Σε ηλικία 99 χρόνων έφυγε από τη ζωή, στις 9 Ιανουαρίου του 2014 ο Θεόδωρος Καλλίνος, ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, ο επονομαζόμενος «Αμάρμπεης».
Γεννήθηκε το 1914 στην Τσαριτσάνη της Ελασσόνας. Το 1935 έδωσε εξετάσεις στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, πέρασε και στις δύο αλλά διάλεξε τον στρατό. Αποφοίτησε το 1939 και τοποθετήθηκε στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού. Υπερασπίσθηκε με τους άνδρες του το οχυρό «Κάλη» χωρίς να παραδοθεί στους Γερμανούς.
Όταν οι μεταξικοί αξιωματικοί της γραμμής ΡΟΥΠΕΛ παρέδωσαν τα όπλα στους κατακτητές, εκείνος δεν το δέχτηκε. Μάζεψε περίπου 200 – 250 άνδρες και ξεκίνησαν για το Aγιον Όρος. Από εκεί μέσω Λήμνου, Λέσβου, έφτασαν στην Χίο. Από την Χίο με λίγους άντρες που επέμεναν να τον ακολουθήσουν και όχι να γυρίσουν σπίτια τους όπως τους παρότρυναν ανώτεροι αξιωματικοί, έφτασαν στην Κρήτη μέσω Τήνου, Νάξου, Σαντορίνης.
Πρόλαβε να οργανώσει άμυνα στο ύψωμα Κοψά και αυτή ήταν η μοναδική Ελληνική Στρατιωτική οργανωμένη μονάδα που αντιστάθηκε σθεναρά δίπλα στον Βρετανικό Στρατό που υπερασπίζονταν την Κρήτη. Η Κρητική μεραρχία είχε εγκαταλειφθεί από τον διοικητή της και οι περισσότεροι στρατιώτες εγκλωβίστηκαν στην Αθήνα και πολλοί από αυτούς πέθαναν από την πείνα μη μπορώντας να επιστρέψουν στο νησί.
Μεταφέρουμε την μαρτυρία του από παλιότερη συνέντευξή του στο "Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα" του Στέλιου Κούλογλου:
“Μετά την εγκατάλειψη των στρατιωτών από τους αξιωματικούς, κάποιοι άρχισαν να αυτοκτονούν και άλλοι να σκορπούν προς διάφορες κατευθύνσεις. Τότε εγώ τους φώναζα «παιδιά, μην αυτοκτονείτε, ελάτε μαζί μου» και προσκολλήθηκαν στο λόχο. Μαζεύτηκαν περίπου 200 – 250 και στις οχτώ ξεκινήσαμε από το Μέταλλο στη Φαιά Πέτρα, για να περάσουμε το δημόσιο δρόμο Σιδηροκάστρου – Σερρών, να φτάσουμε στο Στρυμόνα, να βρούμε καμία γέφυρα, για να περάσουμε και να ξεκινήσουμε για το Aγιον Όρος.
Στους στρατιώτες μου δεν είχε πει τίποτα. Η απόφασή μου ήταν Κρήτη. Διότι κατάλαβα ότι οι Γερμανοί μέσω των πλοίων θα καταλάβουν την Ηπειρωτική Ελλάδα. Μια βραδιά περάσαμε στη Λήμνο. Δεύτερη βραδιά στη Μυτιλήνη, και δεύτερη βραδιά στη Χίο. Οι Γερμανοί βύθιζαν ό,τι κινούνταν προς Ανατολάς και προς Νότο. Ό,τι πλεούμενο. Κι εγώ ενδιαφέρθηκα για τον καταυλισμό τους, ένα σχολείο, για την τροφοδοσία, τις μέρες που μείναμε στη Χίο, αλλά με απασχολούσε το πρόβλημα τι θα γίνει με τους στρατιώτες.
Εγώ είχα αποφασίσει πια ότι θα πάω στην Κρήτη. Αλλά μπορούσα να διακινδυνεύσω την τύχη τόσων οικογενειών; Τεράστια ευθύνη. Μέναμε σε ένα ξενοδοχείο με έναν Ξάνθο, αυτός ήταν δύο χρόνια νεότερος από μένα. Αυτός μου έλεγε να πάμε, να περάσουμε στην Τουρκία και από κει στην Αίγυπτο.
Εγώ φυσικά του έλεγα, εμείς είμαστε μόνο αξιωματικοί. Έχουμε υποχρέωση να υπερασπίσουμε την πατρίδα μας. Η Κρήτη δεν θα καταληφθεί, και θα αποτελέσει το γεφύρωμα, τι δουλειά έχουμε εμείς στην Τουρκία και στην Αίγυπτο; Τελικά δεν ξέρω τι έγινε. Είχαν μαζευτεί στη Χίο περίπου 300 αξιωματικοί, μόνιμοι και έφεδροι, εκτός από τους στρατιώτες, και επικεφαλής ήταν ένας συνταγματάρχης. Αντί αυτός ο συνταγματάρχης να πάρει πρωτοβουλία και να οργανώσει την μετάβαση όλων αυτών των αξιωματικών και των στρατιωτών στην Κρήτη, έβγαλε μια διαταγή να δηλώσουν, πόσοι θέλανε να πάνε στην Κρήτη, πόσοι στην Ηπειρωτική Ελλάδα, και πόσοι στην Τουρκία.
Δήλωσαν αρκετοί για την Κρήτη. Αλλά όπως αποδείχτηκε, μόνο μια ομάδα περίπου δεκαπέντε αξιωματικών, με πρωτοβουλία δική τους, με επικεφαλής, δεν θυμάμαι αυτήν την στιγμή το όνομά του, έναν συνταγματάρχη, πήγανε στην Κρήτη και πολέμησαν. Άλλοι δήλωσαν για την Ηπειρωτική Ελλάδα και άλλη για την Τουρκία. Αν πήγαιναν όλοι αυτοί οι αξιωματικοί στην Κρήτη, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε, όπως αποδείχτηκε, να καταληφθεί η Κρήτη από τους Γερμανούς. Από το αδιέξοδο αυτό, με έβγαλε η ανακοίνωση από το ράδιο της Αθήνας, ότι οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες του ελληνικού στρατού δεν θεωρούνται αιχμάλωτοι και μπορούν να γυρίσουν στην πατρίδα τους.
Τους συγκέντρωσα στην αυλή του σχολείου όλους τους στρατιώτες και βαθμοφόρους και τους είπα: «Σας έφερα μέχρις εδώ. Δεν σας παρέδωσα στους Γερμανούς. Μέχρι αυτή τη στιγμή δεν ήξερα τι να κάνω. Εγώ είμαι μόνιμος αξιωματικός και είμαι υποχρεωμένος να υπερασπίζω την πατρίδα μέχρι την τελευταία πιθαμή, και θα πάω στην Κρήτη. Όμως εσείς είστε κληρωτοί και πρέπει να γυρίσετε στις πατρίδες σας. Σας περιμένουν οι οικογένειές σας». Όλοι φώναξαν: «Όλοι στην Κρήτη».
Τους επαναλαμβάνω ακόμα μια φορά ότι εγώ είμαι υποχρεωμένος να πάω στην Κρήτη, εσείς είστε κληρωτοί, πρέπει να γυρίσετε στις πατρίδες σας. Θα σας βάλω, τους Πελοποννήσιους σε ένα με δυο καΐκια για την Πελοπόννησο, τους Στερεοελλαδίτες και τους Θεσσαλούς με ένα γεωκαΐκιο στην Εύβοια, και από κει, ο καθένας, ατομικά ή ομαδικά να γυρίσει στην πατρίδα του, σας περιμένουν οι οικογένειές σας.
Πάλι φώναξαν: «Όλοι στην Κρήτη». Τότε, τους δίνω με βροντερή φωνή «προσοχή». «Σας δίνω εντολή σαν λοχαγός σας να γυρίσετε στις πατρίδες σας κι εκεί να αγωνιστείτε για την απελευθέρωση της πατρίδας».
Ένας λοχίας, Παπαγεωργόπουλος Γιάννης, από το Άργος, μου λέει «εγώ δεν πειθαρχώ. Θα έρθω μαζί σου». Του λέω «θα συνδέσουμε την τύχη μας». Έτσι, τώρα καταλαβαίνετε ποιος ήταν ο αποχωρισμός. Όταν ξεκίνησαν τα καΐκια για την Πελοπόννησο και για την Εύβοια, εγώ με τον Παπαγεωργόπουλο, μαζί με έναν ταγματάρχη και μερικούς άλλους Κρητικούς, καμιά δεκαριά, μπήκαμε σε ένα βαποράκι εμπορικό μικρό, περάσαμε στην Τήνο, την δεύτερη βραδιά στην Νάξο, και τρίτη βραδιά στη Θήρα, στη Σαντορίνη.
Εκεί, το απόγευμα ανακάλυψε το βαποράκι ένα σκαρί ιταλικό. Και ο καραβοκύρης δεν ήθελε να ξεκινήσει, γιατί μας έλεγε ότι δεν προλαβαίνουμε να φτάσουμε και θα μας πάρει η μέρα στη θάλασσα και θα μας βουλιάξουν. Το είδε ο ταγματάρχης, βγάζει το πιστόλι και του λέει «ή ξεκινάς ή σε σκοτώνω», και αναγκάστηκε να ξεκινήσει ο καραβοκύρης.
Ξεκινήσαμε λοιπόν. Όλοι ξενυχτούσαμε στο βαπόρι, διότι οι Γερμανοί βύθιζαν, και έβλεπες, παραδείγματος χάριν, σανίδες, βάρκες δεξιά και αριστερά. Όλοι ήμαστε στο κατάστρωμα, όλοι αγρυπνούσαμε.
Τελικά, μας πήρε ο ήλιος μιάμιση ώρα περίπου από την Κρήτη. Βγήκαμε στην ακτή και πήγαμε στο Ηράκλειο. Παρουσιαστήκαμε στον Φρούραρχο…”.
Κατατάχτηκε από τους πρώτους στο ΕΑΜ και βγήκε στο βουνό. Συμμετείχε στο Στρατηγείο Ανταρτών του ΕΑΜ Θεσσαλίας. Έγινε γνωστός ως Αμάρμπεης, ψευδώνυμο που επέλεξε από το όνομα ενός βουνού της περιοχής Χασίων. Ήταν η περιοχή δράσης του Αρχηγείου Βόρειας Θεσσαλίας, του οποίου ήταν Διοικητής. Ανέλαβε μεταξύ άλλων την εκπαίδευση ένοπλων ομάδων του ΕΛΑΣ στις περιοχές Ολύμπου, Κισσάβου, Χασίων.
Ανέλαβε στρατιωτικός διοικητής του Αρχηγείου Βόρειας Θεσσαλίας, Διοικητής του 5ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, Καπετάνιος της 16ης Μεραρχίας Θεσσαλίας του ΕΛΑΣ. Στην 16η Μεραρχία άνηκε και το 54ο Σύνταγμα της Μαγνησίας που είχε έδρα την Κερασιά Πηλίου με ακτίνα δράσης μέχρι Φάρσαλα και όρους ΟΘΡΥΣ. Σαν Καπετάνιος της Μεραρχίας ηγήθηκε και σχεδίασε την πετυχημένη Μάχη του Βελεστίνου από όπου ο ΕΛΑΣ βγήκε νικητής αποκομίζοντας πάρα πολύ οπλισμό από τους ηττημένους Γερμανούς.
Αργότερα τοποθετήθηκε Καπετάνιος της 13ης Μεραρχίας με έδρα το Καρπενήσι και δράση την Ρούμελη. Ως εκπρόσωπος του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ συνέβαλε στην αναίμακτη απελευθέρωση της πόλης του Αγρινίου τον Σεπτέμβριο 1944, πείθοντας τα τοπικά ΤΑΓΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ να παραδοθούν και να μη χυθεί άσκοπα Ελληνικό αίμα.
Ήταν μεταξύ των Καπεταναίων που είχαν πάρει μέρος στην σύσκεψη που συγκάλεσε ο Πρωτοκαπετάνιος ΑΡΗΣ στην Λαμία στις 11 Νοεμβρίου του 44 για να συζητήσουν τις επερχόμενες εξελίξεις που διέβλεπε ότι θα ακολουθούσαν. (Δεκεμβριανά)
Στα Δεκεμβριανά ήταν διοικητής του τομέα Πειραιά που κάλυπτε την περιοχή από το Φάληρο μέχρι την Ελευσίνα.
Μετά την συμφωνία της Βάρκιζας στις 12-Φεφβουαρίου 1945 υπέγραψε διαταγή με τον Στρατιωτικό διοικητή Συνταγματάρχη Αθαν. Παπαθανασίου, για την παράδοση του οπλισμού της 13ης Μεραρχίας.
Ιδιαίτερα συγκινητική η ημερήσια διαταγή των ηγετών της Μεραρχίας.
«...Με βαθειά συγκίνηση σας απευθύνουμε τη στερνή Ημερήσια Διαταγή που κλείνει την τελευταία σελίδα της δοξασμένης ιστορίας της ΧΙΙΙ ηρωικής Μεραρχίας μας. Σας σφίγγουμε με θέρμη το χέρι σταυραετοί που φτερουγίσατε στην Γκιώνα και τα Βαρδούσια, στην Οξυά, στη Λιάκουρα και στο Βελούχι, στην Οίτη και στην Οθρη, στην Ηπειρο και στον Βάλτο.
»Σας σφίγγουμε το χέρι λιοντάρια των μαχών της Αθήνας και του Πειραιά.(...) Σήμερα, πιστοί στρατιώτες του Λαού, ύστερα από την συμφωνία της 12 Φλεβάρη καταθέτουμε τα όπλα που πήραμε με το αίμα μας και που τόσο τα τιμήσαμε. Ο ένοπλος αγώνας τελειώνει και περνάμε στην ειρηνική πολιτική πάλη. Περνάμε στο Λαό που μας γέννησε, στο Λαό που μας συντήρησε στο αντάρτικο. Τραβάμε για να παλαίψουμε μαζί του για την ολοκλήρωση των πόθων του. Ο Φασισμός δεν θα βρυκολακιάσει στον τόπο μας. Σ' αυτό τον τόπο ζουν αδούλωτοι, αδάμαστοι και λεύτεροι άνθρωποι.(...) Θάνατος στο Φασισμό - Λευτεριά στο Λαό.
Σ.Δ. ΧΙΙΙ Μεραρχίας Α. Παπαθανασίου - Θ. Καλλίνος».
Μετά την αποστράτευση του ΕΛΑΣ, ο Καλλίνος μαζί με άλλους μόνιμους αξιωματικούς που είχαν ενταχθεί στην ΕΑΜική αντίσταση εκδιώχθηκε το 1945 από το στράτευμα και στάλθηκε εξορία. Ετσι τον τίμησε το αστικό κράτος.
Ο Θεόδωρος Καλλίνος ήταν ανάμεσα στους 12 αξιωματικούς που απέδρασαν το 1947 από τη Νάξο, όπου είχαν εξοριστεί σαν Κομμουνιστές. Όλοι ήταν μόνιμοι αξιωματικοί της Σχολής Ευελπίδων, εμπειροπόλεμοι και αντιφασίστες, που είχαν πολεμήσει στον πόλεμο του 1940-41, στη συνέχεια είχαν ενταχθεί στην Αντίσταση και έγιναν ανώτερα στελέχη του ΕΛΑΣ.
Μετά την απόδραση ο Καλλίνος εντάχθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό. Πολέμησε σαν Διοικητής Ταξιαρχίας και Επιτελάρχης Μεραρχίας του ΔΣΕ, και μετά την ήττα έζησε σαν πολιτικός πρόσφυγας πρώτα στην Σοβιετική Ένωση και μετά στη Γιουγκοσλαβία.
Παντρεύτηκε την Γεωργία Παληγιαννοπούλου από το Αγρίνιο, η οποία ήταν ανθυπολοχαγός της σχολής Αξιωματικών του ΕΛΑΣ στην Ρεντίνα και διοικητής της υποδειγματικής διμοιρίας γυναικών της 13ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ.
Πέθανε 99 ετών και μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν πάντα μαχητής και ενεργός πολίτης.
Υποστηρίξτε την σελίδα μας στο Facebook
κάνοντας "κλικ" στον παρακάτω σύνδεσμο, ευχαριστούμε.
Αν σας άρεσε το άρθρο, μπορείτε να το διαδώσετε
ή να το εκτυπώσετε (Εκτύπωση)
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ
Στείλτε ιδέες, προτάσεις, κριτικές για τον ιστότοπό μας.