εκτελέσουν, γι’ αυτό και το γράμμα μου αυτό είναι και το τελευταίον.

Μητερούλα Πατέρα και αδέρφια μου δεν θέλω να στεναχωρεθήται περισσότερο απ’ ότι θα στεναχωρεθήται με το διάβασμα του γράμματος. Να ήσασται οιπερίβανοι που πεύτω για την υπόθεση του Λαού. Να είσαι υπερίφανη μητέρα που έβγαλες ένα τέτοιο λεβέντη ένα τέτοιο αγωνιστή που και μικρός που είμαι αλλά με καρδιά μεγάλη θα αντικρίσω το εκτελεστικό απόσπασμα με το μέτωπο ψηλά και το τραγούδι στο στόμα γιατί μόνον έτσι το αντικρίζουν η άνθρωποι που ξέρουν να ζήσουν αλλά και να πεθάνουν. Αυτά δεν σας τα γράφω για να σας παριγωγίσω ή για να λιγοστέψω τον πόνο σας. Σας τα γράφω για να νοιώσεται μέσα στην καρδιά σας και στο μυαλό σας μια για πάντα ότι για τον αγώνα που θα πέσω εγώ έχουν πέσει χιλιάδες και πέσαν διότι είναι δύκαιως, που κάποια μέρα θα γραπτεί με χρυσές σελίδες και όσοι ζουν θα διαβάσουν τα έργα μας της πράξεις μας την αυτοθυσία μας και την παληκαριά μας.

Μητέρα Πατέρα και αδέρφια όταν ήμουν μικρός πολλές φορές σας επίκρανα αλλά πάντοτε από παιδική αφέλια γι’ αυτό σας ζητώ να με συνχωρέσεται σε ότι σας πίκρανα και πιστέβω νξα με συνχωρέσεται μια που φεύγω απ’ αυτό τον κόσμο που για μένα ήταν όλο βάσανα στερίσεις στεναχώριες κακίες και μίση. Και θα πάω στον άλλο κόσμο που δεν υπάρχουν όλα αυτά.

Από εσάς που μένεται πίσω προσωρινά μια και δεν θα ζήσεται αιώνια σας αφήνω τις παρακάτω παραγκελίες.
1.με κανένα τρόπω να μην μαυροφωρέσεται και στο φτωχικό σας να βασειλέψη η χαρά η αγάπη και η ευτυχία.
2.Να καταβάλεται όλες σας τις οικονομικές δυνάμεις για να σπουδάσεται τον μικρό αδερφό τον Στέλειο για να γίνει μια μέρα ένας επιστήμονας χρίσημος για την κοινωνία και το λαό και…
3.ύστερα από όσα σας γράφω εάν βρίσκεται δίκαιο τον αγώνα μου να τον συνεχίσεται και σις.
4.Το γράμμα μου αυτό να το διαβάσουν όλοι οι συγγενείς και όλος ο κόσμος που με αγαπούσε. Περισσότερα δεν μπορώ να σας γράψω γιατί έχω συγκινηθή πολύ και αυτό γιατί δεν μπορώ να αντικρίσω ένα από τα αγαπημένα μου πρόσωπα και να μείνω για λίγω μαζί τους τώρα στης τελευταίες μου όρες.

Σας φιλώ όλους γονείς συγγενείς και λιγοστούς και καλούς μου φίλους.
Πεύτω σαν ήρωας φωνάζοντας Ζήτω η Ελλάδα Ζήτω ο Ελληνικός λαός Ζήτω η Αθάνατη Εθνική Αντίσταση.

Νικόλαος Μαραμπότας»

Το τελευταίο γράμμα στην οικογένειά του



Στις 19 Μάη 1949, σε ηλικία 22 χρόνων έστησαν στον τοίχο τον Μαραμπότα. Ο Νίκος απευθύνεται στον γιατρό που ήταν παρών δίπλα στον ιερέα: «Γιατρέ είναι αίσχος, έχεις δώσει όρκο στην επιστήμη σου να προσπαθείς να κάνεις καλά τους αρρώστους ενώ εσύ έρχεσαι εδώ για να πιστοποιείς το θάνατο ανθρώπων». Τον ιερέα τον κοίταξε και δεν είπε τίποτα. Σε δευτερόλεπτα έπεφτε νεκρός.

(1) Σημείωση: Εκτός των κατακτητών στην "πείνα" συνέβαλαν και οι σύμμαχοι Εγγλέζοι με τον ναυτικό αποκλεισμό και την αθέτηση συμφωνίας για το πέρασμα των "Λευκών Καραβιών" της Σουηδίας.
"Ο ναυτικός αποκλεισμός των Βρετανών επιβλήθηκε αμέσως μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τις γερμανικές δυνάμεις. Η δικαιολογία ήταν ότι η επιβίωση του ελληνικού πληθυσμού εξαρτάτο από τις εισαγωγές ακόμη και αγροτικών προϊόντων, άρα η αδυναμία υλοποίησης εισαγωγών θα επηρέαζε επαγωγικά και τις κατοχικές δυνάμεις. Γεγονός είναι, ότι όπως αναφέρει και η Cionidou Violetta στο Famine and Death in Occupied Greece 1941 – 1944, υπήρξαν σοβαρές διαφωνίες στο θέμα της επιβολής ναυτικού αποκλεισμού της Ελλάδας και διάσταση απόψεων μεταξύ του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών και του Υπουργείου Οικονομικού Πολέμου, στην οποία παρενέβη ο ίδιος ο Τσώρτσιλ, ο οποίος υποστήριξε τη συνέχιση του αποκλεισμού ακόμη και σε είδη που αποτελούσαν βοήθεια από διεθνείς οργανισμούς.
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ κατόπιν συμφωνίας με τον Βρετανό πρωθυπουργό Τσώρτσιλ, ανακοίνωσε ότι ο συμμαχικός αποκλεισμός θα ήταν δυνατόν να αρθεί, εφόσον κάποιος φορέας κατόρθωνε να ναυλώσει πλοία για την αποστολή της βοήθειας. Στην προσπάθεια αναζήτησης μιας τελικής λύσης τα μέλη της Greek War Relief Association προσέγγισαν τη Σουηδική κυβέρνηση, διατυπώνοντας το ερώτημα αν θα ήταν δυνατή η ναύλωση κάποιων σουηδικών πλοίων, τα οποία χωρίς να είναι υπό τον έλεγχο των Συμμάχων ή του Άξονα, θα μπορούσαν να διέλθουν από τη ζώνη του ναυτικού αποκλεισμού.
Η Σουηδία ανταποκρίθηκε θετικά, δηλώνοντας ότι θα μπορούσε να διαθέσει από 8 έως 14 πλοία. Η γερμανική κυβέρνηση συμφώνησε, υπό την προϋπόθεση, ότι η συμφωνία θα ίσχυε εφόσον θα ετίθετο υπό την αιγίδα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και όχι της Greek War Relief Association. Οι Γερμανοί επίσης έβαλαν όρο ότι καμία δημοσιότητα δεν θα έπρεπε να δοθεί και διαβεβαίωσαν ότι δεν θα δέσμευαν τα τρόφιμα στην Ελλάδα.
Σουηδικά πλοία θα εκτελούσαν μηνιαίες αποστολές στην Ελλάδα μεταφέροντας 15.000 τόννους καναδικού σιταριού αφού προηγουμένως τα εμπόλεμα κράτη θα είχαν εγγυηθεί την ελεύθερη δίοδο των πλοίων. Τα τρόφιμα θα διανέμοντο αποκλειστικά στον άμαχο πληθυσμό με τη σύσταση Ελεγκτικής Επιτροπής, αποτελούμενη από επτά Σουηδούς και επτά Ελβετούς με πρόεδρο τον Σουηδό διπλωμάτη Πωλ Μόν.

Τα Λευκά Καράβια

Έτσι ξεκίνησε η δημιουργία του «Λευκού Στόλου» που τον αποτελούσαν φορτηγά πλοία. Τα ονόματά τους: Camelia, Hallaren, Virginia, Akka, Bardaland, Erow, Fenris, Formosa, Mangalore, Mongabarra, Radmanso, Sagga, Sicillia, Tamara, Stureborg, Wiril, Transatlantics, Yarrawonga.
Τα πλοία ήταν ολόλευκα αλλά η πλώρη τους από την επιφάνεια της θάλασσας μέχρι το κατάστρωμα και σε πλάτος ως τα όκια ήταν μαύρη. Στο κέντρο της κάθε πλευράς του πλοίου ήταν ζωγραφισμένη η Σουηδική Σημαία ενώ στα αριστερά αναγραφόταν το όνομα του πλοίου και στα δεξιά η ονομασία της χώρας. Στα άκρα των δύο πλευρών υπήρχε το διακριτικό του Ερυθρού Σταυρού ενώ στους ιστούς και στην πρύμνη κυμάτιζε η Σουηδική Σημαία.
Οι μεταφορές αυτές δεν ήταν εύκολες. Βρισκόμαστε στην κορύφωση των πολεμικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα και τα χτυπήματα είναι συνεχή και τις περισσότερες φορές τυφλά. Γεγονός είναι ότι τα «Λευκά Καράβια» δεν υπέστησαν επιθέσεις από τις γερμανικές δυνάμεις. Αντίθετα το Stureborg βυθίστηκε ανοικτά της Κύπρου μετά από βομβαρδισμό βρετανικών αεροπλάνων, το Hallaren δέχτηκε αεροπορική επιδρομή από αμερικανικά αεροπλάνα, το Eros βυθίστηκε την 1η Ιανουαρίου 1943 κοντά στη Φολέγανδρο καθώς και το Fenja στις 13 Ιουνίου 1943 μεταξύ Καλύμνου – Τουρκίας. Το Camelia στις 29 Δεκεμβρίουν 1943 προσέκρουσε σε νάρκη στο λιμάνι Θεσσαλονίκης αλλά κατάφερε να ρυμουλκηθεί στην Κωνσταντινούπολη για να επισκευαστεί όπως και το Wiril το οποίο στις 7 Φεβρουαρίου 1944 ενώ ξεφόρτωνε το πολύτιμο φορτίο του δέχτηκε επιθέσεις αεροπλάνων της RAF με τραγικό απολογισμό 18 νεκρούς και 50 τραυματίες (πλήρωμα και λιμενεργάτες). Το πλοίο μεταφέρθηκε κι αυτό στην Κωνσταντινούπολη όπου επισκευάστηκε."


ΠΗΓΕΣ:
1. «Μέρες Κατοχής στην Αθήνα» (Ζωγράφου – Γουδί – Κουπόνια) της Κατερίνας Μπαλκούρα, εκδόσεις 24γράμματα, Αθήνα 2021
2. «Ο ΕΛΑΣ της Αθήνας», Ορέστη Μακρή, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1985
3. «Ημεροδρόμος», Νίκος Μαραμπότας: ο θρυλικός διμοιρίτης του ΕΛΑΣ των Ανατολικών Συνοικιών του Ανδρέα Δενεζάκη.
4. «ΤΟ ΤΙΜΩΡΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΛΑΟΥ» διπλωματική εργασία ΧΑΝΔΡΙΝΟΣ ΙΑΣΩΝ

5. (Τα “λευκά καράβια”. Η μεγαλύτερη επισιτιστική επιχείρηση του Β’ Π.Π.) Δημήτρης Μπαλόπουλος



Υποστηρίξτε την σελίδα μας στο Facebook
κάνοντας "κλικ" στον παρακάτω σύνδεσμο, ευχαριστούμε.



Αν σας άρεσε το άρθρο, μπορείτε να το διαδώσετε

ή να το εκτυπώσετε (Εκτύπωση)



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ
Στείλτε ιδέες, προτάσεις, κριτικές για τον ιστότοπό μας.



© 2017-2026 Εθνική Αντίσταση - ΔΣΕ - Το περιεχόμενο τις ιστοσελίδας διατίθεται με άδεια χρήσης CC BY-SA 4.0